Παραγωγικότητα ή αναδιανομή; Η συζήτηση για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας

Παρότι η ελληνική οικονομία έχει ανακάμψει τα τελευταία χρόνια και παρουσιάζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η πρόοδος αυτή δε συνοδεύτηκε από αντίστοιχη βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας. Αντίθετα, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο το 2024 βρίσκεται περίπου στα ίδια επίπεδα με εκείνα του 2000, ενώ η ΕΕ έχει καταγράψει σημαντική άνοδο στο ίδιο διάστημα. Ως αποτέλεσμα, η απόσταση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έχει διευρυνθεί σημαντικά.

Συγκεκριμένα, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 54% του μέσου όρου της ΕΕ-27 όταν μετριέται ανά εργαζόμενο και στο 43% όταν μετριέται ανά ώρα εργασίας. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι το πρόβλημα δε συνδέεται μόνο με τη διάρκεια της εργασίας αλλά κυρίως με την αποτελεσματικότητα της παραγωγικής διαδικασίας και τον τρόπο οργάνωσης της οικονομίας. Η Ελλάδα κατατάσσεται στις χαμηλότερες θέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, γεγονός που περιορίζει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και τις δυνατότητες αύξησης των εισοδημάτων.

Η μελέτη επισημαίνει ότι η οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων ετών στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης και όχι στη βελτίωση της παραγωγικότητας. Παρότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι σήμερα υψηλότερο σε σχέση με το 2000, η βελτίωση αυτή οφείλεται κυρίως στη μείωση της ανεργίας και στην αύξηση του ποσοστού των απασχολούμενων στον πληθυσμό. Ωστόσο, αυτή η πηγή ανάπτυξης δεν μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον, καθώς η ανεργία έχει ήδη περιοριστεί αισθητά, ενώ οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις μειώνουν τη διαθέσιμη προσφορά εργασίας. Επομένως, η μελλοντική αναπτυξιακή πορεία της χώρας, ή πιο σωστά η οικονομική της μεγέθυνση, θα εξαρτηθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από την αύξηση της παραγωγικότητας.

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας, είναι η στενή σχέση μεταξύ παραγωγικότητας και μισθών. Η σύγκριση των χωρών της ΕΕ δείχνει ότι οι οικονομίες με υψηλότερη παραγωγικότητα προσφέρουν και υψηλότερες αμοιβές στους εργαζόμενους. Αντίστοιχα, στην Ελλάδα οι μισθοί ακολούθησαν διαχρονικά την πορεία της παραγωγικότητας, καθώς αυξήθηκαν την περίοδο πριν από την κρίση, μειώθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης και επανήλθαν σε θετικούς ρυθμούς μετά το 2017.

Ακολούθως, η ανάλυση ανά κλάδο αποκαλύπτει σημαντικές διαφοροποιήσεις στην παραγωγικότητα. Υψηλότερες επιδόσεις καταγράφονται στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στις κατασκευές, στην πληροφορική, στις επικοινωνίες και σε ορισμένες επαγγελματικές υπηρεσίες, ενώ χαμηλότερες στον αγροτικό τομέα, στα καταλύματα και την εστίαση, στο εμπόριο και σε υπηρεσίες χαμηλής έντασης γνώσης. Η συγκέντρωση μεγάλου μέρους της απασχόλησης σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας επιβαρύνει το συνολικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, οι περισσότεροι ελληνικοί κλάδοι εξακολουθούν να υπολείπονται των ευρωπαϊκών, με εξαίρεση τον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Η εξέλιξη της παραγωγικότητας διακρίνεται σε τρεις φάσεις: άνοδο και σύγκλιση με την ΕΕ την περίοδο 2000-2008, έντονη επιδείνωση κατά την περίοδο της κρίσης 2009-2016 και περιορισμένη ανάκαμψη μετά το 2017. Παρά τις θετικές επιδόσεις ορισμένων κλάδων, όπως οι κατασκευές και η μεταποίηση, η συνολική πρόοδος παραμένει άνιση και ανεπαρκής για ουσιαστική σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας, ένα από τα σημαντικότερα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας είναι η κυριαρχία πολύ μικρών επιχειρήσεων. Πάνω από το 94% των επιχειρήσεων απασχολούν έως εννέα εργαζομένους, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι ελάχιστες. Η παραγωγικότητα αυξάνεται σημαντικά όσο μεγαλώνει το μέγεθος της επιχείρησης, καθώς οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις διαθέτουν περισσότερους πόρους για επενδύσεις, τεχνολογία, καινοτομία και καλύτερη οργάνωση. Η πολυδιάσπαση του επιχειρηματικού τοπίου λειτουργεί συνεπώς ως βασικός ανασταλτικός παράγοντας για τη συνολική παραγωγικότητα της χώρας.

Επίσης, η μελέτη αναδεικνύει το επενδυτικό έλλειμμα ως έναν από τους κυριότερους λόγους της χαμηλής παραγωγικότητας. Το καθαρό απόθεμα παγίου κεφαλαίου ανά εργαζόμενο έχει μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες και παραμένει πολύ χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι στη χώρα χρησιμοποιούν λιγότερο και συχνά παλαιότερο εξοπλισμό, λιγότερες τεχνολογικές υποδομές, και συχνά έχουν μικρότερη πρόσβαση σε σύγχρονα μέσα παραγωγής.

Η ανάλυση των παραγόντων της παραγωγικότητας δείχνει ότι το πρόβλημα δεν οφείλεται κυρίως στη διάρθρωση των κλάδων της οικονομίας αλλά στις επιδόσεις των ίδιων των επιχειρήσεων μέσα σε κάθε κλάδο. Η υστέρηση αποδίδεται κυρίως στη χαμηλή τεχνολογική αναβάθμιση, στις περιορισμένες παραγωγικές επενδύσεις, στη μικρή διάχυση της καινοτομίας και στις αδυναμίες οργάνωσης και διοίκησης. Με άλλα λόγια, ακόμη και στους ίδιους κλάδους όπου δραστηριοποιούνται οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι ελληνικές επιχειρήσεις εμφανίζουν χαμηλότερη αποδοτικότητα.

Παρά τα παραπάνω, η μελέτη αναγνωρίζει ότι η διάρθρωση της απασχόλησης επηρεάζει επίσης το τελικό αποτέλεσμα. Εάν η Ελλάδα είχε κατανομή εργαζομένων ανά κλάδο παρόμοια με αυτήν της ΕΕ, με μεγαλύτερη συμμετοχή της βιομηχανίας, της πληροφορικής και των επαγγελματικών υπηρεσιών και μικρότερη εξάρτηση από τον αγροτικό τομέα και ορισμένες χαμηλής παραγωγικότητας υπηρεσίες, η συνολική παραγωγικότητα της εργασίας θα μπορούσε να είναι περίπου 23% υψηλότερη.

Συμπερασματικά, η μελέτη του ΙΟΒΕ υποστηρίζει ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική που θα συνδυάζει αύξηση των επενδύσεων, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, βελτίωση του θεσμικού πλαισίου, αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού και επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού των επιχειρήσεων. Η παραγωγικότητα αναδεικνύεται ως η βασική προϋπόθεση για την αύξηση των μισθών, τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη διατηρήσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας τις επόμενες δεκαετίες.

Ωστόσο, οι παραπάνω εκτιμήσεις έχουν δεχθεί έντονη κριτική από διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις, όπως αποτυπώνεται και στις θέσεις του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ. Η βασική κριτική προς τις θεωρίες της παραγωγικότητας δεν αφορά μόνο το επίπεδο της παραγόμενης αξίας, αλλά και τις κοινωνικές σχέσεις και τους θεσμικούς όρους μέσα στους οποίους αυτή διαμορφώνεται. Στο πλαίσιο αυτό, αμφισβητείται η χρήση του δείκτη Συνολικής Παραγωγικότητας των Συντελεστών (TFP), που χρησιμοποιείται στη μελέτη του ΙΟΒΕ, υποστηρίζοντας ότι παρουσιάζεται ως ουδέτερο μέτρο τεχνολογικής προόδου, ενώ στην πραγματικότητα ενσωματώνει κοινωνικές, θεσμικές και λογιστικές μεταβολές. Κατά την άποψή τους, η παραγωγικότητα δεν μπορεί να αποσπαστεί από τις σχέσεις εξουσίας, τις συνθήκες αξιοποίησης της εργασίας και τη χρήση των φυσικών πόρων.

Παράλληλα, ορισμένες προσεγγίσεις θεωρούν ότι η έμφαση στην παραγωγικότητα αποκρύπτει το γεγονός ότι στις ανεπτυγμένες οικονομίες το κεντρικό ζήτημα δεν είναι η ανεπάρκεια παραγωγής, αλλά ο τρόπος με τον οποίο κατανέμεται ο παραγόμενος πλούτος. Από αυτή την οπτική, η φτώχεια και οι κοινωνικές ανισότητες αποδίδονται κυρίως σε πολιτικές και θεσμικές επιλογές και λιγότερο σε περιορισμούς της παραγωγικής ικανότητας. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τα επίπεδα φτώχειας και τις εισοδηματικές ανισότητες στην Ελλάδα ενισχύουν το επιχείρημα ότι η οικονομική μεγέθυνση δεν οδηγεί αυτομάτως σε ευρύτερη κοινωνική ευημερία.

Αντίστοιχα, οι κριτικές που προέρχονται από την πλευρά της εργασίας επισημαίνουν ότι τα οφέλη της τεχνολογικής προόδου δε διαχέονται κατ’ ανάγκη ισότιμα στους εργαζομένους. Συχνά, μάλιστα, συνοδεύονται από εντατικοποίηση της εργασίας, αυξημένο έλεγχο και μεγαλύτερη επιτήρηση στον χώρο εργασίας. Υπό αυτό το πρίσμα, το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά μόνο την αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά και τη διανομή των ωφελειών που αυτή παράγει, καθώς και τους κοινωνικούς σκοπούς που τελικά εξυπηρετεί.

Εν κατακλείδι, κανείς δεν αμφισβητεί ότι η Ελλάδα έχει χαμηλή παραγωγικότητα, αλλά και κανείς δεν αμφισβητεί πως η μελέτη του ΙΟΒΕ εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην πλευρά της παραγωγής και των επενδύσεων και πολύ λιγότερο στη διανομή του παραγόμενου πλούτου, στην ποιότητα της εργασίας, στη μείωση του χρόνου εργασίας, στις περιβαλλοντικές συνέπειες της μεγέθυνσης και τέλος, στο ποιος καρπώνεται τα κέρδη από τις αυξήσεις παραγωγικότητας.

Εαρινές προβλέψεις της Κομισιόν για την οικονομία: περιορισμένη μεγέθυνση χωρίς ευημερία

Σύμφωνα με τις προβλέψεις, το ΑΕΠ της ΕΕ αναμένεται να αυξηθεί μόλις κατά 1,1% το 2026, έναντι 1,5% το 2025. Παρόμοια εικόνα παρουσιάζει και η ζώνη του ευρώ, όπου η ανάπτυξη περιορίζεται στο 0,9%. Η επιβράδυνση αυτή συνδέεται κυρίως με τη σημαντική αύξηση των τιμών της ενέργειας, η οποία επηρεάζει το κόστος παραγωγής, τη βιομηχανία, τις μεταφορές και τελικά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Ταυτόχρονα, ο πληθωρισμός στην ΕΕ προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,1% το 2026, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω τους πολίτες και δημιουργεί πιέσεις στις κυβερνήσεις και στις κεντρικές τράπεζες.

Η κρίση αυτή θυμίζει σε αρκετά σημεία την ενεργειακή κρίση του 2022, όταν η Ευρώπη επηρεάστηκε από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ωστόσο, υπάρχουν και σημαντικές διαφορές. Σήμερα, η ΕΕ είναι λιγότερο εξαρτημένη από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα και έχει ενισχύσει τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Επιπλέον, οι αγορές πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου λειτουργούν σε πιο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, γεγονός που επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία στην ανακατανομή της προσφοράς. Παρά τα θετικά αυτά στοιχεία, η νέα κρίση εξακολουθεί να έχει σοβαρές συνέπειες, καθώς οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας μεταφέρονται σταδιακά σε όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες.

Ιδιαίτερα έντονες είναι οι επιπτώσεις στην κατανάλωση και στις επενδύσεις. Οι πολίτες αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος ζωής και περιορίζουν τις δαπάνες τους, ενώ πολλές επιχειρήσεις αναβάλλουν επενδυτικά σχέδια λόγω της αβεβαιότητας και του αυξημένου κόστους χρηματοδότησης. Οι επενδύσεις στην ΕΕ προβλέπεται να αυξηθούν με βραδύτερο ρυθμό τα επόμενα δύο χρόνια, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται επίσης να παρουσιάσει επιβράδυνση. Παράλληλα, οι τράπεζες γίνονται πιο αυστηρές στη χορήγηση δανείων, γεγονός που περιορίζει τη ρευστότητα στην οικονομία.

Σημαντικό ζήτημα αποτελεί και η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η ΕΕ φαίνεται να υστερεί σε τομείς υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας, ιδιαίτερα σε δραστηριότητες που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Την ίδια στιγμή, οικονομίες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζουν ισχυρότερη δυναμική, αξιοποιώντας τις επενδύσεις στην τεχνολογία και την αυξημένη ενεργειακή τους αυτάρκεια. Η Κίνα, αν και αντιμετωπίζει προβλήματα στην κατανάλωση, συνεχίζει να αποτελεί σημαντικό ανταγωνιστή στο διεθνές εμπόριο. Ως αποτέλεσμα, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές αυξάνονται με αργούς ρυθμούς και το εμπορικό ισοζύγιο της ΕΕ επιδεινώνεται.

Παρά τις δυσκολίες, η αγορά εργασίας παραμένει σχετικά ανθεκτική. Η ανεργία προβλέπεται να σταθεροποιηθεί γύρω στο 6%, ενώ οι μισθοί συνεχίζουν να αυξάνονται, αν και όχι αρκετά ώστε να αντισταθμίσουν πλήρως την απώλεια αγοραστικής δύναμης λόγω του πληθωρισμού. Η αύξηση των μισθών συνδέεται και με την προσπάθεια των εργαζομένων να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχών ανατιμήσεων.

Οι δημοσιονομικές πιέσεις αποτελούν επίσης σημαντικό πρόβλημα για τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Τα δημόσια ελλείμματα και το δημόσιο χρέος αναμένεται να αυξηθούν, καθώς οι κυβερνήσεις δαπανούν περισσότερα χρήματα για στήριξη κυρίως των επιχειρήσεων απέναντι στις υψηλές τιμές ενέργειας. Παράλληλα, αυξάνονται οι αμυντικές δαπάνες και οι πληρωμές τόκων, γεγονός που δυσκολεύει τη διατήρηση δημοσιονομικής σταθερότητας.

Συνολικά, οι οικονομικές προβλέψεις του 2026 καταδεικνύουν ότι η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο, όπου η γεωπολιτική αστάθεια, η ενεργειακή κρίση και οι διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας περιορίζουν τις αναπτυξιακές προοπτικές. Παρόλα αυτά, η ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και οι επενδύσεις στην καινοτομία, σύμφωνα με την Κομισιόν, μπορούν να λειτουργήσουν ως βασικοί παράγοντες για τη μελλοντική ανάκαμψη και τη δημιουργία μιας πιο ανθεκτικής ευρωπαϊκής οικονομίας.

Οι προβλέψεις για την Ελλάδα
Η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται την περίοδο 2025-2027, αλλά με πιο αργούς ρυθμούς εξαιτίας της ενεργειακής κρίσης και των πληθωριστικών πιέσεων. Σύμφωνα με τις τελευταίες μακροοικονομικές προβλέψεις, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί από 2,1% το 2025 σε 1,8% το 2026 και σε 1,6% το 2027. Παρά την επιβράδυνση, η ελληνική οικονομία αναμένεται να διατηρήσει καλύτερες επιδόσεις από τον μέσο όρο της ΕΕ. Βασικός παράγοντας στήριξης της ανάπτυξης παραμένουν οι επενδύσεις, οι οποίες ενισχύονται από τη συνεχιζόμενη απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων μέσω του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Αντίθετα, η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να επιβραδυνθεί, καθώς η αύξηση των τιμών της ενέργειας περιορίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Το 2025 η ελληνική οικονομία κατέγραψε ανάπτυξη για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, κυρίως λόγω της αύξησης των επενδύσεων, της ιδιωτικής κατανάλωσης και των καθαρών εξαγωγών. Ωστόσο, η έντονη εξάρτηση των επενδύσεων από εισαγόμενα προϊόντα αναμένεται να διατηρήσει υψηλή τη ζήτηση εισαγωγών, επιβαρύνοντας το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Παράλληλα, η ενεργειακή κρίση δημιουργεί καθοδικούς κινδύνους για την οικονομία, καθώς ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τις εξαγωγές υπηρεσιών, ιδιαίτερα τον τουρισμό.

