Την τελευταία δεκαετία, μάλιστα, αύξησε το εκτόπισμά του στο διεθνές εμπόριο, ενισχύοντας το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας. Το 2023 επί του συνόλου των εξαγώγιμων αγαθών της χώρας
τα μεταποιημένα τρόφιμα κατείχαν μερίδιο 13,4% έναντι 11,2% το 2013, ενώ στο σύνολο των εξαγωγών της μεταποίησης (43,9 δισ. ευρώ) κατείχαν το 15,5%.
Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΟΒΕ για τον κλάδο, το 2023 (τα διαθέσιμα στοιχεία αφορούν το 2021) στο σύνολο των επιχειρήσεων της ελληνικής μεταποίησης η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων και ποτών κατείχε μερίδιο 28,1%, η αξία παραγωγής της ανερχόταν στο 24,4% και η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της στο 26,7%, το μερίδιο του κύκλου εργασιών της έγγιξε το 24,8% και απασχολούσε το 37,3% του συνόλου των απασχολουμένων στη μεταποίηση. Πρόκειται για μια σύγχρονη βιομηχανία, καθώς κατά το 76,2% οι επιχειρήσεις της διακρίνονταν στην καινοτομία και κατά το 30% ανέπτυσσαν δραστηριότητες έρευνας και τεχνολογίας. Κατά τον Σύνδεσμο Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδας (ΣΕΒΕ), πέρυσι τα προϊόντα του διευρυμένου κλάδου «τρόφιμα-ποτά-καπνός-έλαια και λίπη» αποτέλεσαν το 21,5% του συνόλου των εξαγωγών αγαθών της χώρας (10.735,8 εκατ. ευρώ στα 49.902,1 εκατ. ευρώ).
Εξέλιξη και τάσεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, International Trade, επεξεργασμένα από το ΙΟΒΕ, από το 2013 έως το 2023 στο εξωτερικό εμπόριο της μεταποίησης τροφίμων και ποτών διαπιστώθηκε άνοδος 123%, πράγμα που σημαίνει ότι σε μια δεκαετία οι εξαγωγές τους ανήλθαν από τα 3.041 εκατ. ευρώ στα 6.808 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, άνοδος διαπιστώθηκε και στις εισαγωγές του κλάδου κατά 65,2%, οπότε η αξία τους το 2023 διαμορφώθηκε στα 7.923 εκατ. ευρώ έναντι 4.796 εκατ. ευρώ το 2013. Αποτέλεσμα της εντονότερης ανόδου των εξαγωγών έναντι των εισαγωγών ήταν η υποχώρηση του εμπορικού ελλείμματος κατά 36,5%, από τα 1.755 εκατ. ευρώ το 2013 στα 1.115 εκατ. ευρώ το 2023. Σε σύγκριση με το 2022 οι εξαγωγές του κλάδου το 2023 (6,8 δισ. ευρώ) εμφάνισαν άνοδο 12,6%, αλλά άνοδο σημείωσαν και οι εισαγωγές τροφίμων και ποτών (7,9 δισ. ευρώ) κατά 2,2%, με συνέπεια την υποχώρηση του εμπορικού ελλείμματος κατά 34%. Ενδεικτική του εξαγωγικού προσανατολισμού της εγχώριας βιομηχανίας είναι η αυξητική τάση του δείκτη εξαγωγών-εισαγωγών, ο οποίος έχει αυξηθεί κατά 23 ποσοστιαίες μονάδες το 2023 συγκριτικά με το 2013, ανερχόμενος στο 86% έναντι 63%.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι εξαγωγές του κλάδου «τρόφιμα και ζώντα ζώα-ποτά-καπνός-λίπη και έλαια» ανήλθαν το μεν 2023 στα 10.336,11 εκατ. ευρώ, το δε 2024 στα 10.746,57 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα οι εισαγωγές του το 2023 ανήλθαν στα 9.969,35 εκατ. ευρώ και το 2024 στα 10.677,86 εκατ. ευρώ. Κατά συνέπεια το εμπορικό πλεόνασμα στον κλάδο το 2023 (366,76 εκατ. ευρώ) διαμορφώθηκε το 2024 στα 68,7 εκατ. ευρώ, μειωμένο συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά κατά 81,3%.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ), οι εξαγωγές του κλάδου των αγροτικών προϊόντων («τρόφιμα και ζώντα ζώα, ποτά-καπνός-λάδια και λίπη) το 2023 ανήλθαν σε 10.200,9 εκατ. ευρώ, ενώ το 2024 σε 10.573,5 εκατ. ευρώ, εμφανίζοντας ανάπτυξη 3,7%. Αντίστοιχα οι εισαγωγές το 2023 ανήλθαν στα 9.687,3 εκατ. ευρώ και το 2024 στα 10.392,2 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 7,3%. Συνεπώς το εμπορικό πλεόνασμα του κλάδου πέρυσι συγκριτικά με το 2023 μειώθηκε κατά 64,7%.