Η αγορά εργασίας παρουσιάζει ανθεκτικότητα, με την ανεργία να συνεχίζει να μειώνεται. Το ποσοστό ανεργίας έφθασε στο 8,4% το τελευταίο τρίμηνο του 2025, ενώ προβλέπεται να υποχωρήσει στο 7,9% έως το 2027. Παρά τη βελτίωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η υψηλή μακροχρόνια ανεργία, οι ελλείψεις δεξιοτήτων και η ανεπαρκής φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων. Επιπλέον, η αγορά εργασίας εξακολουθεί να εμφανίζει ελλείψεις προσωπικού, ιδιαίτερα στους τομείς του τουρισμού και των κατασκευών.

Ο πληθωρισμός παραμένει σημαντική πρόκληση για την ελληνική οικονομία. Το 2025 διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,9%, ενώ προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,7% το 2026 λόγω της έντονης αύξησης των τιμών της ενέργειας. Οι αυξήσεις αυτές αναμένεται να μετακυλιστούν σταδιακά και στις τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών. Το 2027 ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα αποκλιμακωθεί στο 2,4%, χωρίς όμως να εξαλειφθούν πλήρως οι πιέσεις στις τιμές.

Στο δημοσιονομικό πεδίο, η Ελλάδα αναμένεται να διατηρήσει πλεονασματικά ισοζύγια καθ’ όλη την περίοδο 2025-2027. Το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης ανήλθε στο 1,7% του ΑΕΠ το 2025, υπερβαίνοντας τις αρχικές προβλέψεις, κυρίως λόγω αυξημένων φορολογικών εσόδων και περιορισμένων δαπανών. Το 2026 και το 2027 το πλεόνασμα προβλέπεται να μειωθεί στο 0,8% και 0,6% αντίστοιχα, εξαιτίας επεκτατικών μέτρων όπως φορολογικές ελαφρύνσεις, αυξήσεις συντάξεων και μισθών του δημόσιου τομέα, καθώς και μέτρα στήριξης για την ενέργεια.

Παρά τις δημοσιονομικές παρεμβάσεις, ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ της χώρας συνεχίζει να μειώνεται και από 146,1% το 2025 αναμένεται να υποχωρήσει στο 134,4% έως το 2027, χάρη στη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Συνολικά, σύμφωνα πάντα με την Κομισιόν, οι προβλέψεις δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία παραμένει σε τροχιά ανάπτυξης και δημοσιονομικής σταθερότητας, αν και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις που σχετίζονται με την ενεργειακή κρίση, τον πληθωρισμό και τις διαρθρωτικές αδυναμίες της αγοράς εργασίας.

Εν κατακλείδι, παρά τις προσπάθειες της Κομισιόν να παρουσιάσει μια ισορροπημένη εικόνα της οικονομίας, οι αρνητικές συνέπειες παραμένουν εμφανείς. Οι πόλεμοι, οι ενεργειακές αναταράξεις, ο πληθωρισμός και η ανασφάλεια των εργαζομένων δεν αποτελούν «ατυχήματα», αλλά φυσικά αποτελέσματα ενός συστήματος άκρατου ανταγωνισμού μεταξύ κρατών και μεγάλων επιχειρήσεων. Ενώ οι επιχειρήσεις προστατεύονται με κρατικές ενισχύσεις, οι τράπεζες περιορίζουν τη χρηματοδότηση και οι κυβερνήσεις στηρίζουν την «ανταγωνιστικότητα», την ίδια στιγμή οι εργαζόμενοι χάνουν αγοραστική δύναμη, πληρώνουν ακριβότερη ενέργεια, δουλεύουν σε αγορές με ελλείψεις προσωπικού και βλέπουν τους μισθούς να μην καλύπτουν τον πληθωρισμό. Για την Ελλάδα ειδικά, η όποια οικονομική μεγέθυνση βασίζεται σε τουρισμό, ευρωπαϊκά κονδύλια, εισαγωγές και φθηνή ή ελαστική εργασία, δηλαδή σε ένα μοντέλο εξαρτημένης οικονομίας μέσα στην ΕΕ, όπου η χώρα δεν ελέγχει ούτε την ενέργεια ούτε τη βιομηχανία της. Περίεργη άνοιξη…φθινοπωρινή!.

Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;

Στο διάστημα 2010-2025 η ελληνική οικονομία διένυσε μια διαδρομή έντονων αναταράξεων και αντιφάσεων. Από τη βαθιά κρίση και τον κίνδυνο χρεοκοπίας την περίοδο 2010–2015, όταν το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά περίπου 25% και η ανεργία εκτινάχθηκε στο 27%, πέρασε σε μια φάση σταδιακής σταθεροποίησης και μεταρρυθμίσεων την περίοδο 2016–2019. Ωστόσο, τα βασικά προβλήματα παρέμειναν, υψηλό δημόσιο χρέος, χαμηλοί μισθοί και μια παραγωγική βάση που δεν κατάφερε να ανακάμψει ουσιαστικά.

Το σοκ της πανδημίας της COVID-19 την περίοδο 2020–2021 επιβάρυνε εκ νέου την οικονομία, ανακόπτοντας την εύθραυστη ανάκαμψη. Στα χρόνια που ακολούθησαν (2022–2025), καταγράφηκε βελτίωση σε βασικούς δείκτες, κυρίως χάρη στα ευρωπαϊκά κονδύλια και το Ταμείο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρ’ όλα αυτά, τα διαρθρωτικά προβλήματα επιμένουν, όπως το υψηλό χρέος, η απαξίωση των μισθών, το αυξημένο κόστος ζωής, η εκρηκτική άνοδος των ενοικίων και το έντονο δημογραφικό πρόβλημα.

Στο ήδη σύνθετο αυτό περιβάλλον προστίθενται το τελευταίο διάστημα νέες προκλήσεις. Οι αλλαγές που προωθεί η ΕΕ, με στροφή σε μια πιο «πολεμική οικονομία» υπό το βάρος της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, συνεπάγονται πιέσεις για αυξημένες αμυντικές δαπάνες, περιορίζοντας τα περιθώρια για κοινωνικές πολιτικές. Παράλληλα, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο τη σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης και την επικίνδυνη κλιμάκωση με το Ιράν, εντείνει τις πιέσεις στην οικονομία. Ήδη, τη ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και της ενέργειας μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος για τη βιομηχανία, τις μεταφορές και τα νοικοκυριά. Σε αυτό το πλαίσιο, οι κοινωνικές δαπάνες στην Ελλάδα παραμένουν γύρω στο 23% του ΑΕΠ, αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που προσεγγίζει το 28%. Το αποτέλεσμα είναι η περαιτέρω επιδείνωση της καθημερινότητας των πολιτών και η ενίσχυση των πιέσεων στην αγορά.

Θα ανέμενε κανείς ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, το κράτος θα υιοθετούσε μια πιο συνετή και στοχευμένη διαχείριση των «εσωτερικών» του δαπανών, με προτεραιότητα τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι διαφορετική, αφού σημαντικοί πόροι κατευθύνονται στην αντικατάσταση της δημόσιας γραφειοκρατίας με ιδιωτικές δομές και υπηρεσίες.

Η έκθεση «Consultocracy, «Χαρτογράφηση των Συμβουλευτικών Υπηρεσιών στο Ελληνικό Δημόσιο», συντασσόμενη από επιστήμονες του Vouliwatch και του Solomon, αποτελεί την πρώτη συστηματική προσπάθεια καταγραφής και ανάλυσης της χρήσης ιδιωτικών συμβούλων από το ελληνικό κράτος για την περίοδο 2017–2025. Μέσα από ποσοτική ανάλυση χιλιάδων συμβάσεων από το Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων και παράλληλη δημοσιογραφική έρευνα, επιχειρεί να αναδείξει το εύρος, τη δομή και τις θεσμικές επιπτώσεις της αυξανόμενης εξάρτησης της δημόσιας διοίκησης από εξωτερικούς συνεργάτες.

Βασικό εύρημα της μελέτης είναι ότι οι συμβουλευτικές υπηρεσίες δεν αποτελούν πλέον συμπληρωματικό εργαλείο, αλλά κεντρικό μηχανισμό λειτουργίας του κράτους. Οι αναθέσεις αφορούν κρίσιμους τομείς, όπως ο στρατηγικός σχεδιασμός, η πληροφορική, η διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού και η υλοποίηση δημόσιων έργων.

Την περίοδο 2017–2025, υπουργεία και φορείς της γενικής κυβέρνησης συνήψαν χιλιάδες συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών, γεγονός που υποδηλώνει μια δομική μεταβολή στον τρόπο άσκησης δημόσιας πολιτικής. Συγκεκριμένα, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, καταγράφηκαν συνολικά 3.079 συμβάσεις, συνολικής αξίας 1.559.326.602 ευρώ, οι οποίες ανατέθηκαν σε 1.266 διαφορετικές εταιρείες. Σε επίπεδο μέσων μεγεθών, η μέση αξία σύμβασης ανέρχεται σε περίπου 518.000 ευρώ. Πρόκειται για ένα ποσό που αντιστοιχεί σε σημαντικό μέρος του προϋπολογισμού πολλών υπουργείων και το οποίο διοχετεύεται σε ιδιωτικές εταιρείες για υπηρεσίες που, κατά κανόνα, θα έπρεπε να παρέχονται από τη δημόσια διοίκηση.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συχνότητα των απευθείας αναθέσεων, οι οποίες αποτελούν την πλειονότητα των συμβάσεων (62,4%). Η πρακτική αυτή περιορίζει τον ανταγωνισμό, δυσχεραίνει τον έλεγχο της ποιότητας και ενισχύει τους κινδύνους αδιαφάνειας. Παράλληλα, η εκτεταμένη ανάθεση κρίσιμων λειτουργιών σε ιδιώτες δημιουργεί ασάφεια ως προς την κατανομή ευθυνών και αποδυναμώνει τους μηχανισμούς λογοδοσίας, καθώς παρατηρείται περιορισμένη διαφάνεια στα παραδοτέα των συμβούλων, δυσκολία ελέγχου πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων, ενώ οι ιδιωτικές εταιρείες δεν υπόκεινται στους ίδιους ελέγχους με τις δημόσιες υπηρεσίες και συχνά επικαλούνται εμπιστευτικότητα. Επιπλέον, παρατηρείται πως ένας πυρήνας κυρίαρχων παρόχων απορροφούν δυσανάλογο μέρος της συνολικής δημόσιας δαπάνης. Συγκεκριμένα οι δέκα πρώτες εταιρείες, λιγότερο από το 1% του συνόλου των εταιρειών, συγκεντρώνουν συνολική αξία συμβάσεων που προσεγγίζει τα 895 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 57,36% της συνολικής αξίας των συμβάσεων συμβουλευτικών υπηρεσιών που καταγράφηκαν την περίοδο 2017–2025.

Η έκθεση αναδεικνύει επίσης την εμπλοκή συμβουλευτικών εταιρειών στη νομοπαρασκευαστική διαδικασία, έναν πυρήνα της δημόσιας εξουσίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιωτικοί φορείς συμμετέχουν στη σύνταξη νομοσχεδίων ή στην ενσωμάτωση ευρωπαϊκών οδηγιών, γεγονός που εγείρει σοβαρά ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων. Η συμβολή τους δεν είναι πάντα εμφανής στις συμβάσεις, αλλά προκύπτει μέσα από ποιοτική έρευνα και συνεντεύξεις. Επιπλέον, ένα από τα κεντρικά συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι η υπερβολική εξάρτηση από εξωτερικούς συμβούλους οδηγεί σε σταδιακή απώλεια εσωτερικής τεχνογνωσίας της δημόσιας διοίκησης. Το κράτος γίνεται λιγότερο ικανό να σχεδιάζει και να υλοποιεί πολιτικές αυτόνομα, ενώ ενισχύεται ο κίνδυνος «συστημικής εξάρτησης».

Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται διεθνώς ως «consultocracy», δηλαδή μια μορφή διακυβέρνησης όπου σημαντικές αποφάσεις επηρεάζονται ή καθορίζονται από ιδιώτες συμβούλους χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση. Σύμφωνα με τα λόγια των συντακτών της έκθεσης «βρισκόμαστε μπροστά στην εξέλιξη ενός δημοκρατικού παρασιτισμού: ένας ιδιωτικός μηχανισμός εγχώριων και διεθνών συμβουλευτικών εταιρειών θρέφεται στην ουσία από το κράτος, επηρεάζει πολιτικές, απομυζά πόρους και ενδεχομένως επηρεάζει αποφάσεις — χωρίς να φαίνεται».

Ενδεικτικά αναφέρονται δέκα φορείς του δημοσίου με τη μεγαλύτερη δαπάνη από το 2017-2025. Οι φορείς αυτοί είναι: Κοινωνία της Πληροφορίας με 483.169.264 ευρώ, Υπουργείο Περιβάλλοντος με 371.355.705 ευρώ, Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών με 119.157.321 ευρώ, το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου με 87.216.293 ευρώ, ο ΕΦΚΑ με 74.662.077 ευρώ, το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης με 55.190.152 ευρώ, το Υπουργείο Οικονομικών με 54.031.418 ευρώ, το Υπουργείο Τουρισμού με 47.758.522 ευρώ, το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με 44.484.205 ευρώ και το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με 36.077.557 ευρώ.

Επιπλέον, ανά κατηγορία δαπανών στη Διοικητική Συμβουλευτική διατέθηκαν 749.715.298 ευρώ ή το 45,6% των συνολικών δαπανών, στη Συμβουλευτική Πληροφορικής 670.520.073 ευρώ ή το 40,8%, για Μάρκετινγκ και Διαφήμιση 109.918.036 ευρώ ή το 6,7%, για Νομικές Υπηρεσίες 32.115.111 ευρώ ή το 2%, για Άλλες συμβουλευτικές Υπηρεσίες 21.572.538 ευρώ ή το 1,3%, για Έρευνα και Ανάπτυξη 21.273.199 ευρώ ή το 1,3%, για Χρηματοοικονομική Συμβουλευτική 19.485.838 ευρώ ή το 1,2%, για Μηχανολογική Συμβουλευτική 17.774.272 ευρώ ή το 1,1% και για Περιβαλλοντική Συμβουλευτική 1.102.567 ευρώ ή το 0,1%.

Τέλος, η μελέτη δεν απορρίπτει τη συνεργασία κράτους και ιδιωτών, αλλά υπογραμμίζει την ανάγκη θεσμικού πλαισίου που θα διασφαλίζει διαφάνεια, σαφή όρια αρμοδιοτήτων και αποτελεσματικό έλεγχο. Προτείνει την ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας του Δημοσίου, την επένδυση σε ανθρώπινο δυναμικό και τη διατήρηση της θεσμικής αυτονομίας. Συνολικά, θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα για τη δημοκρατία, ποιος τελικά σχεδιάζει τις δημόσιες πολιτικές και με ποια λογοδοσία.

Η έρευνα και τα αποτελέσματα αυτής είναι διαφωτιστικά. Ωστόσο, παραμένει το ερώτημα αν η «συμβουλοκρατία» είναι (άλλο ένα) δομικό σύμπτωμα του οικονομικού συστήματος ή μια εξαίρεση της «οικονομίας της αγοράς» ή κατάχρηση εντός ενός, κατά τα άλλα, αποτελεσματικού και «υγιούς οικονομικού συστήματος».


Το Vouliwatch είναι ένας ανεξάρτητος, μη κερδοσκοπικός οργανισμός. Το Solomon είναι μια μη κερδοσκοπική ερευνητική δημοσιογραφική ομάδα με έδρα την Ελλάδα.


 

Ελληνική Οικονομία: Έντονες διαρθρωτικές αδυναμίες και επίμονες κοινωνικές ανισότητες

Τα τελευταία τρίμηνα η Ελλάδα καταγράφει υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης από τον μέσο όρο της ΕΕ, γεγονός που χρησιμοποιείται επιλεκτικά από τους οικονομικούς ταγούς για να στηριχθεί το αφήγημα ενός συγκριτικά ανθεκτικού και κοινωνικά ισορροπημένου αναπτυξιακού υποδείγματος. Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν είναι ολοκληρωμένη, καθώς αφενός αντανακλά τη στασιμότητα των μεγάλων οικονομιών (Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας) και αφετέρου παραγνωρίζει την επίδοση χωρών με σαφώς υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια.

Συγκεκριμένα, το γ’ τρίμηνο του 2025 ο ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ στην Ελλάδα ανήλθε στο 2%, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ΕΕ (1,6%), αλλά υπολειπόμενος των επιδόσεων δεκατριών χωρών, με μεγαλύτερη επίδοση αυτή της Ιρλανδίας (10,9%). Σύμφωνα με τους οικονομολόγους του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, η όποια σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν αποτελεί ένδειξη μιας ισχυρής αναπτυξιακής δυναμικής, αφού υπονομεύεται από την περιορισμένη συμβολή της μεταποίησης, τη χαμηλή τεχνολογική ένταση των επενδύσεων, τη χαμηλή παραγωγικότητα, την αύξηση των υπηρεσιών χαμηλής προστιθέμενης αξίας, τη συμπίεση των μισθών και τη χαμηλή ποιότητα της εργασίας.

Επιπλέον, αν συγκρίνουμε το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας και της ΕΕ της περιόδου 2019-2024, τότε η διαχρονική υστέρηση της ελληνικής οικονομίας καθίσταται ακόμα πιο εμφανής. Συγκεκριμένα, το 2019 το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ανερχόταν στα 17.210 ευρώ έναντι 32.270 ευρώ στην ΕΕ. Κατά την περίοδο 2021-2024 καταγράφηκε ανάκαμψη και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο η απόκλιση παρέμεινε σημαντική, καθώς το απόλυτο χάσμα διαμορφώθηκε εκ νέου σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, περίπου στα 14.600 ευρώ το 2024 (19.020 και 33.650 αντίστοιχα). Αν συγκρίνουμε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) ως ποσοστό του μέσου όρου της ΕΕ, το 2019 η Ελλάδα κατέγραψε το 65,5% αυτού, ποσοστό που αυξήθηκε στο 68,5% το 2024. Παρά τη μερική αυτή σύγκλιση, το εισοδηματικό χάσμα εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό, με τη χώρα να κατατάσσεται δεύτερη από το τέλος μεταξύ των κρατών-μελών.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Όταν οι οικονομικοί ταγοί αναφέρονται στην αγορά εργασίας, συνήθως επικεντρώνονται σε βασικά ποσοτικά μεγέθη (π.χ. ποσοστό ανεργίας), ξεχνώντας τα χαμηλά επίπεδα ποιότητας εργασίας και την αποδόμηση βασικών προστατευτικών θεσμών. Το γ΄ τρίμηνο του 2025, το ποσοστό απασχόλησης στη χώρα ανήλθε σε 65,6%, υπερβαίνοντας το αντίστοιχο επίπεδο του 2019, καθώς και εκείνο της περιόδου πριν από την κρίση χρέους (2009). Ωστόσο, υστερεί έναντι του μέσου όρου της ΕΕ (κατά 5,7 ποσοστιαίες μονάδες), των νέων κρατών-μελών (8,5 π.μ.) και των Βαλκανίων (0,8 π.μ.), αντανακλώντας την υποχώρηση σε κρίσιμα κοινωνικά και αναπτυξιακά μεγέθη. Το ποσοστό υποαπόδοσης της αγοράς εργασίας (άνεργοι, υποαπασχολούμενοι, δυνητικά διαθέσιμοι, εργαζόμενοι που βρήκαν δουλειά αλλά δεν ξεκίνησαν) μειώθηκε στο 11,6%, αλλά παρέμεινε υψηλότερο από το αντίστοιχο των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (6,2%) και των Βαλκανίων (8%). Το 2024 η απασχόληση στη βιομηχανία παρέμεινε χαμηλή (12,2%), αυξημένη από το 2019, αλλά 0,9 π.μ. χαμηλότερη του 2009 και πολύ κάτω από την Ανατολική Ευρώπη (23,2%), τα Βαλκάνια (21,6%) και την Περιφέρεια (17,3%), δείχνοντας τη διαχρονική αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης.

ΟΙ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ
Οι αποδοχές των εργαζομένων στην Ελλάδα υστερούν σημαντικά σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ. Συγκεκριμένα, ενώ το 2009 ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα μας σε όρους PPS (22.107) ανερχόταν στο 91,8% του μέσου ευρωπαϊκού (24.087), το 2019 η αναλογία αυτή μειώθηκε στο 61,2% (18.204 στην Ελλάδα, έναντι 29.738 στην ΕΕ), ενώ το 2024 υποχώρησε περαιτέρω στο 59,1% (21.486 στην Ελλάδα, έναντι 36.382 στην ΕΕ). Επίσης, επειδή πολύς λόγος γίνεται για το μισθολογικό κόστος των επιχειρήσεων καλό είναι να γνωρίζουμε πως το 2024 στους κλάδους της Βιομηχανίας το μέσο ωρομίσθιο σε όρους PPS στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 14,1 ποσοστιαίες μονάδες, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,1, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 15,2 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 21,4. Επιπλέον, στις υπηρεσίες, οι ωριαίες αποδοχές των μισθωτών στην Ελλάδα σε όρους PPS αντιστοιχούσαν μόλις στο 72% του αντίστοιχου μέσου επιπέδου των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στο 56,5% των κρατών-μελών των Βαλκανίων και στο 54,4% των οικονομιών της Περιφέρειας, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική συμπίεση των μισθών.

ΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ
Οι συγκριτικά χαμηλές εισοδηματικές επιδόσεις της Ελλάδας αποτυπώνονται και στο επίπεδο διαβίωσης των νοικοκυριών. Είναι αλήθεια, ότι σε σχέση με την περίοδο της κρίσης ορισμένοι δείκτες είναι βελτιωμένοι, ωστόσο, η απόσταση από τον μέσο όρο των κρατών – μελών της ΕΕ παραμένει μεγάλη.

Ενδεικτικά, το 2024 το ποσοστό των μισθωτών που ζούσε σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης διαμορφώθηκε στη χώρα μας στο 21% και ήταν με διαφορά το υψηλότερο μεταξύ των δεκαπέντε επιλεγμένων κρατών-μελών της ΕΕ, ξεπερνώντας κατά 12,6 ποσοστιαίες μονάδες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, 16,1 ποσοστιαίες μονάδες τα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και 11,8 μονάδες τα κράτη της Περιφέρειας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα πως στην Ελλάδα το 2024 το 18,5% των ατόμων που ζούσαν σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά δήλωναν ότι αδυνατούσαν να διατηρήσουν επαρκώς ζεστή την οικία τους, έναντι μέσου ποσοστού 12,9% στις οικονομίες της Περιφέρειας και 10,4% στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής (το δίμηνο 2/11/2025 έως 1/1/2026, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, δεκαεννέα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην προσπάθειά τους να ζεσταθούν με εναλλακτικές μορφές θέρμανσης). Επίσης, σχεδόν ένας στους δύο πολίτες (46,6%) που ζούσαν σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά αδυνατούσε το 2024 να ανταποκριθεί σε βασικές πάγιες υποχρεώσεις, όπως ενοίκιο ή δόσεις δανείων και λογαριασμούς κοινής ωφέλειας.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες του ΙΝΕ, το στεγαστικό πρόβλημα στην Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί παράγοντα οικονομικής και κοινωνικής αστάθειας. Συγκεκριμένα, το 2024 στην Ελλάδα οι δαπάνες στέγασης απορροφούσαν το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Ειδικότερα, τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά δαπανούσαν το 51,1% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες, ενώ τα τετραμελή νοικοκυριά δαπανούσαν αντίστοιχα το 34,8%. Αξίζει να σημειωθεί ότι, το κόστος στέγασης στη χώρα μας έχει δυσανάλογη επίδραση στην ευημερία των πολιτών διαφορετικής εισοδηματικής κατάστασης. Ενδεικτικά, το 2024 για τα άτομα που ανήκαν στο φτωχότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης ανερχόταν στο 88,6% (έναντι 27,8% στην ΕΕ), ενώ για τα πλουσιότερα στο 1,4% (συγκριτικά με 0,7% στην ΕΕ).

Συνολικά, η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ισχύον αναπτυξιακό πρότυπο δεν είναι βιώσιμο. Η Ελλάδα χρειάζεται μια στρατηγική μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης. Το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ υιοθετεί την έννοια της οικονομίας της αξιοπρέπειας, δηλαδή ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα στο οποίο η ποιότητα της εργασίας αντιμετωπίζεται ως θεμέλιο της παραγωγικότητας, της κοινωνικής συνοχής και της μακροοικονομικής ανθεκτικότητας. Η αξιοπρεπής εργασία, οι σταθερές συνθήκες απασχόλησης, τα επαρκή εισοδήματα και η θεσμική προστασία των εργαζομένων δεν αποτελούν απλώς κοινωνικούς στόχους, αλλά κρίσιμους παράγοντες για την αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης, την ενίσχυση της καινοτομίας, τη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και τη μετάβασή της σε ένα βιώσιμο υπόδειγμα ανάπτυξης. Ουσιαστική διέξοδος ή ανεπαρκής ουτοπία; .… 

Περί δομικού ανασχηματισμού της αγοράς εργασίας

Η κ. υπουργός παρουσίασε τις βασικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες και επιτυχίες την τελευταία εξαετία, που συνοψίζονται στη μείωση της ανεργίας από 17,8% το 2019 σε 8,1% φέτος, τη δημιουργία 500 χιλ. θέσεων εργασίας, την αύξηση του κατώτατου και μέσου μισθού και την αύξηση της πλήρους απασχόλησης από 69,2% σε 76,41%. Όπως επισήμανε, η ψηφιακή κάρτα εργασίας εξασφάλισε ακριβή καταγραφή ωραρίων και πληρωμή υπερωριών, έτσι ώστε το πρώτο επτάμηνο του 2025 οι υπερωρίες αυξήθηκαν κατά 80% συγκριτικά με το 2024, με εντυπωσιακές επιδόσεις στους κλάδους του τουρισμού, της εστίασης, του λιανεμπορίου και της βιομηχανίας, ενώ ενισχύθηκαν κατά 8% οι έλεγχοι της επιθεώρησης εργασίας και τα πρόστιμα απέφεραν περισσότερα από 50 εκατ. ευρώ το 2024.

Εξάλλου, σημαντική ήταν, όπως τόνισε, η μείωση του μη μισθολογικού κόστους, καθώς επιτεύχθηκε συνολική μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 5,4 μονάδες έναντι του 2019 και καταργήθηκαν οι προσαυξήσεις στις εισφορές για υπερεργασία, υπερωρίες, νυχτερινά και αργίες, έτσι ώστε το πρώτο πεντάμηνο εφαρμογής των σχετικών μέτρων (Μάρτιος-Ιούλιος 2025) οι αποδοχές των εργαζομένων από υπερεργασία και υπερωρία αυξήθηκαν έως 47% και, αντίστοιχα, τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων κατά 33%.

Όπως τόνισε η κ. υπουργός, προτεραιότητα της κυβέρνησης είναι η κατάρτιση εργαζομένων σε νέες δεξιότητες. Στο πλαίσιο αυτό, όπως σημείωσε, περί τα 252.000 άτομα ήδη ωφελήθηκαν από τα προγράμματα της ΔΥΠΑ κυρίως σε ψηφιακές και “πράσινες” δεξιότητες, ενώ παράλληλα η εξοικείωση με την τεχνητή νοημοσύνη προβάλλει ως αναγκαία – έρευνα της Manpower δείχνει ότι οι νέοι εργαζόμενοι θεωρούν την τεχνολογία βασικό εργαλείο εξέλιξης, ενώ αρκετοί εργοδότες αναμένουν αλλαγές σε παραγωγικούς ρόλους. Στη χώρα μας, το 22% των εργοδοτών σχεδιάζει προσλήψεις λόγω τεχνολογικών αλλαγών και το 14% προβλέπει μείωση προσωπικού για τον ίδιο λόγο.

Εξάλλου, η κ. Κεραμέως, αναγνωρίζοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται πολύ χαμηλά συγκριτικά με το μέσο όρο της ΕΕ ως προς την κάλυψη των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (16%-19% φέτος έναντι 49% μέσου όρου των ευρωπαϊκών χωρών που μετείχαν σε σχετική έρευνα, και στόχου 80% κατά την Οδηγία 2022/2041), ανέφερε ότι το Υπουργείο Εργασίας συνυπέγραψε με τους κοινωνικούς εταίρους Σχέδιο Δράσης, αποκαλούμενο ως «Κοινωνική Συμφωνία» – σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία αποτελεί υποχρέωση προσπάθειας όχι αποτελέσματος (το 80%) – και προβλέπει συγκεκριμένες προϋποθέσεις επέκτασης της υποχρεωτικότητας των συμβάσεων, την επιστροφή στη μονομερή προσφυγή στη διαιτησία με νομικούς περιορισμούς, την παράταση της μετενέργειας και την αναθεώρηση του ορίου 50%+1.

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Σημειώνουμε ότι η ΕΕ διαμορφώνει ενιαίο πλαίσιο εργασιακών όρων με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, συχνά παραβλέποντας εθνικές ιδιαιτερότητες. Η «Λευκή Βίβλος για την Απασχόληση» (1993) προώθησε την ευελιξία στον χρόνο και την οργάνωση της εργασίας, τη μείωση του κόστους και τη σύνδεση μισθών–παραγωγικότητας. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η Οδηγία 2003/88/ΕΚ, που επιτρέπει έως 13 ώρες ημερήσιας και 78 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, 12 συνεχόμενες ημέρες απασχόλησης και μη προσμέτρηση διαλειμμάτων, εντατικοποιώντας την εργασία.

Σε αυτό το πνεύμα, η Κομισιόν, στην πρόσφατη έκθεσή της για την ελληνική αγορά εργασίας, ζήτησε από την Ελλάδα: α) περαιτέρω μείωση της ανεργίας (με έμφαση στη γυναικεία απασχόληση), β) επίτευξη 71,1% απασχόλησης στις ηλικίες 20–64, γ) συμμετοχή του 40% των ενηλίκων σε κατάρτιση (από 15,1% το 2022) και δ) μείωση κατά 7,3% του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή αποκλεισμού έως το 2030.

ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ
Φυσικά η μείωση της φτώχειας προϋποθέτει την ουσιαστική αύξηση των μισθών. Σχετικά, η Κομισιόν προβλέπει μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 3,6% για φέτος, ενώ σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του 2025, ο προσδιορισμός της ετήσιας αύξησης είναι 3,7% έναντι 5,8% το 2024. Το 2026, σύμφωνα με την κυβέρνηση, ο κατώτατος μισθός θα αυξηθεί από τα 880 ευρώ στα 915 ευρώ. Βεβαίως, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ (Greece in Numbers), το 2024 οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα, σε σταθερές τιμές 2020, είναι χαμηλότεροι κατά 22,56% συγκριτικά με το 2009. Επιπλέον, έρευνα της Eurostat δείχνει ότι την περίοδο 2004-2024 όλες οι ευρωπαϊκές χώρες εμφάνισαν μέση αύξηση των κατά κεφαλήν εισοδημάτων κατά 22% (και μέγιστη έως 134%!), με μόνες δυσάρεστες εξαιρέσεις την Ελλάδα (-5%) και την Ιταλία (-4%). Σε ό,τι αφορά τη φτώχεια, ενώ το 2024 το 21% του πληθυσμού της ΕΕ βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, στην Ελλάδα το εν λόγω ποσοστό ανήλθε στο 26,9%. Η ανισότητα το 2024 παρέμεινε υψηλή, στο 5,27 έναντι 4,66 του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ τα νοικοκυριά υπέφεραν από την ακρίβεια των βασικών ειδών και από το υπερβάλλον κόστος των λοιπών τομέων κοινωνικής αναπαραγωγής, όπως η στέγαση (28,9% το 2024 έναντι 8,2% στην ΕΕ!) και η υγεία. Συνεπώς, παρά τις μισθολογικές αυξήσεις της τελευταίας εξαετίας, οι μισθοί στη χώρα μας παραμένουν κραυγαλέα αναντίστοιχοι με τις πραγματικές ανάγκες.

Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, τόσο για τους μισθωτούς όσο και για τους εργοδότες, μπορεί να αύξησε κάπως το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων. Ωστόσο, αυτό συμβαίνει εις βάρος της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος και –το σημαντικότερο– προς όφελος της μείωσης του μη μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων. Η τάση αυτή ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με την κατάργηση των προσαυξήσεων για την υπερεργασία, τις υπερωρίες, τη νυχτερινή εργασία και την εργασία κατά τις αργίες.

Η καταγραφή και η αμοιβή των πρόσθετων μορφών διεύρυνσης του εργάσιμου χρόνου είναι ασφαλώς θετική εξέλιξη, αλλά δε «διασκεδάζεται» η ωμή πραγματικότητα, αποτυπωμένη στα στοιχεία για τις δηλωμένες υπερωρίες: Οι εργαζόμενοι υπερβαίνουν σημαντικά τα ωράριά τους εξαναγκασμένοι –αν όχι από τους εργοδότες τους– από την ανεπάρκεια των μισθών τους να καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες! Κι ακόμα χειρότερα, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, κατά το 65% οι μισθωτοί δηλώνουν ότι είτε δεν πληρώνονται καθόλου για την υπερεργασία τους (49%!) είτε πληρώνεται εν μέρει (16%)…

Η αξιόπιστη καταγραφή των υπερωριών είναι βεβαίως καλοδεχούμενη, αλλά η αποτελεσματικότητα και η αμεροληψία της ψηφιακής κάρτας εργασίας αμφισβητούνται, δεδομένης αφενός της ευχέρειας απολογιστικής καταγραφής των αλλαγών του ωραρίου εργασίας, της οργάνωσης του χρόνου εργασίας και των υπερωριών στο τέλος του επόμενου ημερολογιακού μήνα, που επιτρέπει την «τακτοποίηση» των στοιχείων πριν την υποβολή τους στο σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ», και αφετέρου των εξαιρέσεων, όπως η ευέλικτη προσέλευση μέχρι και 120 λεπτά μετά την δηλωθείσα έναρξη του ωραρίου εργασίας, αλλά και η αφαίρεση από τον εργάσιμο χρόνο του χρόνου μετακίνησης και προετοιμασίας του εργαζόμενου αλλά και των διαλλειμάτων του (οδηγία 88/2003/ΕΚ).

Σε ό,τι αφορά τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, παρότι το αρμόδιο υπουργείο αναγνωρίζει τον σημαντικό τους ρόλο, ο νόμος 5163/2024 για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού εξακολουθεί να υπονομεύει το θεσμικό ρόλο των ΣΣΕ, τόσο γιατί το κράτος συνεχίζει να τον προσδιορίζει κατά τις βουλές του εκάστοτε κυβερνώντος όσο και γιατί τον συνδέει με τον πληθωρισμό και την παραγωγικότητα –δηλαδή μονοδιάστατα, βάσει των αναγκών των επιχειρήσεων και τις δεσμεύσεις της δημοσιονομικής πολιτικής, αγνοώντας τις ανάγκες του κόσμου της εργασίας.

Εν κατακλείδι, οι “δομικοί μετασχηματισμοί”, όπως χαρακτηρίζει η κ. Κεραμέως τις προαναφερθείσες αλλαγές στον χάρτη της αγοράς εργασίας, μπορεί να ιδωθούν από δύο όψεις: Είτε ως αναγκαίες προσαρμογές, προκειμένου η χώρα να συνεχίσει να αποτελεί case study στο διεθνές χρηματοοικονομικό γίγνεσθαι, είτε ως βίαιες παρεμβάσεις τήρησης των ισορροπιών σε ένα συνεχώς επιδεινούμενο τοπίο κρίσης, με τεράστιο κόστος για τον κόσμο της εργασίας. Βεβαίως, κάλλιστα μπορεί να ικανοποιούνται ταυτόχρονα και οι δύο όψεις θέασης…

Προσχέδιο Προϋπολογισμού 2026: Διατήρηση δημοσιονομικής ισορροπίας, χωρίς έγνοια για τις κοινωνικές ανάγκες

Η αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών αντιστοιχεί μόλις στο 70% του μέσου όρου της Ε.Ε.. Παράλληλα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο αυξήθηκαν κατά 4,5 δισ. ευρώ από τον Αύγουστο του 2024 έως τον Αύγουστο του 2025, φθάνοντας τα 111,829 δισ. ευρώ, ενώ ο αριθμός των οφειλετών ανέρχεται σε 4.001.794 ΑΦΜ. Το 2024 οι πολίτες κατέβαλαν φόρους ύψους 68,3 δισ. ευρώ, ενώ για το 2025 εκτιμάται ότι οι φορολογικές υποχρεώσεις θα φτάσουν τα 70,8 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 40 δισ. αφορούν έμμεσους φόρους. Ταυτόχρονα, το 64% των πολιτών εκτιμά πως η οικονομική του κατάσταση θα επιδεινωθεί ελαφρά ή αισθητά το 2025, ενώ το 58% προβλέπει περαιτέρω επιδείνωση στο άμεσο μέλλον. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τους εισηγητές του προσχεδίου του Κρατικού Προϋπολογισμού 2026, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε σημείο αναφοράς για τη σταθερότητα και τη συνέπεια της οικονομικής της πολιτικής, αφού η διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας, σε συνδυασμό με τη συνέχιση των επενδύσεων και των διαρθρωτικών αλλαγών, αποτελεί το έναυσμα για βιώσιμη ανάπτυξη και ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων των πολιτών (!!!).

Σύμφωνα με τις βασικές μακροοικονομικές προβλέψεις του προϋπολογισμού για το 2026 ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας αναμένεται να ανέλθει σε 2,4% το 2026, έναντι 2,2% το 2025 και το ονομαστικό ΑΕΠ από τα 249,6 δισ. ευρώ το 2025 θα φτάσει σε 260,9 δισ. ευρώ το 2026. Ο πληθωρισμός προβλέπεται πως θα μειωθεί στο 2,2% το 2026 από 2,6% που εκτιμάται πως θα κλείσει το 2025, ωστόσο εξακολουθεί να «ροκανίζει» την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να μειωθεί στο 8,6%, από το 9,1% του 2025, όμως η ποιότητα της απασχόλησης –μερική απασχόληση, εποχικότητα, χαμηλοί μισθοί– εξακολουθεί να χειροτερεύει. Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης από το εκτιμώμενο 3,6% του ΑΕΠ του 2025 θα ανέλθει στο 2,8% το 2026, ενώ το δημόσιο χρέος, από 145,4% του ΑΕΠ το 2025 ή 362,8 δις ευρώ, προβλέπεται πως θα μειωθεί στο 137,6% ή 359 δις ευρώ. Επίσης, ο ρυθμός μεταβολής των επενδύσεων, καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας της οικονομικής ανάπτυξης, προβλέπεται να αυξηθεί από 4,5% το 2024 σε 5,7% το 2025 και στο θηριώδες 10,2% το 2026 (!!!), ή με άλλα λόγια η Ελλάδα αναμένεται να «τρέξει» επενδύσεις περίπου 4-5 φορές ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (1,3% για το 2025 και 2,2% για το 2026).

Τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού σε δημοσιονομική βάση, προβλέπεται να διαμορφωθούν το 2026 στο ποσό των 79,947 δις ευρώ, αυξημένα κατά 3,121 δις ευρώ ή 4,1% έναντι της εκτίμησης του 2025, προερχόμενα κυρίως από τους φόρους, αφού οι τελευταίοι αναμένεται να ανέλθουν στο ύψος των 73,527 δις ευρώ, αυξημένοι κατά 2,649 δις ευρώ ή 3,7% έναντι του 2025 (!!!). Αντίστοιχα, οι συνολικές δαπάνες του προϋπολογισμού για το έτος 2026 προβλέπεται ότι θα διαμορφωθούν σε 86,529 δις ευρώ, αυξημένες κατά 5,074 δις ευρώ σε σχέση με την αντίστοιχη εκτίμηση του 2025, συμπεριλαμβανομένων των γλίσχρων φορολογικών ελαφρύνσεων ύψους 1,8 δις ευρώ που εξαγγέλθηκαν στη ΔΕΘ.

ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ, ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΚΑΙ ΑΔΙΚΙΕΣ
Ωστόσο, παρότι η κυβέρνηση χαρακτηρίζει το προσχέδιο ως «ρεαλιστικό και αναπτυξιακό», η αντιπολίτευση και αρκετοί οικονομικοί σχολιαστές επισημαίνουν αδυναμίες και κινδύνους που αποσιωπώνται. Συγκεκριμένα, έντονες είναι οι αμφιβολίες σχετικά με τη θεμελιακή βάση επιτυχίας του σχεδίου που είναι η τεράστια αύξηση των επενδύσεων. Για το 2026 προβλέπονται 7,219 δισ. ευρώ για έργα του ΤΑΑ (εθνική συμμετοχή για την εκταμίευση της τελευταίας δόσης από την ΕΕ), 6,2 δισ. ευρώ για συγχρηματοδοτούμενα έργα και 3,3 δισ. ευρώ αποκλειστικά από εθνικούς πόρους. Καθώς το πρόγραμμα λήγει το 2025, το υπουργείο ζητά από τους φορείς υλοποίηση τουλάχιστον του 95% των έργων ως τις 30 Νοεμβρίου για να μην χαθούν κοινοτικά κονδύλια. Σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις αρχές Σεπτεμβρίου 2025 η χώρα είχε εκπληρώσει το 60% των οροσήμων και των στόχων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης «Ελλάδα 2.0», ενώ η τελική προθεσμία είναι η 31η Αυγούστου 2026. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, απομένουν περίπου 234 ορόσημα από το σύνολο των 373 οροσήμων του σχεδίου (209 επενδύσεις + 164 μεταρρυθμίσεις). Πολλά έργα βρίσκονται ακόμα σε περίοδο διαγωνισμών ή πρώιμης υλοποίησης, μεταξύ τους παρεμβάσεις σε υγεία, κράτος, ψηφιακό μετασχηματισμό και πράσινη μετάβαση. Οποιαδήποτε καθυστέρηση μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια μέρους των κονδυλίων, καθώς η τελική προθεσμία είναι αυστηρή. Επιπλέον, ανησυχία προκαλεί η υποχώρηση των άμεσων ξένων επενδύσεων σε ακίνητα, οι οποίες σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, το πρώτο εξάμηνο του 2025 μειώθηκαν κατά 17,8% — στα 938 εκατ. ευρώ από 1,14 δισ. ένα χρόνο πριν. Πρόκειται για την πρώτη ουσιαστική μείωση μετά από πέντε χρόνια ανόδου, σε έναν κλάδο που αποτέλεσε βασικό μοχλό της οικονομικής ανάκαμψης, μαζί με τον τουρισμό. Παράλληλα, η οικοδομική δραστηριότητα υποχωρεί με διψήφια ποσοστά σε άδειες, επιφάνεια και όγκο.

Ορισμένοι φορείς σημειώνουν πως ο προϋπολογισμός, εκτός από υπεραισιόδοξος, είναι και άδικος, αφού η αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά 1,6 δισ. ευρώ το 2026 θα επιβαρύνει δυσανάλογα τους χαμηλόμισθους και τους συνταξιούχους, καθώς η αναλογία έμμεσης και άμεσης φορολογίας παραμένει δυσμενής, ενώ παράλληλα παραβλέπεται ή αγνοείται η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών καθώς και η αύξηση των οφειλών τους προς το δημόσιο.

Ο προϋπολογισμός δέχεται κριτική για τις περιορισμένες, σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες, δαπάνες για τους τομείς κοινωνικής αναπαραγωγής, όπως η υγεία και η παιδεία. Για παράδειγμα, ενώ αποτελεί κοινή παραδοχή πως τα υποστελεχωμένα από ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό νοσοκομεία και δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας της χώρας δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των ασθενών, τα ποσά που προβλέπει ο προϋπολογισμός για την υγεία, αν και είναι μεγαλύτερα από το 2025 κατά 237 εκατ. ευρώ, όχι μόνο δεν αρκούν, αλλά θα κατευθυνθούν στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, προκειμένου να μην οδηγηθεί η χώρα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και υποστεί κυρώσεις. Την ίδια ώρα, το εύρος των αμυντικών δαπανών που σχεδιάζει η Ελλάδα για τα επόμενα χρόνια. εκτιμώνται σε 1,7 δισ. ευρώ το 2025, ενώ για το 2026 προβλέπεται να φτάσουν τα 2,3 δισ. ευρώ, ενώ οι συνολικές αγορές πάγιου εξοπλισμού υπολογίζονται στα 1,88 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 0,3% του ΑΕΠ, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Συνοψίζοντας, δύο είναι τα βασικά ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν: το πρώτο αφορά στη ρεαλιστικότατα των προβλέψεων του προϋπολογισμού και το δεύτερο σχετίζεται με την επάρκειά του στην κάλυψη των κοινωνικών αναγκών. Αναφορικά με το πρώτο, ακόμα και αν ξεπεραστούν οι διαχρονικές παθογένειες στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής και η χώρα πετύχει το επενδυτικό θαύμα που απαιτείται, και αν εκλείψουν οι κίνδυνοι των εξωγενών παραγόντων, δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι οικονομικές επιλογές των συντακτών του προϋπολογισμού κινούνται στα πλαίσια των συνηθισμένων διαχειριστικών πολιτικών, εντός των ορίων της δημοσιονομικής πειθαρχίας, χωρίς σαφές σχέδιο αναδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης μιας διαρθρωτικά στρεβλής οικονομίας. Όσον αφορά τον κοινωνικό του χαρακτήρα, όχι μόνο δεν μπορεί, αλλά και δεν επιδιώκει να ανακουφίσει τα πολύπαθα νοικοκυριά. Αντιθέτως…

Έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών 2024: Δεκαεφτά χρόνια φαγούρα…

Σύμφωνα με την έκθεση της ΤτΕ, η ελληνική οικονομία το 2024 αναπτύχθηκε με ικανοποιητικό ρυθμό, σημαντικά υψηλότερο του αντίστοιχου της Ευρωζώνης για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ σε πραγματικούς όρους ανήλθε σε 2,3% (στα ίδια επίπεδα με το 2023) και ήταν περίπου 2,5 φορές μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο ρυθμό της Ευρωζώνης. Κατά την ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 το ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές ανήλθε στα 237,573 εκατ. ευρώ (201,459 εκατ. ευρώ σε σταθερές) έναντι 225,197 εκατ. ευρώ το 2023 (196,984 εκατ. ευρώ σε σταθερές τιμές). Ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή υποχώρησε στο 3% –από 4,2% το 2023– έναντι 2,4% του αντίστοιχου μέσου όρου της Ευρωζώνης. Η μείωση αυτή, ωστόσο, απλώς σταθεροποίησε την υψηλή αξία (ακρίβεια) των αγαθών και υπηρεσιών στην χώρα. Το πρωτογενές αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης το 2024 διαμορφώθηκε με υπερ-πλεόνασμα 11.401 εκατ. ευρώ (ισοδύναμου με το 4,8% του ΑΕΠ) έναντι στόχου 4.635 εκατ. ευρώ (ή 2,5% του ΑΕΠ) ως αποτέλεσμα της αύξησης των φορολογικών εσόδων και της μείωσης των δαπανών (από 49,51% του ΑΕΠ το 2023 στο 47,98% το 2024). Όπως συμπεραίνουν οι οικονομικοί μας ταγοί, οι διεθνείς οργανισμοί και οι οίκοι αξιολόγησης, η ελληνική οικονομία το 2024 αναπτύχθηκε με ικανοποιητικό ρυθμό, σημαντικά υψηλότερο του αντίστοιχου της Ευρωζώνης για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά. Ωστόσο, η αξιοπιστία των μεθόδων έρευνας της κεντρικής μας στατιστικής υπηρεσίας επισημαίνουμε ότι αφενός αμφισβητείται από άλλους συστημικούς οικονομικούς παράγοντες και αφετέρου πως λανθάνει μια υπόνοια υπερεκτίμησης της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας στην κριτική τους. Παρ’ όλα αυτά, και ελλείψει άλλων στοιχείων, είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθήσουμε τα επίσημα στοιχεία των κρατικών υπηρεσιών. Βάσει αυτών λοιπόν, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 η αγορά εργασίας βελτιώθηκε σημαντικά, αφού η ανεργία το 2024 μειώθηκε στο 10,1% έναντι 11,1% το 2023, αν και το μέγεθός της παραμένει το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ.

Μετά από επεξεργασία των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ και του ΕΦΚΑ, προκύπτει ότι ο πραγματικός μέσος τακτικός μισθός το 2024 ανήλθε στα 956 ευρώ έναντι 1.232 ευρώ το 2011, 1.156 ευρώ το 2012, 983 ευρώ το 2015, 909 ευρώ το 2018 και 953 ευρώ το 2021. Με άλλα λόγια, η απόλυτη μεταβολή μεταξύ 2011 και 2024 ήταν 276 ευρώ λιγότερα ή μείωση κατά 22,4%. Σε ό,τι αφορά τον πραγματικό κατώτατο μισθό, σημειώνουμε ότι από τα 732 ευρώ το 2011 έπεσε στα 563 ευρώ το 2012, όπου και παρέμεινε ως το 2015, το 2018 ανήλθε στα 580 ευρώ, το 2021 στα 642 ευρώ και το 2024 στα 704 ευρώ, μειωμένος δηλαδή κατά 28 ευρώ συγκριτικά με το 2011 ή κατά 3,8%. Μάλιστα, εφόσον τα μισθωτά εισοδήματα υπολογιστούν με όρους αγοραστικής δύναμης, σύμφωνα με τη Eurostat, η Ελλάδα βρίσκεται 30% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και στην προτελευταία θέση της σχετικής κατάταξης στην ΕΕ.

Μέσο επίπεδο δαπανών
Τα προαναφερθέντα δεδομένα αποτυπώνονται με εμφατικό τρόπο –ακόμα μία χρονιά δυστυχώς– στα ευρήματα της ετήσιας Έρευνας των Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024. Σύμφωνα με αυτήν, επί δείγματος 6.198 ιδιωτικών νοικοκυριών στο σύνολο της χώρας η μέση ετήσια δαπάνη τους για αγορές λιανικής ανήλθε στα 20.694,48 ευρώ ή στα 1.724,54 ευρώ τον μήνα, εμφανίζοντας ετήσια αύξηση 3,6% σε τρέχουσες τιμές συγκριτικά με το 2023, οπότε ήταν 1.663,82 ευρώ τον μήνα. Σε σταθερές τιμές η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 1% ή κατά 213,55 ευρώ, λόγω της επίδρασης του πληθωρισμού, που σύμφωνα με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, το 2024 ήταν 2,6%.

Η μέση ετήσια δαπάνη για κάθε άτομο ανήλθε στα 8.740,20 ευρώ, αυξημένη κατά 3,7% ή κατά 310,68 ευρώ συγκριτικά με το 2023 (8.429,52 ευρώ). Ωστόσο, για να εκτιμηθεί ολοκληρωμένα η πορεία του επιπέδου κατανάλωσης των νοικοκυριών δεν αρκεί η σύγκριση μόνο με την περσινή χρονιά, αλλά απαιτείται η ένταξη των δαπανών σε μια συγκριτική απεικονιστική σειρά των εν λόγω δαπανών την περίοδο 2008-2024. Σύμφωνα λοιπόν με τα σχετικά αποτελέσματα, η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών πέρυσι ήταν μειωμένη κατά 9,7% συγκριτικά με το 2010 (1.910,45 ευρώ) και κατά 16,6% συγκριτικά με το 2008 (2.067,62 ευρώ)!

Κατανομή των δαπανών
Από τις δεκατρείς κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών που παρακολουθεί η ΕΛΣΤΑΤ, το μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών, σε τρέχουσες τιμές, αφορά τα είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά (20,7%), τη στέγαση (14,4%) και τις μεταφορές (13,3%), ενώ ένα μικρότερο μερίδιο των δαπανών (2,2%) αφορά την ασφάλεια και τις οικονομικές υπηρεσίες. Αναφορικά με τη διαφορά της ποσοστιαίας κατανομής συγκριτικά με τις τιμές του 2023, έξι κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών παρουσίασαν ποσοστιαία μείωση [η μεγαλύτερη στα είδη διατροφής (-0.3%) και οι μικρότερες στα οινοπνευματώδη, τις μεταφορές και τον ατομικό ευπρεπισμό (-0,1%) ], τρεις κατηγορίες είχαν μηδενική μεταβολή (υγεία, εκπαίδευση και ασφάλεια), ενώ τέσσερις κατηγορίες παρουσίασαν μικρή αύξηση δαπανών [ένδυση, αναψυχή και εστιατόρια (0,3%) και στέγαση (0,2%)]. Σε ό,τι αφορά τις δαπάνες για είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά, το 21,3% αφορά τα κρεατικά, το 15,9% τα γαλακτοκομικά, το 14% τα λαχανικά και το 13,6% το αλεύρι και τα παρασκευάσματά του. Οι υπόλοιπες κατηγορίες καταλαμβάνουν μικρότερο μερίδιο στη μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών: φρούτα 7,9%, ψάρια 7%, έλαια και λίπη 5,8% –τη μικρότερη δαπάνη καταλαμβάνει ο καφές με μερίδιο 2,7%. Συγκριτικά με την αντίστοιχη έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2023, διαπιστώθηκε αύξηση της μέσης μηνιαίας δαπάνης σε τρέχουσες τιμές στα έλαια και λίπη (12,6%), στα ψάρια (9,3%), στα φρούτα (4,8%), σε ζάχαρη, μαρμελάδες, μέλι, σιρόπια, σοκολάτα (4,5%), σε μεταλλικά νερά, αναψυκτικά, χυμούς φρούτων και λαχανικών (3,6%), στα λαχανικά (3,3%), στο κρέας (3%) και σε καφέ, τσάι και κακάο (2,8%). Αντίθετα, μείωση της μέσης μηνιαίας δαπάνης σε τρέχουσες τιμές διαπιστώθηκε στα λοιπά είδη διατροφής (-11,9%), στα γαλακτοκομικά και τα αυγά (-1,7%) και σε αλεύρι, ψωμί, δημητριακά (-0,8%). Ως μεταβολή στη μέση μηνιαία κατανάλωση των ειδών διατροφής η μεγαλύτερη μείωση εντοπίστηκε στο ελαιόλαδο και ήταν της τάξης του 13,9%, φυσικά λόγω των τεράστιων αυξήσεων της τιμής του πέρυσι. Στις υπόλοιπες κατηγορίες της ομάδας των ειδών διατροφής μειώσεις ποσοτήτων καταγράφηκαν στα αυγά κατά 5,6%, στα οινοπνευματώδη ποτά κατά 5,5%, στα τσιγάρα κατά 4,2%, στο ψωμί και τα είδη αρτοποιίας κατά 3,7%, στο γάλα κατά 3,6%, στα φρούτα κατά 1,7%, στα λαχανικά κατά 0,8% και στο τυρί κατά 0,6%. Η μέση μηνιαία ποσότητα αυξήθηκε στις εξής προϊοντικές κατηγορίες της ομάδας ειδών διατροφής και οινοπνευματωδών: Στα ψάρια κατά 6,2%, στο γιαούρτι κατά 3,6%, στα ζυμαρικά κατά 0,7%, στο ρύζι κατά 0,5% και στο κρέας κατά 0,4%. Αναφορικά με τη μέση καταλισκόμενη μηνιαία ποσότητα ενέργειας στην κύρια κατοικία των νοικοκυριών, αύξηση διαπιστώθηκε στην ηλεκτρική ενέργεια κατά 8,3% και μείωση σε όλες τις άλλες κατηγορίες ενέργειας, δηλ. σε στερεά καύσιμα (καυσόξυλα, πέλετ, πυρήνα κ.ά.) κατά16,2%, φυσικό αέριο κατά 14,8%, υγρά καύσιμα κατά 8,3% και υγραέριο κατά 0,1%.

Πρότυπα κατανάλωσης
Ο τρόπος με τον οποίο τα νοικοκυριά κατανέμουν τις μηνιαίες δαπάνες τους για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών συγκροτεί συγκεκριμένα πρότυπα κατανάλωσης. Η κατηγοριοποίησή τους γίνεται βάσει του τύπου νοικοκυριού από άποψη ηλικίας, αριθμού μελών και εισοδήματος, όπως και του βαθμού αστικότητας των περιοχών εγκατάστασής τους. Συγκεκριμένα, τα νοικοκυριά του ενός ατόμου κάτω των 65 ετών δαπανούν κατά μέσο όρο 1.450,45 ευρώ ή το 84,1% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της χώρας, ενώ τα αντίστοιχα νοικοκυριά των ηλικίας 65 και άνω ατόμων δαπανούν 851,44 ευρώ ή το 49,5% της μέσης δαπάνης. Επίσης, τα νοικοκυριά ζευγών χωρίς παιδιά δαπανούν 1.546,34 ευρώ ή το 89,7% της μέσης δαπάνης, εκείνα των ζευγαριών με ένα παιδί έως 16 ετών δαπανούν κατά μέσο όρο το 147,4% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της χώρας, ενώ με δύο παιδιά έως 16 χρονών δαπανούν 2.537,53 ευρώ ή το 147,1% της μέσης δαπάνης.

Με κριτήριο τη θέση στην εργασιακή διαδικασία του επικεφαλής του νοικοκυριού, τα νοικοκυριά με υπεύθυνο μισθωτό δαπανούν 2.071,30 ευρώ ή το 120,1% της μέσης δαπάνης των νοικοκυριών, ενώ εκείνα με υπεύθυνο αυτοαπασχολούμενο εργοδότη μισθωτών δαπανούν 3.933,88 ευρώ ή το 228,1% της μέσης δαπάνης. Η δαπάνη των νοικοκυριών με υπεύθυνο οικονομικά μη ενεργό ή άνεργο δαπανούν κατά μέσο όρο 1.227,20 ευρώ ή το 71,2% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της χώρας. Η τελευταία διαφέρει και ανάλογα με την ηλικία του υπευθύνου του νοικοκυριού, οπότε φαίνεται ότι όταν αυτός είναι ηλικίας 35-44 ετών το νοικοκυριό του δαπανά κατά μέσο όρο τα περισσότερα, και συγκεκριμένα το 133,6% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της χώρας (128,5% το 2023). Τα νοικοκυριά με τη μικρότερη ποσοστιαία συμμετοχή δαπανών (58,5%) ήταν πέρυσι αυτά των ηλικίας 75 ετών και άνω υπευθύνων (61,2% το 2023), όχι βεβαίως γιατί οι ανάγκες τους μειώθηκαν, αλλά γιατί οι συντάξεις τους εξακολούθησαν να είναι πενιχρές. Όντως, βάσει των στοιχείων της Έκθεσης του Υπουργείου Εργασίας (ΗΔΙΚΑ-Π/Σ «ΗΛΙΟΣ») τον Σεπτέμβριο πέρυσι προκύπτει ότι επί του συνόλου των συνταξιούχων (2.497.120 άτομα τον Σεπτέμβριο του 2024) συντάξεις έως 1.000 ευρώ μεικτά ελάμβαναν 1.427.914 συνταξιούχοι (57,1% επί του συνόλου τους), συντάξεις έως 700 ευρώ μεικτά ελάμβαναν 954.067 συνταξιούχοι (ποσοστό αντίστοιχα 38,2%), συντάξεις έως 500 ευρώ μεικτά(!) ελάμβαναν 492.324 συνταξιούχοι (ποσοστό 19,7%).

Τα νοικοκυριά των αγροτικών περιοχές δαπανούν κατά μέσο όρο 1.296,41 ευρώ το μήνα, ενώ των αστικών περιοχών 1.821,26 ευρώ. Επομένως, τα νοικοκυριά των αγροτικών περιοχών δαπανούν κατά μέσο όρο 28,8% λιγότερα από εκείνα των αστικών περιοχών. Τα νοικοκυριά της Περιφέρειας Αττικής δαπανούν κατά μέσο όρο το 117,7% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της χώρας, ενώ εκείνα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος το 68,7% αντίστοιχα. Το 2024 συγκριτικά με το 2023 τα νοικοκυριά της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας αύξησαν τις δαπάνες τους μεσοσταθμικά κατά 9,8%, ενώ εκείνα της Περιφέρειας Πελοποννήσου κατά 1,4%.

Συνθήκες διαβίωσης, ανισότητες και κίνδυνος φτώχειας
Σύμφωνα με την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών της ΕΛΣΤΑΤ, πέρυσι ο πληθυσμός που βρέθηκε σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ανήλθε στο 26,9% του γενικού πληθυσμού της χώρας (δηλ. στα 2.740.051 άτομα), αυξημένος κατά 0,8% συγκριτικά με το 2023 (26,1%). Η αύξηση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (δείκτης που συντίθεται από τους επιμέρους δείκτες του κινδύνου φτώχειας, της υλικής και κοινωνικής στέρησης και της χαμηλής έντασης εργασίας) οφείλεται στην αύξηση του ποσοστού κινδύνου φτώχειας στο 19,6% πέρυσι έναντι 18,9% το 2023 (18,8% το 2022, 19,6% το 2021 και 17,7% το 2020) και της υλικής και κοινωνικής στέρησης στο 14% το 2024 έναντι 13,5% το 2023.

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, σε ό,τι αφορά την οικονομική ανισότητα στη χώρα ο δείκτης κατανομής του εισοδήματος (S80/S20) ανήλθε πέρυσι στο 5,27, δηλαδή το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ήταν 5,27 φορές μεγαλύτερο του μεριδίου του εισοδήματος του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. Η εν λόγω ένδειξη εμφανίζει την Ελλάδα ως μία εκ των ευρωπαϊκών χωρών με την μεγαλύτερη ανισότητα πλούτου, πράγμα που ανακλάται και στον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουν τα νοικοκυριά. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την έρευνα των οικογενειακών προϋπολογισμών, το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης (αγορές σε τρέχουσες τιμές) του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,68 φορές μεγαλύτερο του μεριδίου της μέσης ισοδύναμης δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσμού (5,64 το 2023). Τα νοικοκυριά του φτωχότερου 20% του πληθυσμού αύξησαν τις δαπάνες τους συγκριτικά με το 2023 κατά 4,8%, ενώ τα νοικοκυριά του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού κατά 5,4%. Το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης για είδη διατροφής των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανήλθε στο 33,5% των δαπανών των νοικοκυριών, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανήλθε στο 12,7%. Η μέση μηνιαία ισοδύναμη δαπάνη των φτωχών νοικοκυριών σταθμίστηκε στο 32,2% των δαπανών των μη φτωχών νοικοκυριών. Τα φτωχά νοικοκυριά φαίνεται ότι δαπανούν το 33,7% του μέσου προϋπολογισμού τους σε είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά, ενώ τα μη φτωχά δαπανούν αντίστοιχα το 19,7%. Συνολικά τα φτωχά νοικοκυριά δαπανούν το 69,3% του μέσου προϋπολογισμού τους για την κάλυψη των βασικών αναγκών κοινωνικής αναπαραγωγής (διατροφή, ένδυση, υγεία, εκπαίδευση, στέγαση), ενώ τα μη φτωχά το 54,1%.

Εν κατακλείδι, με βάση τα ευρήματα της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, επαναεπιβεβαιώνεται η διαπίστωση των τελευταίων 17 χρόνων, πως οι αποκλίσεις των δαπανών των νοικοκυριών για την κοινωνική αναπαραγωγή τους απέχουν πολύ από το επίπεδο των σύγχρονων αναγκών τους, αλλά και από το επίπεδο των δαπανών των πρώτων χρόνων της οικονομικής κρίσης. Η συνθήκη αυτή μπορεί να φαντάζει κοινότοπη, προβαλλόμενη διαχρονικά από τους ταγούς μας ως «φυσική» κατάσταση, όμως δεν είναι. Αντίθετα, αποτυπώνει παραστατικά όχι μόνο το μέγεθος του προβλήματος ποιοτικής επιβίωσης των νοικοκυριών, αλλά και την αναποτελεσματικότητα των οικονομικών πολιτικών ενίσχυσής τους.

Πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο ΕΕ 2028-2034: Προϋπολογισμός πολέμου, στρατηγική πυγμής

Τον Μάιο φέτος η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε στη δημοσιότητα πέντε κείμενα στρατηγικής σημασίας για το πολιτικοοικονομικό και στρατιωτικό μέλλον της ΕΕ. Βάσει αυτών, τον Ιούλιο παρουσίασε την πρότασή της για ένα «φιλόδοξο και δυναμικό ΠΔΠ για την περίοδο 2028-2034». Σύμφωνα με την πρόεδρο της επιτροπής, κ. φον ντερ Λάιεν, «ο νέος μακροπρόθεσμος προϋπολογισμός μας θα συμβάλει στην προστασία των Ευρωπαίων πολιτών, στην ενίσχυση του κοινωνικού μοντέλου της Ευρώπης και στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Σε μια εποχή γεωπολιτικής αστάθειας, ο προϋπολογισμός θα επιτρέψει στην Ευρώπη να διαμορφώσει το πεπρωμένο της, σύμφωνα με το όραμα και τα ιδανικά της. Ένας προϋπολογισμός που στηρίζει την ειρήνη και την ευημερία και προωθεί τις αξίες μας είναι το καλύτερο εργαλείο που μπορούμε να έχουμε σε αυτούς τους αβέβαιους καιρούς». Η δήλωση αυτή αποτελεί το δίχως άλλο επιτομή παραδοξολογίας, καθώς στο όνομα της ειρήνης και των ευρωπαϊκών αξιών προτείνεται ένας επταετής προϋπολογισμός γενναιόδωρος στις πολεμικές δαπάνες και φειδωλός στις κοινωνικές.

ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΠΔΠ
Το νέο ΠΔΠ επιχειρεί να απαντήσει σε έναν αυξανόμενο αριθμό συστημικών γεωπολιτικών και οικονομικών προκλήσεων στους τομείς της άμυνας, της ασφάλειας, της μετανάστευσης, της ανταγωνιστικότητας, της ενέργειας και της ανθεκτικότητας στην κλιματική αλλαγή. Τα βασικά του στοιχεία αφορούν: Πρώτον, στην έκτασή του, αφού η αξία του ανέρχεται σχεδόν σε δύο τρισεκατομμύρια ευρώ ή στο 1,26% του προϋπολογιζόμενου μέσου ΑΕΠ της ΕΕ την επταετία 2028-2034. Δεύτερον, στη νέα του αρχιτεκτονική, που προβλέπει τη συγχώνευση περισσότερων από πενήντα υφιστάμενων προγραμμάτων σε τρεις πυλώνες: των Εθνικών και Περιφερειακών Σχεδίων Εταιρικής Συνεργασίας που θα απορροφήσουν το 70% του προϋπολογισμού, του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας και των Ενισχυμένων Εξωτερικών Δράσεων. Και τρίτον, στην “ευελιξία” και στην “απλούστευση”, προκειμένου η Ευρώπη να μπορεί να ενεργεί και να αντιδρά γρήγορα όταν οι περιστάσεις αλλάζουν απροσδόκητα ή απαιτείται αναπροσαρμογή των πολιτικών προτεραιοτήτων.

Οι βασικές προτεραιότητες του νέου ΠΔΠ αφορούν την ενίσχυση της κοινοτικής άμυνας, την αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών, τη χρηματοδότηση της “Εξωτερικής Δράσης”, την προώθηση της ανταγωνιστικότητας και της έρευνας, την ενίσχυση της Παιδείας και την προώθηση του Πολιτισμού, την προστασία της γεωργίας και την ενεργοποίηση ενός αξιόπιστου Μηχανισμού Κρίσεων. Για την άμυνα και την ασφάλεια προτείνεται ο πενταπλασιασμός(!) των επενδυτικών δαπανών συγκριτικά με το προηγούμενο ΠΔΠ, καθώς μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας θα διατεθούν 131 δισ. ευρώ έναντι των 25-30 δισ. ευρώ του τρέχοντος, ενώ οι πόροι για το σκέλος της στρατιωτικής κινητικότητας (μηχανισμός «Συνδέοντας την Ευρώπη») θα δεκαπλασιαστούν, προκειμένου να στηριχθούν επενδύσεις σε υποδομές “διπλής χρήσης” (δηλ. παράλληλα με τις μη στρατιωτικές) προς ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας, των υποδομών και της ανάπτυξης του τομέα της άμυνας συνολικά. Επιπλέον, πρόκειται να διατεθούν πρόσθετοι πόροι έως 800 δις. ευρώ μέσω του πλάνου “Readiness 2030” (πρώην Rearm Europe). Η άντληση των χρημάτων θα γίνει, όχι μόνο μέσω του κοινού EU προϋπολογισμού, αλλά και της ενεργοποίησης της «έκτακτης ρήτρας» του Συμφώνου Σταθερότητας, της χορήγησης κοινών δανείων άμυνας έως 150 δισ. ευρώ και της εναρμόνισης των επιχορηγήσεων από συνεκτικά ταμεία και επενδυτικές τράπεζες. Επίσης, το νέο ΠΔΠ συγκριτικά με το τρέχον προβλέπει τον τριπλασιασμό της χρηματοδότησης για τη διαχείριση της μετανάστευσης, την ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ και την υπεράσπιση της εσωτερικής ασφάλειας –συνεπώς η μετανάστευση των απανταχού κυνηγημένων από τον πόλεμο, την πείνα και την κλιματική κρίση χρήζει πλουσιοπάροχες επενδύσεις όχι για την αντιμετώπιση των αιτίων της, αλλά για την ανάσχεσή της…!

Στο νέο ΠΔΠ προβλέπεται η χρηματοδότηση ενισχυμένων πολιτικών “εξωτερικής δράσης”, προκειμένου αυτή να ανταποκρίνεται σε μια περισσότερο στρατηγική και αποτελεσματική προσέγγιση στα πεδία της διεύρυνσης, των εταιρικών σχέσεων και της διπλωματίας, σύμφωνα με τα στρατηγικά συμφέροντα της ΕΕ. Μεταξύ άλλων, μέσω του μηχανισμού Global Europe, για τις ανάγκες του οποίου προβλέπεται χρηματοδότηση ύψους 200 δισ. ευρώ, θα κινητοποιηθούν 100 δισ. ευρώ προς ενίσχυση της Ουκρανίας.

Σύμφωνα με τις συστάσεις των εκθέσεων Letta και Draghi, η προώθηση της ευημερίας της ΕΕ μέσω της ανάπτυξης της ανταγωνιστικότητας, της έρευνας και της καινοτομίας θα υλοποιηθεί μέσω ενός νέου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας, ύψους 409 δις ευρώ. Το νέο ΠΔΠ εστιάζεται στην υποστήριξη της “καθαρής μετάβασης και απανθρακοποίησης” (67 δισ. ευρώ), της ψηφιακής μετάβασης (55 δισ. ευρώ), της Υγείας, της βιοτεχνολογίας, της γεωργίας και της βιοοικονομίας (23 δισ. ευρώ). Ωστόσο, ενδεικτικό του τρόπου που αντιλαμβάνεται η Κομισιόν τη στήριξη της Υγείας είναι ότι, ενώ το τρέχον ΠΔΠ είχε διαθεσιμότητα (μέσω του EU4Health) περίπου 5,1 δισ. ευρώ, στο νέο πρόγραμμα δεν υπάρχει ανεξάρτητο κονδύλι(!), ενώ υπάρχουν ανησυχίες ότι η υγεία ενδέχεται να “κοπεί” ή να μην έχει την ίδια βαρύτητα όπως πριν. Αναφορικά με την έρευνα, οι επενδύσεις στο αναγνωρισμένο ερευνητικό πλαίσιο Horizon Europe προβλέπεται ότι θα διπλασιαστούν, ανερχόμενες στα 175 δισ. ευρώ. Στον τομέα της εκπαίδευσης ο προϋπολογισμός θα επενδύσει στους τομείς των δεξιοτήτων (ενισχυμένο πρόγραμμα Erasmus+ περίπου 40,8 δις ευρώ), του πολιτισμού, των μέσων ενημέρωσης και των αξιών της δημοκρατίας, της ισότητας και του κράτους δικαίου (πρόγραμμα AgoraEU περί τα 8,6 δισ. ευρώ). Ωστόσο, το τρέχον πρόγραμμα κοινωνικής επένδυσης και προστασίας για απασχόληση, κοινωνική ένταξη, εκπαίδευση, νέες δεξιότητες, καινοτομία και στήριξη των πιο ευάλωτων ομάδων (ESF+ 99 δις ευρώ), καταργείται!

Οι δαπάνες για τη γεωργία και την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) στο νέο προγραμματισμό προβλέπονται δραστικά μειωμένες, από 32% στο 16,5% του συνολικού προϋπολογισμού της ΕΕ. Ειδικότερα, σε σύγκριση με το τρέχον ΠΔΠ 2021-2027, στο πλαίσιο του οποίου η ΚΑΠ χορηγείται με 386,6 δισ. ευρώ, η νέα πρόταση μειώνει τη χρηματοδότηση σε πραγματικούς όρους κατά 20%-30%. Επιπλέον η ΚΑΠ δε θα λειτουργεί ως ανεξάρτητο πρόγραμμα δύο πυλώνων (Pillar I & II), καθώς αυτοί θα ενσωματωθούν σε έναν ενιαίο χρηματοδοτικό κορμό εντός των Εθνικών και Περιφερειακών Σχεδίων (NRPP), συνολικού ύψους 865 δισ. ευρώ. Στο ίδιο πλαίσιο, το πρόγραμμα LEADER, οι επενδύσεις στην αγρο-καινοτομία και η υποστήριξη της υπαίθρου μεταφέρονται πλέον στον προαναφερόμενο ενιαίο μηχανισμό. Πολλοί αγροτικοί φορείς, όπως οι Copa Cogeca, Coldiretti κ.ά., ήδη αντιδρούν έντονα επικρίνοντας τη συγχώνευση των πόρων και την υποβάθμιση της ΚΑΠ, χαρακτηρίζοντας την εν λόγω στρατηγική “στρατηγική αφανισμού” ή “εθνικοποίησης” της αγροτικής πολιτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι το νέο σχέδιο προβλέπει μόλις 300 δισ. ευρώ για την άμεση στήριξη των γεωργών σε περιπτώσεις κρίσεων, με μέγιστο ετήσιο όριο πληρωμών τα 100.000 ευρώ ανά αγρότη.

Σύμφωνα με την Κομισιόν, όλες οι προαναφερόμενες δράσεις δε θα χρηματοδοτηθούν από την αύξηση των εθνικών εισφορών αλλά από νέες πηγές εσόδων, όπως οι φόροι για τις εκπομπές αερίων και οι φόροι στα προϊόντα καπνού, στα ηλεκτρονικά απόβλητα και στις επιχειρήσεις ετήσιου κύκλου εργασιών άνω των 100 εκατ. ευρώ.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΠΥΓΜΗΣ
Η πρόταση της Κομισιόν για το νέο ΠΔΠ 2028-2034 συγκεντρώνει πολλές κριτικές έως και οργισμένες αντιδράσεις, που εστιάζονται στη μη διασφάλιση των εσόδων και της δημοκρατικής λογοδοσίας, στη μακρά διάρκεια του προγράμματος, αλλά και στην αμφισβήτηση της σύνδεσης των κονδυλίων με το κράτος δικαίου. Εν κατακλείδι το νέο ΠΔΠ είναι ένας προϋπολογισμός πολεμικής προετοιμασίας, αφού οι στρατιωτικές δαπάνες εκτοξεύονται, ενώ οι δαπάνες κοινωνικής αναπαραγωγής όχι μόνο μειώνονται, αλλά η χρηματοδότηση του προγράμματος προκύπτει από νέους φόρους. Δεν είναι διόλου τολμηρό να ειπωθεί ότι η ΕΕ μεροληπτεί απροσχημάτιστα εις βάρος των ευρωπαϊκών κοινωνιών, αφού απαντά στην όξυνση του διεθνούς ανταγωνισμού και των επιμέρους αντιθέσεων και κρίσεων της ολοκλήρωσής της με στρατηγική πυγμής εναντίον τους.

Εξαγωγές τροφίμων-ποτών-καπνού 2013-2024: Διαχρονικά δυναμικός και εξωστρεφής ο κλάδος

Την τελευταία δεκαετία, μάλιστα, αύξησε το εκτόπισμά του στο διεθνές εμπόριο, ενισχύοντας το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας. Το 2023 επί του συνόλου των εξαγώγιμων αγαθών της χώρας
τα μεταποιημένα τρόφιμα κατείχαν μερίδιο 13,4% έναντι 11,2% το 2013, ενώ στο σύνολο των εξαγωγών της μεταποίησης (43,9 δισ. ευρώ) κατείχαν το 15,5%.

Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΟΒΕ για τον κλάδο, το 2023 (τα διαθέσιμα στοιχεία αφορούν το 2021) στο σύνολο των επιχειρήσεων της ελληνικής μεταποίησης η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων και ποτών κατείχε μερίδιο 28,1%, η αξία παραγωγής της ανερχόταν στο 24,4% και η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της στο 26,7%, το μερίδιο του κύκλου εργασιών της έγγιξε το 24,8% και απασχολούσε το 37,3% του συνόλου των απασχολουμένων στη μεταποίηση. Πρόκειται για μια σύγχρονη βιομηχανία, καθώς κατά το 76,2% οι επιχειρήσεις της διακρίνονταν στην καινοτομία και κατά το 30% ανέπτυσσαν δραστηριότητες έρευνας και τεχνολογίας. Κατά τον Σύνδεσμο Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδας (ΣΕΒΕ), πέρυσι τα προϊόντα του διευρυμένου κλάδου «τρόφιμα-ποτά-καπνός-έλαια και λίπη» αποτέλεσαν το 21,5% του συνόλου των εξαγωγών αγαθών της χώρας (10.735,8 εκατ. ευρώ στα 49.902,1 εκατ. ευρώ).

Εξέλιξη και τάσεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, International Trade, επεξεργασμένα από το ΙΟΒΕ, από το 2013 έως το 2023 στο εξωτερικό εμπόριο της μεταποίησης τροφίμων και ποτών διαπιστώθηκε άνοδος 123%, πράγμα που σημαίνει ότι σε μια δεκαετία οι εξαγωγές τους ανήλθαν από τα 3.041 εκατ. ευρώ στα 6.808 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, άνοδος διαπιστώθηκε και στις εισαγωγές του κλάδου κατά 65,2%, οπότε η αξία τους το 2023 διαμορφώθηκε στα 7.923 εκατ. ευρώ έναντι 4.796 εκατ. ευρώ το 2013. Αποτέλεσμα της εντονότερης ανόδου των εξαγωγών έναντι των εισαγωγών ήταν η υποχώρηση του εμπορικού ελλείμματος κατά 36,5%, από τα 1.755 εκατ. ευρώ το 2013 στα 1.115 εκατ. ευρώ το 2023. Σε σύγκριση με το 2022 οι εξαγωγές του κλάδου το 2023 (6,8 δισ. ευρώ) εμφάνισαν άνοδο 12,6%, αλλά άνοδο σημείωσαν και οι εισαγωγές τροφίμων και ποτών (7,9 δισ. ευρώ) κατά 2,2%, με συνέπεια την υποχώρηση του εμπορικού ελλείμματος κατά 34%. Ενδεικτική του εξαγωγικού προσανατολισμού της εγχώριας βιομηχανίας είναι η αυξητική τάση του δείκτη εξαγωγών-εισαγωγών, ο οποίος έχει αυξηθεί κατά 23 ποσοστιαίες μονάδες το 2023 συγκριτικά με το 2013, ανερχόμενος στο 86% έναντι 63%.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι εξαγωγές του κλάδου «τρόφιμα και ζώντα ζώα-ποτά-καπνός-λίπη και έλαια» ανήλθαν το μεν 2023 στα 10.336,11 εκατ. ευρώ, το δε 2024 στα 10.746,57 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα οι εισαγωγές του το 2023 ανήλθαν στα 9.969,35 εκατ. ευρώ και το 2024 στα 10.677,86 εκατ. ευρώ. Κατά συνέπεια το εμπορικό πλεόνασμα στον κλάδο το 2023 (366,76 εκατ. ευρώ) διαμορφώθηκε το 2024 στα 68,7 εκατ. ευρώ, μειωμένο συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά κατά 81,3%.

Σύμφωνα με τα ευρήματα του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ), οι εξαγωγές του κλάδου των αγροτικών προϊόντων («τρόφιμα και ζώντα ζώα, ποτά-καπνός-λάδια και λίπη) το 2023 ανήλθαν σε 10.200,9 εκατ. ευρώ, ενώ το 2024 σε 10.573,5 εκατ. ευρώ, εμφανίζοντας ανάπτυξη 3,7%. Αντίστοιχα οι εισαγωγές το 2023 ανήλθαν στα 9.687,3 εκατ. ευρώ και το 2024 στα 10.392,2 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 7,3%. Συνεπώς το εμπορικό πλεόνασμα του κλάδου πέρυσι συγκριτικά με το 2023 μειώθηκε κατά 64,7%.

Με βάση τα δεδομένα του ΣΕΒΕ, το 2023 οι εξαγωγές του κλάδου ανήλθαν στα 10.336,1 εκατ. ευρώ και το 2024 στα 10.735,8 εκατ. ευρώ (τρόφιμα: 8.121,1 εκατ. ευρώ, ποτά-καπνός: 1.374,1 εκατ. ευρώ, λίπη-έλαια: 1.078,2 εκατ. ευρώ), παρουσιάζοντας αύξηση 3,8%. Το δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου φέτος σε σύγκριση με το αντίστοιχο δίμηνο του 2024 ο κλάδος εμφάνισε αύξηση σε απόλυτες τιμές, με άνοδο κατά 177,1 εκατ. ευρώ ή κατά 13,9% στα τρόφιμα και αύξηση κατά 30,3 εκατ. ευρώ ή κατά 14,3% στα ποτά, πράγμα που επιβεβαιώνει τη σταθερή ανάπτυξη του κλάδου τα τελευταία χρόνια στις διεθνείς αγορές.

Σε σχετική έρευνα της διαΝΕΟσις για τον αγροτικό τομέα (ΑΤ) στην Ελλάδα, οι εξαγωγές «τροφίμων-ποτών και ειδών καπνού» (υπερσύνολο των προϊόντων του ΑΤ, στο οποίο όμως ο ΑΤ έχει σημαντικό άμεσο και έμμεσο αποτύπωμα) διατηρούν μια μόνιμα αυξητική πορεία μετά το 2004, με επιταχυνόμενο μάλιστα ρυθμό, η οποία δεν ανακόπηκε την περίοδο της πανδημίας. Το 2023 ξεπέρασαν τα 8,8 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Εθνικής Τράπεζας, οι ελληνικές εξαγωγές το τρίμηνο Νοέμβριος 2024-Ιανουάριος 2025 κατέγραψαν άνοδο 6,7% σε αποπληθωρισμένους όρους. Στην πλειονότητά τους οι κλάδοι της οικονομίας εμφάνισαν άνοδο, με την υψηλότερη δυναμική να εντοπίζεται στα τρόφιμα (18%) που κάλυψαν τα 2/3 της ανόδου (κατά το 1/4 οφείλεται στο ελαιόλαδο, που ανέκαμψε μετά την πτώση το προηγούμενο έτος).

Περί …δημιουργικής ασάφειας
Πριν προχωρήσουμε κρίνουμε αναγκαία την επισήμανση ότι οι διαφορές που καταγράφονται στα στοιχεία που δημοσιεύουν οι διάφοροι ερευνητικοί οργανισμοί για τις επιδόσεις του ελληνικού κλάδου των τροφίμων-ποτών οφείλονται στις διαφορετικές μεθοδολογίες υπολογισμού, στα διαφορετικά δείγματα των ερευνών (π.χ. μόνο μεγάλες ή και μικρές επιχειρήσεις), διαφορετικά κριτήρια κατηγοριοποίησης των προϊόντων και διαφορετικές πηγές (τελωνειακά στοιχεία, δηλώσεις επιχειρήσεων, POS δεδομένα, λιανικές τιμές). Επίσης, ενδέχεται κάθε ερευνητικό κέντρο να αναφέρεται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους αναφοράς (π.χ. κάποια δεδομένα αναφέρονται στο ημερολογιακό έτος, άλλα στο οικονομικό έτος και άλλα σε κυλιόμενους δωδεκάμηνους μέσους όρους). Ένας ακόμη παράγοντας διαφοροποίησης των ευρημάτων σχετίζεται με τις διαφορετικές εμπορικές ή στατιστικές εκτιμήσεις (π.χ. η Enterprise Greece ή ο ΣΕΒΕ συχνά βασίζονται σε εμπορικές προσεγγίσεις, ενώ η ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνει τις ροές βάσει τελωνειακών δηλώσεων). Επιπλέον, μερικές φορές οι εξαγωγές αναφέρονται ως αξία τιμολογίου, με ή χωρίς ΦΠΑ και μεταφορικά. Εξάλλου, η έλλειψη σαφούς διαχωρισμού των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας (άλλοι περιλαμβάνουν μόνο προϊόντα που παράγονται αποκλειστικά για σούπερ μάρκετ, ενώ άλλοι περιλαμβάνουν και προϊόντα χωρίς σαφή εμπορική ταυτότητα που εξάγονται χύμα ή με ουδέτερο branding) και η διαφορετική ερμηνεία του «ελληνικού προϊόντος» (π.χ. αν μια ελληνική εταιρεία εξάγει προϊόντα που παράγονται στην Ιταλία, κάτι που συμβαίνει αρκετά συχνά, κάποιοι οργανισμοί το καταμετρούν στις ελληνικές εξαγωγές επειδή η εταιρεία έχει ελληνικό ΑΦΜ) ολοκληρώνουν τους παράγοντες διαφοροποίησης των στοιχείων για το ίδιο αντικείμενο, πράγμα που συντελεί στη διαμόρφωση μιας ασαφούς εικόνας του στον εκάστοτε ενδιαφερόμενο –ερευνητή, σύμβουλο ή επιχειρηματία και ενδεχομένως την πολιτεία, εφόσον την ενδιέφερε η ανάπτυξη μιας εθνικής εξαγωγικής στρατηγικής…

Μερίδια συμμετοχής στις εξαγωγές ανά προϊόν
Η συνεχής και έντονη άνοδος των εξαγωγών του κλάδου τη δεκαετία 2014-2023 αποτυπώνει την υψηλή και συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση των εγχωρίων μεταποιημένων τροφίμων και ποτών στις διεθνείς αγορές, συνέπεια της ποιότητας και της διαφοροποίησής τους, δίνοντας το στίγμα της προοπτικής του τομέα.

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, το ποσοστό συμμετοχής των επιμέρους κλάδων στο σύνολο των εμπορικών ροών των μεταποιημένων τροφίμων-ποτών το 2023 διαμορφώθηκε ως εξής: Τα «επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά» κατέλαβαν το μεγαλύτερο ποσοστό της αξίας των εξαγωγών (25,6%) και ακολούθησαν τα «έλαια και λίπη» (23,3%), τα «γαλακτοκομικά» (19,6%), τα «άλλα είδη διατροφής» (8,9%), τα «ποτά» (5%), τα «αλευρώδη» (4,9%), τα «προϊόντα αμύλου» (4,2%), το «κρέας» (3,5%), τα «ψάρια» (2,6%) και οι «ζωοτροφές» (1,5%). Οι κλάδοι τροφίμων που εμφάνισαν έλλειμμα το 2023 ήταν του «κρέατος» (1.507,2 εκατ. ευρώ), των «άλλων ειδών διατροφής» (685,7 εκατ. ευρώ), των «ψαριών» (500,1 εκατ. ευρώ), των «ζωοτροφών» (205,9 εκατ. ευρώ), των «ποτών» (167,9 εκατ. ευρώ) και των «προϊόντων αλευρόμυλων» (76,6 εκατ. ευρώ). Πλεονασματικό ήταν το εμπορικό ισοζύγιο στους κλάδους των «φρούτων και λαχανικών» (1.095,5 εκατ. ευρώ), των «ελαίων και λιπών» (818 εκατ. ευρώ), των «γαλακτοκομικών» (162,3 εκατ. ευρώ) και των «προϊόντων αρτοποιίας» (77,3 εκατ. ευρώ). Με βάση τις εμπορικές ροές ανά κλάδο τροφίμων την περίοδο 2017-2023 τα «φρούτα και λαχανικά» παρουσίασαν μια ομαλή αύξηση του πλεονασματικού ισοζυγίου τους, ενώ αρκετά έντονες ήταν οι ροές των πλεονασμάτων των «ελαίων και λιπών» και των «γαλακτοκομικών προϊόντων».

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΣΕΒΕ, το 2024 τα κυριότερα εξαγόμενα προϊόντα περιλάμβαναν: Εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο: 882,9 εκατ. ευρώ, Φέτα: 785,1 εκατ. ευρώ, Ελιές: 767,3 εκατ. ευρώ, Ροδάκινα και νεκταρίνια: 686,8 εκατ. ευρώ, Ροδάκινα και νεκταρίνια: 686,8 εκατ. ευρώ, Γιαούρτι: 477,1 εκατ. ευρώ, Τσιπούρα: 344,5 εκατ. ευρώ, Λαβράκι: 331,4 εκατ. ευρώ, Ακτινίδιο: 308 εκατ. ευρώ, Σιτάρι: 207,5 εκατ. ευρώ και Παρασκευάσματα διατροφής: 186,8 εκατ. ευρώ.

Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, που επεξεργάστηκε ο Σύνδεσμος Ελλήνων Παραγωγών Αποσταγμάτων Αλκοολούχων Ποτών (ΣΕΑΟΠ), ο κλάδος της εγχώριας παραγωγής αλκοολούχων ποτών είχε το 2013 εξαγωγές αξίας 73.657.777 ευρώ, ενώ το 2023 ανήλθαν στα 106.097.595 ευρώ. Την πενταετία 2019-2023 ο κλάδος της ελληνικής παραγωγής αλκοολούχων ποτών εμφάνισε αύξηση των εξαγωγών του σε αξία και σε ποσότητα κατά 39,3% και 5,2% αντίστοιχα.

Το Ινστιτούτο Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών (ΙΕΕΣ) και ο ΣΕΒΕ χαρτογράφησαν την εξαγωγική δραστηριότητα της χώρας την περίοδο 2019-2023 ανά περιφέρεια. Σύμφωνα με τη σχετική έρευνα, το 2023 τα τρόφιμα κατέλαβαν το 17,9% των συνολικών εξαγωγών της χώρας. Σε επίπεδο περιφερειών το 6,6% του εξωτερικού εμπορίου της Αττικής ήταν τρόφιμα, ενώ στην περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 32,8%. Στις υπόλοιπες περιφέρειες τα ποσοστά των εξαγωγών τροφίμων ως μέρος του συνόλου διαμορφώθηκαν ως εξής: 14,2% στην Πελοπόννησο, 17,1% στην Στερεά Ελλάδα, 59,7% στη Θεσσαλία, 28,1% στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, 54,4% στην Κρήτη, 70,8% στη Δυτική Ελλάδα, 65,8% στην Ήπειρο, 1,7% στο Νότιο Αιγαίο, 29,3% στη Δυτική Μακεδονία, 32,3% στα νησιά του Ιονίου και 31,7% στο Βόρειο Αιγαίο.

Οι κύριες αγορές προορισμού
Βάσει των στοιχείων του ΙΟΒΕ, μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της χώρας ως προς τις εξαγωγές τροφίμων-ποτών το 2023 αναδείχθηκε η Ιταλία, αφού το μερίδιο των εγχώριων προϊόντων τροφίμων-ποτών που εξήχθη σε αυτήν ανήλθε στο 19,8% του συνόλου των εξαγωγών τους. Το 13,8% των εγχώριων τροφίμων και ποτών κατευθύνθηκε προς τη Γερμανία, ενώ ακολούθησαν οι ΗΠΑ (8,5%), το Ηνωμένο Βασίλειο (7%) και η Κύπρος (6,2%). Την πρώτη δεκάδα των κυριότερων εξαγωγικών προορισμών των ελληνικών μεταποιημένων τροφίμων-ποτών συμπλήρωναν η Γαλλία (4,5%), η Βουλγαρία (4%), η Ισπανία (3,9%), η Ολλανδία (3,2%) και η Ρουμανία (2,4%). Αξίζει να σημειωθεί ότι στις δέκα πρώτες χώρες στις οποίες εξάγονται μεταποιημένα ελληνικά τρόφιμα αντιστοιχούσε το 2023 το 73,3% του συνόλου των εξαγωγών. Συνολικά τα ελληνικά τρόφιμα-ποτά που εξάγονται κατευθύνονται κατά 69% σε χώρες της ΕΕ και κατά 31% σε χώρες εκτός ΕΕ.

Στρατηγικής σημασίας η αγορά των ΗΠΑ
Μετά την εκλογή της κυβέρνησης Τραμπ στις ΗΠΑ και τη δασμολογική πολιτική δασμών που ανακοίνωσε, αποκτούν ζωηρό ενδιαφέρον οι δυνητικές επιπτώσεις στις εξαγωγές των ευρωπαϊκών προϊόντων, περιλαμβανομένων των ελληνικών, και των σχετικών αντανακλάσεων στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών. Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΕΕΣ, το 2024 οι ελληνικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ ανήλθαν στα 2,41 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 13,9% συγκριτικά με το 2023 και κατά 20,7% συγκριτικά με το 2020. Οι ελληνικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν μόλις το 1% του εγχώριου ΑΕΠ, πράγμα δηλωτικό της περιορισμένης οικονομικής εξάρτησης από την αμερικανική αγορά. Κατά συνέπεια η επιβολή των εν λόγω δασμών, αν και με αρνητικές συνέπειες στις εξαγωγές μας, εκτιμάται ότι θα έχει σχετικά μικρό αντίκτυπο στην ελληνική οικονομία.
Σε κλαδικό επίπεδο τα τρόφιμα-ποτά αποτελούν τον μεγαλύτερο εξαγωγικό κλάδο προϊόντων προς τις ΗΠΑ, με μερίδιο 30,6%, ακολουθούμενο από τα πετρελαιοειδή με 22,8% και από τα βιομηχανικά είδη με 16,5%. Ιδιαίτερη σημασία για τον ελληνικό εξαγωγικό τομέα έχει η αμερικανική αγορά της ελιάς, καθώς το 2024 οι εξαγωγές ελληνικών ελιών στις ΗΠΑ ανήλθαν στα 214,1 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχούν περίπου στο 27,9% των συνολικών εξαγωγών εγχώριας ελιάς (767,3 εκατ. ευρώ). Αυτό δείχνει τη στρατηγική σημασία της αγοράς των ΗΠΑ για τον συγκεκριμένο κλάδο, καθώς παραμένει ένας από τους πιο δυναμικούς προορισμούς για το προϊόν μας. Μάλιστα, οι εξαγωγές ελιάς προς τις ΗΠΑ αυξήθηκαν πέρυσι κατά 38,6% συγκριτικά με το 2023, γεγονός που υπογραμμίζει την αυξανόμενη ζήτηση και τη σταθερή παρουσία τους στην αμερικανική αγορά. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ελληνικές ελιές κατέχουν το 28,6% των συνολικών εξαγωγών του κλάδου των τροφίμων-ποτών προς τις ΗΠΑ. Επίσης, σημαντικό ρόλο στις εξαγωγές μας το 2024 είχαν η κομπόστα ροδάκινου (87,4 εκατ. ευρώ), το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο (68 εκατ. ευρώ), η φέτα (61,9 εκατ. ευρώ), τα λαχανικά και φρούτα (37 εκατ. ευρώ), τα παρασκευάσματα τροφίμων (33,3 εκατ. ευρώ), τα φρέσκα ακτινίδια (31 εκατ. ευρώ), το λαβράκι (22,1 εκατ. ευρώ), το κρασί (17,8 εκατ. ευρώ) και οι βάφλες/γκοφρέτες (17,8 εκατ. ευρώ).

Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας στην τελευταία της έρευνα για τις εξαγωγές μας το δεύτερο τρίμηνο φέτος, αναδεικνύει εννέα ελληνικά προϊόντα διατροφής ευάλωτα στις άμεσες επιπτώσεις των δασμών. Πρώτο από αυτά είναι το ελαιόλαδο: με απευθείας εξαγωγές στις ΗΠΑ 0,3 δισ. ευρώ στην εξαετία 2019-2024 (εκτιμάται, ωστόσο, ότι φθάνουν το 1 δισ. ευρώ, εφόσον ληφθούν υπόψιν οι ροές μέσω Ιταλίας-Ισπανίας που απορροφούν 70% των εξαγωγών της χώρας), η συνολική έκθεσή μας στις ΗΠΑ φθάνει το 21%. Αντίστοιχη έκθεση ύψους 28% εντοπίζεται στις ελιές (εξαγωγές 0,9 δισ. ευρώ), 17% στο κρασί, 10% στα φρούτα (όπως τα επεξεργασμένα ροδάκινα, τα ακτινίδια και τα σύκα) και τα ζυμαρικά, 23% στη βύνη και 12% στο μέλι.

Ωστόσο, για τη συνολική αποτίμηση των επιπτώσεων των αμερικανικών δασμών κρίνεται απαραίτητη η μελέτη και των έμμεσων συνεπειών στις ελληνικές εξαγωγές, που σχετίζονται με την επιβολή δασμών στα κοινοτικά προϊόντα. Συγκεκριμένα, υπολογίζεται πως μια οριζόντια αύξηση των δασμών κατά 10% σε όλα τα εξαγόμενα προϊόντα από την ΕΕ προς τις ΗΠΑ θα μείωνε τις συνολικές ελληνικές εξαγωγές περίπου κατά 1,7% (σε σταθερές τιμές) και το ελληνικό ΑΕΠ κατά 0,4% σωρευτικά ως τα τέλη του 2026, κυρίως λόγω των έμμεσων επιδράσεων από την αποδυνάμωση των οικονομιών των Ευρωπαίων εμπορικών μας εταίρων. Πρέπει επίσης να συνυπολογιστεί ότι η ισχυροποίηση του δολαρίου θα καταστήσει φθηνότερα και πιο ανταγωνιστικά τα ελληνικά εξαγώγιμα προϊόντα, αν και ο συνολικός απολογισμός θα είναι ουδέτερος, εφόσον οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ θα γίνουν ακριβότερες.

Εμπόδια και προκλήσεις
Παρά τη θετική πορεία του κλάδου των τροφίμων-ποτών η περαιτέρω ανάπτυξή του συναντά σημαντικά εμπόδια και προκλήσεις. Αναλυτικότερα, ως βασικότερα δομικά προβλήματα αναφέρονται το μικρό μέγεθος και ο κατακερματισμός των παραγωγικών μονάδων του κλάδου –δηλαδή η αδυναμία μαζικής παραγωγής για μεγάλες αγορές–, ο περιορισμένος βαθμός τυποποίησης και branding, που στερεί από τα ελληνικά προϊόντα την ταυτοτική σαφήνεια, τα προβλήματα πιστοποίησης και ποιότητας, η έλλειψη οργανωμένων δικτύων logistics, ο διεθνής ανταγωνισμός ιδίως με γειτονικές χώρες (όπως η Ιταλία, η Τουρκία και η Ισπανία) και με ισχυρότερα εμπορικά δίκτυα, αλλά και η έλλειψη μακροπρόθεσμης εξαγωγικής στρατηγικής σε εθνικό επίπεδο. Επιπλέον ο κλάδος επηρεάστηκε και από εξωτερικούς-συγκυριακούς παράγοντες, όπως η πανδημία τη διετία 2020-2021 που επιβράδυνε τις εξαγωγές πολλών τροφίμων, η ενεργειακή κρίση και ο πληθωρισμός που, επιφέροντας αυξήσεις στο παραγωγικό κόστος, υπονόμευσαν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων, αλλά και η γεωπολιτική αστάθεια εξαιτίας των πολέμων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, που δημιούργησαν προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, με αποτέλεσμα την αναδιαμόρφωση και επαναχάραξη των εμπορικών οδών. Εξάλλου, σε παλαιότερη έρευνα της διαΝΕΟσις είχαν επισημανθεί από τις ίδιες τις εξαγωγικές επιχειρήσεις η προβληματικότητα της Δημόσιας Διοίκησης και τα εμπόδια εκ μέρους της πολιτείας, με σημαντικότερα τη δυσκολία πρόσβασης στον τραπεζικό δανεισμό, τις καθυστερήσεις επιστροφών των έμμεσων φόρων (ΦΠΑ), τη γραφειοκρατία και την απουσία ενός ορθολογικού και σταθερού πλαισίου κανονισμών και δικαιοσύνης.

Περί «σχετικής» και «στοιχειώδους» σοβαρότητας
Εν κατακλείδι, ο κλάδος των τροφίμων-ποτών-καπνού στην Ελλάδα είναι ένας από τους σημαντικότερους εξαγωγικούς τομείς της μεταποιητικής βιομηχανίας, δυναμικός και με ανεπτυγμένο εξαγωγικό προσανατολισμό. Ωστόσο, μια πιο ολοκληρωμένη ανάπτυξή του προϋποθέτει την ύπαρξη μιας κεντρικά οργανωμένης στρατηγικής, με κέντρο προσανατολισμού την αλλαγή του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου και την ολόπλευρη αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας, με έμφαση στην ανάπτυξη του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα. Φυσικά, οι βαρύγδουπες προτάσεις απαιτούν πέραν όλων των άλλων και μια σχετική σοβαρότητα. Αλλά όταν δεν βγάζεις άκρη με τα διαθέσιμα στοιχεία για τον κλάδο, που προέρχονται από διαφορετικές πηγές ερευνών, το πρόβλημα είναι μάλλον θέμα ελλείμματος στοιχειώδους (παρά «σχετικής») σοβαρότητας…

Στρατηγικός σχεδιασμός των εξαγωγών
Η υπέρβαση των προβλημάτων του εγχώριου κλάδου τροφίμων-ποτών-καπνού για την περαιτέρω βελτίωση των εξαγωγικών του επιδόσεων, σύμφωνα με τις συστάσεις των ερευνητικών ινστιτούτων που ασχολούνται σχετικά, προϋποθέτει την αύξηση των επενδύσεων σε ΠΟΠ/ΠΓΕ προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, την ανάπτυξη εξαγωγικών συνεταιρισμών για την παράκαμψη του προβλήματος του μεγέθους της παραγωγής, την αξιοποίηση του ηλεκτρονικού εμπορίου για τη διείσδυση στις αναδυόμενες αγορές, την ενίσχυση της ταυτότητας των ελληνικών προϊόντων και εντέλει την εκπόνηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού των εξαγωγών.

Πολλές είναι οι προτάσεις για την προώθηση των εξαγωγών του εγχώριου κλάδου των τροφίμων-ποτών, είτε σχετίζονται με δράσεις της πολιτείας είτε με πρωτοβουλίες των ίδιων των επιχειρήσεων.

Στην έκθεση της διαΝΕΟσις αναφέρονται:
● Η βελτίωση του θεσμικού πλαισίου της Δημόσιας Διοίκησης, μέσω της άρσης των εμποδίων που αποθαρρύνουν την εξαγωγική δραστηριότητα των επιχειρήσεων,
● δεύτερον, η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας που θα ενισχύσουν την εξωστρέφεια τη χώρας,
● η προτεραιότητα βελτίωσης των παραγωγικών δομών που σχετίζονται με την εξαγωγική δραστηριότητα και ιδίως του δικτύου μεταφορών (λιμάνια-σιδηρόδρομοι),
● η πλήρης αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες επικοινωνίας και πληροφορικής, όπως και των διπλωματικών υπηρεσιών για την υποστήριξη των εξαγωγικών επιχειρήσεων της χώρας,
● η μακροπρόθεσμη επένδυση στην έρευνα και την τεχνολογία, μέσω της ενίσχυσης των ερευνητικών υποδομών της χώρας και της σύνδεσης της πανεπιστημιακής και ερευνητικής κοινότητας με τις επιχειρήσεις,
● και η παροχή κινήτρων και η καθιέρωση θεσμικού πλαισίου για τη δημιουργία επιχειρήσεων μεγαλύτερου μεγέθους, με προτεραιότητα σε τομείς υψηλής εγχώριας προστιθέμενης αξίας και σε επιχειρήσεις που στοχεύουν σε μεγάλες αγορές υψηλού κατά κεφαλήν εισοδήματος.

Επιπλέον, στη δέσμη των προτάσεων προώθησης των εξαγωγών συμπεριλαμβάνονται:
● Η σύνδεση των ελληνικών προϊόντων με το ελληνικό brand name διεθνώς, με συνέπεια και συνέχεια στον χρόνο και με τη συντονισμένη εκμετάλλευση του τουριστικού ρεύματος προς την Ελλάδα,
● η θεσμική προώθηση των συνεργιών μεταξύ επιχειρήσεων για τη δημιουργία διεπιχειρηματικών κέντρων (clusters) που θα καλύπτουν την παροχή συμβουλών και κοινές δράσεις μάρκετινγκ, εφοδιασμού, πληροφορικής, πιστοποίησης προϊόντων και επαγγελματικής κατάρτισης,
● η υποστήριξη της καθετοποίησης της εξαγωγικής αλυσίδας, μέσω της παροχής κινήτρων στις μικρότερες ελληνικές επιχειρήσεις να γίνονται προμηθευτές των μεγάλων εξαγωγικών μονάδων,
● η επιμόρφωση πάνω σε επιχειρηματικά σχήματα που προωθούν δυναμικές παραγωγικές αλυσίδες (value chains), οι οποίες επιτρέπουν τη δημιουργία μονάδων ανάπτυξης καινοτόμων προϊόντων,
● η προώθηση και χρηματοδοτική στήριξη της καινοτομίας, μέσω της ενίσχυσης της διεθνούς παρουσίας των εξαγωγικών επιχειρήσεων σε δράσεις τεχνολογιών αιχμής, όπως η διεθνής κατοχύρωση ευρεσιτεχνιών κ.ά.

Για τις ίδιες τις επιχειρήσεις προτείνονται:
● Η δημιουργία κουλτούρας καινοτομίας και εξωστρέφειας,
● η διαφοροποίηση προϊόντων και παρεχόμενων υπηρεσιών,
● η μακροχρόνια δέσμευση σε στρατηγική branding, που προσδίδει και προβάλλει όλες τις αξίες και τα ειδικά χαρακτηριστικά του εκάστοτε προϊόντος στις ξένες αγορές (αντί των ανωνύμων προϊόντων χαμηλής προστιθέμενης αξίας),
● η διοικητική οργάνωση με εξαγωγικό προσανατολισμό,
● η στελέχωση με εξειδικευμένο προσωπικό R&D, παραγωγής, μάρκετινγκ, πωλήσεων,
● ο προσανατολισμός σε αγορές υψηλών εισοδημάτων και η υποστήριξη νέων προϊόντων με στρατηγική «premium pricing»,
● η συνεργασία με δίκτυα εξωτερικού και μεγάλες αλυσίδες,
● η συνεχής επιμόρφωση του προσωπικού για την ανάπτυξη εξαγωγικών δεξιοτήτων,
● η συνεργασία με πανεπιστήμια για τη δημιουργία καινοτομιών σε όλες τις λειτουργίες της εκάστοτε επιχείρησης, με την πρόνοια για παράλληλη μείωση του κόστους λειτουργίας,
● η συστηματική έρευνα αγορών,
● η αντικατάσταση της «διαισθητικής» στρατηγικής με την καθιέρωση στόχων αποτελεσματικότητας με μακροχρόνια δέσμευση,
● η συνεργασία με άλλες εξαγωγικές επιχειρήσεις και η συμμετοχή σε διεθνείς εκθέσεις.

 

ΕΕ, ώρα μηδέν: Επανεκκίνηση ή αποσύνθεση;

Σύμφωνα με πέντε σημαντικά κείμενα της ΕΕ –την Έκθεση Letta για την Ενιαία Αγορά, την Έκθεση Draghi για την Ανταγωνιστικότητα, τη Λευκή Βίβλο για την Άμυνα και τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δημιουργία μιας Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και τη στρατηγική ανταγωνιστικότητας–, η διετία 2024-2025 αποτελεί σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αφού η Ευρώπη βρίσκεται σε κατάσταση υπαρξιακής αδυναμίας και η επιβίωσή της ως γεωπολιτικού δρώντος προϋποθέτει μια τριπλή στρατηγική με ταυτόχρονη ενεργοποίηση όλων των επιπέδων της πολιτικής, της οικονομίας και της κοινωνίας.

Οι ευρωπαϊκές αδυναμίες
Η Ευρώπη έχει έρθει σε αυτή την κατάσταση εξαιτίας της εξαρτημένης αρχιτεκτονικής της οικοδόμησής της, που ευθύνεται για τη στήριξη της εσωτερικής της κατανάλωσης στην εισαγωγή φθηνών αγαθών, για τη βιομηχανική της ανάπτυξη στην προμήθεια φθηνού ρωσικού αερίου και για τη στρατιωτική προστασία της στην αρωγή των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Και οι τρεις πυλώνες έχουν μεταβληθεί, με αποτέλεσμα η ΕΕ να παρουσιάζει στρατηγικά μειονεκτήματα έναντι των παγκόσμιων ανταγωνιστών της στους τομείς της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας, της ενεργειακής εξάρτησης, της άμυνας και της γεωπολιτικής ασφάλειας, της χρηματοδότησης των επενδύσεων και της οικονομικής της ανάπτυξης.

Σύμφωνα με εν λόγω τα κείμενα, στον τομέα της ανταγωνιστικότητας και της τεχνολογικής καινοτομίας η ΕΕ, αν και διαθέτει στρατηγικά πλεονεκτήματα σε ανθρώπινο δυναμικό, επιστημονική έρευνα και θεσμικό πολιτισμό, δεν μπορεί να τα μετουσιώσει σε ισχύ. Σε σχέση με τις ΗΠΑ η συνολική παραγωγικότητά της είναι 20% χαμηλότερη, ενώ οι ιδιωτικές επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη υπολείπονται κατά 270 δισ. ευρώ. Από τις πενήντα μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες παγκοσμίως μόλις οι τέσσερις είναι ευρωπαϊκές και καμία δεν υπερέβη σε αξία τα 100 δισ. ευρώ την τελευταία εικοσαετία. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί και οι υποδομές clound ελέγχονται από τις ΗΠΑ και την Κίνα. Συγκεκριμένα η Κίνα υπερέχει στην επεξεργασία πρώτων υλών, αφού ελέγχει το 90% των σπάνιων γαιών, το 80% του επεξεργασμένου λιθίου και το 60% του γραφίτη, προηγείται στις παγκόσμιες επενδύσεις σε λιμάνια, data centers κ.ά, ασκεί βιομηχανική πολιτική με πλήρη κρατική στήριξη και αναπτύσσει τεχνολογικούς κολοσσούς παγκόσμιας εμβέλειας, εξασφαλίζοντας τεχνολογική αυτάρκεια και παγκόσμια εξαγωγική ισχύ. Επιπλέον, η ΕΕ παρουσιάζει και ενδογενή προβλήματα, αφού είναι εγκλωβισμένη σε θεσμικά όρια και στον κατακερματισμό, με αποτέλεσμα να διαπιστώνεται αποσπασματικότητα της ενιαίας αγοράς στις ψηφιακές υπηρεσίες και στα κεφάλαια. Έτσι, υπονομεύεται η κλίμακα που απαιτεί η τεχνολογική καινοτομία και δυσκολεύονται οι ευρωπαϊκές startups να αναπτυχθούν εκτός των εθνικών τους πλαισίων.

Στον πυλώνα της ενεργειακής εξάρτησης η ΕΕ εισήγε το 2023 ορυκτά καύσιμα (LNG και πετρέλαιο) αξίας 390 δισ. ευρώ, δηλαδή το 3% του ΑΕΠ της. Το φυσικό αέριο στην ΕΕ είναι πολλαπλάσια ακριβότερο από τις ΗΠΑ, οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος για τη βιομηχανία είναι δύο έως τρεις φορές υψηλότερες από τις ΗΠΑ και την Κίνα, ενώ το 2022 η Νορβηγία κέρδισε 50 δισ. ευρώ από εξαγωγές ενέργειας στην ΕΕ. Η ενεργειακή ακρίβεια κοστίζει πολύ στην ΕΕ, αφού αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη της βιομηχανίας (πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες μεταφέρουν την παραγωγική τους δραστηριότητα σε ΗΠΑ, Ασία και Μέση Ανατολή) και υπονομεύει τα όποια επενδυτικά σχέδια (για το 60% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων το ενεργειακό είναι παράγοντας ανάσχεσης των επενδύσεων).

Επίσης, η ΕΕ αντιμετωπίζει πρόβλημα εξάρτησης ως προς την ασφάλειά της, αφού μόνο δέκα κράτη δαπανούν το 2% του ΑΕΠ τους για στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Συγκριτικά με τις ΗΠΑ ο αμυντικός προϋπολογισμός της ΕΕ ήταν το 1/3 του αμερικάνικου (886 δισ. δολάρια) και κατακερματισμένος σε 27 εθνικά κράτη, το 90% των εξοπλιστικών της αναγκών καλύπτεται από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ενώ δεν υπάρχουν ενιαία αμυντική αγορά, κοινό R&D και διαλειτουργικότητα των οπλικών συστημάτων.

Ο τέταρτος πυλώνας υποχώρησης της ΕΕ αφορά τη χρηματοοικονομική ανεπάρκειά της. Αν και στην ΕΕ υπάρχει πλούτος, δεν κατευθύνεται σε παραγωγικές επενδυτικές δραστηριότητες. Από τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις, που ανέρχονται στα 33 τρισ. ευρώ, τα 10 τρισ. ευρώ βρίσκονται σε καταθέσεις με αρνητική πραγματική απόδοση. Επίσης, σύμφωνα με τους ταγούς της ΕΕ, τα συνταξιοδοτικά αποθεματικά του δεύτερου και τρίτου πυλώνα ασφάλισης όχι μόνο δεν αξιοποιούνται για στρατηγικές επενδύσεις, αλλά όταν επενδύονται, αναζητούν προορισμούς εκτός ΕΕ. Επιπλέον, η ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά είναι κατακερματισμένη, δεν υπάρχει ενιαία εποπτεία, οι μικροεπενδυτές ουσιαστικά αποκλείονται και οι ΜμΕ δε βρίσκουν φτηνά επενδυτικά κεφάλαια.

Οι προτεινόμενες λύσεις
Οι προτάσεις των κειμένων της Επιτροπής επιχειρούν να συνθέσουν μια ενιαία στρατηγική με πυλώνες την ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη χρηματοδότηση. Οι βασικές προτάσεις για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και την τεχνολογική ανασυγκρότηση αφορούν: την εμπλοκή του δημοσίου σε επενδύσεις τεχνολογικά κρίσιμων τομέων, τη δημιουργία οικονομιών κλίμακας μέσω συγχωνεύσεων επιχειρήσεων, επενδύσεις αξίας 750-800 δισ. ευρώ ετησίως στην τεχνητή νοημοσύνη, τους ημιαγωγούς, τις υποδομές δεδομένων κ.λπ. και την ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς Υπηρεσιών και Κεφαλαίων, προκειμένου να μπορέσει να λειτουργήσει πανευρωπαϊκά η καινοτομία. Συνολικά απαιτούνται κατ’ ελάχιστο 5 τρισ. ευρώ μέχρι το 2030!

Για την ενεργειακή απεξάρτηση και τη βιομηχανική ανθεκτικότητα τα προτεινόμενα μέτρα αφορούν: τη δημιουργία κοινών μηχανισμών ενέργειας, μακροπρόθεσμα συμβόλαια ενέργειας (PPAs) ειδικά για τις ΜμΕ, τη στήριξη των ενεργοβόρων βιομηχανιών, την αντικατάσταση του ρωσικού αερίου με ΑΠΕ, αποθήκευση, «πράσινο» υδρογόνο και διαφοροποίηση προμηθευτών, την κοινή στρατηγική για τις πρώτες ύλες με συμφωνίες εξαγοράς (off-take agreements), τις επενδύσεις στη διύλιση εντός της ΕΕ, την επένδυση στην κυκλική οικονομία και στη δημιουργία αποθεμάτων.

Η μετατροπή της ΕΕ σε στρατηγικά αυτόνομη γεωπολιτική δύναμη προϋποθέτει τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου εξοπλιστικής αυτοδυναμίας μέσω δύο προγραμμάτων (EDIRPA και ReARM), την ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Αγοράς, τη δημιουργία κοινής ευρωπαϊκής βάσης R&D και την αναδιάρθρωση της βιομηχανικής βάσης άμυνας. Βασικός στόχος είναι οι αμυντικές δαπάνες της ΕΕ να ανέλθουν στο 2% του ΑΕΠ των κρατών-μελών της και να συγκεντρωθεί το 35% των εξοπλιστικών της επενδύσεων σε ευρωπαϊκές κοινές πλατφόρμες μέχρι το 2030.

Η πιο φιλόδοξη πρόταση της Επιτροπής αφορά τη χρηματοδότηση, μέσω ενεργοποίησης του ιδιωτικού πλούτου. Συγκεκριμένα προτείνεται η ενεργοποίηση των 33 τρισ. ευρώ των αποταμιεύσεων, η μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών μηχανισμών (PEPP) αξίας 9-10 τρισ. ευρώ, η ενοποίηση της εποπτείας των κεφαλαιαγορών για τη βοήθεια κυρίως των μικροεπενδυτών και η δημιουργία safe assets μελών για να στηρίξουν ταμεία, ασφαλιστικά σχήματα και ιδιώτες.
Ωστόσο, η υλοποίηση των προαναφερθέντων προτάσεων συναντά πολιτικά και θεσμικά εμπόδια, όπως η έντονη ανομοιογένεια των κρατών-μελών σε ό,τι αφορά τους κανόνες και τις επενδυτικές δυνατότητές τους, η απουσία κοινής ενεργειακής διαφοροποίησης, η διαφορετική αντίληψη των κρατών-μελών αναφορικά με τις απειλές που αντιμετωπίζει η Ευρώπη και με το μοντέλο της αμυντικής της θωράκισης (ΝΑΤΟ ή ευρωπαϊκή αυτονομία;) και η απουσία κοινού χάρτη εφαρμογής των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Αναφορικά με τη χρηματοδότηση τα σημαντικότερα εμπόδια εντοπίζονται στην έλλειψη θεσμικής εμπιστοσύνης των πολιτών, στην απουσία ενιαίας εποπτείας και στον φόβο επένδυσης των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων. Επίσης, σημαντικό πρόβλημα είναι το περιορισμένο χρονικό όριο για την ολοκλήρωση των προαναφερθέντων σχεδίων (το 2030).

Ωστόσο, η εφαρμογή των προαναφερθέντων πολιτικών για την αντιμετώπιση των διεθνών κινδύνων στη βάση μιας πολιτικοοικονομικής-στρατιωτικής ορθολογικότητας δείχνει να απομονώνει το οικονομικό στοιχείο από τις κοινωνικές διαμεσολαβήσεις του. Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, οι λαοί της Ευρώπης, αφού κλήθηκαν να απαρνηθούν στοιχεία του εαυτού τους προκειμένου να «αυτοσυντηρηθούν» και υποχρεώθηκαν σε βίαιη λιτότητα για να εξασφαλιστούν οι όροι σύγκλισης των εθνικών οικονομιών, τώρα καλούνται –χάριν επανεκκίνησης του συστήματος, στο πλαίσιο ενός οικονομικού φορμαλισμού– να θυσιάσουν περεταίρω την ικανοποίηση των αναγκών τους (…ή μήπως και τις ζωές των παιδιών τους;).