Με βάση τα δεδομένα του ΣΕΒΕ, το 2023 οι εξαγωγές του κλάδου ανήλθαν στα 10.336,1 εκατ. ευρώ και το 2024 στα 10.735,8 εκατ. ευρώ (τρόφιμα: 8.121,1 εκατ. ευρώ, ποτά-καπνός: 1.374,1 εκατ. ευρώ, λίπη-έλαια: 1.078,2 εκατ. ευρώ), παρουσιάζοντας αύξηση 3,8%. Το δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου φέτος σε σύγκριση με το αντίστοιχο δίμηνο του 2024 ο κλάδος εμφάνισε αύξηση σε απόλυτες τιμές, με άνοδο κατά 177,1 εκατ. ευρώ ή κατά 13,9% στα τρόφιμα και αύξηση κατά 30,3 εκατ. ευρώ ή κατά 14,3% στα ποτά, πράγμα που επιβεβαιώνει τη σταθερή ανάπτυξη του κλάδου τα τελευταία χρόνια στις διεθνείς αγορές.
Σε σχετική έρευνα της διαΝΕΟσις για τον αγροτικό τομέα (ΑΤ) στην Ελλάδα, οι εξαγωγές «τροφίμων-ποτών και ειδών καπνού» (υπερσύνολο των προϊόντων του ΑΤ, στο οποίο όμως ο ΑΤ έχει σημαντικό άμεσο και έμμεσο αποτύπωμα) διατηρούν μια μόνιμα αυξητική πορεία μετά το 2004, με επιταχυνόμενο μάλιστα ρυθμό, η οποία δεν ανακόπηκε την περίοδο της πανδημίας. Το 2023 ξεπέρασαν τα 8,8 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Εθνικής Τράπεζας, οι ελληνικές εξαγωγές το τρίμηνο Νοέμβριος 2024-Ιανουάριος 2025 κατέγραψαν άνοδο 6,7% σε αποπληθωρισμένους όρους. Στην πλειονότητά τους οι κλάδοι της οικονομίας εμφάνισαν άνοδο, με την υψηλότερη δυναμική να εντοπίζεται στα τρόφιμα (18%) που κάλυψαν τα 2/3 της ανόδου (κατά το 1/4 οφείλεται στο ελαιόλαδο, που ανέκαμψε μετά την πτώση το προηγούμενο έτος).
Περί …δημιουργικής ασάφειας
Πριν προχωρήσουμε κρίνουμε αναγκαία την επισήμανση ότι οι διαφορές που καταγράφονται στα στοιχεία που δημοσιεύουν οι διάφοροι ερευνητικοί οργανισμοί για τις επιδόσεις του ελληνικού κλάδου των τροφίμων-ποτών οφείλονται στις διαφορετικές μεθοδολογίες υπολογισμού, στα διαφορετικά δείγματα των ερευνών (π.χ. μόνο μεγάλες ή και μικρές επιχειρήσεις), διαφορετικά κριτήρια κατηγοριοποίησης των προϊόντων και διαφορετικές πηγές (τελωνειακά στοιχεία, δηλώσεις επιχειρήσεων, POS δεδομένα, λιανικές τιμές). Επίσης, ενδέχεται κάθε ερευνητικό κέντρο να αναφέρεται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους αναφοράς (π.χ. κάποια δεδομένα αναφέρονται στο ημερολογιακό έτος, άλλα στο οικονομικό έτος και άλλα σε κυλιόμενους δωδεκάμηνους μέσους όρους). Ένας ακόμη παράγοντας διαφοροποίησης των ευρημάτων σχετίζεται με τις διαφορετικές εμπορικές ή στατιστικές εκτιμήσεις (π.χ. η Enterprise Greece ή ο ΣΕΒΕ συχνά βασίζονται σε εμπορικές προσεγγίσεις, ενώ η ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνει τις ροές βάσει τελωνειακών δηλώσεων). Επιπλέον, μερικές φορές οι εξαγωγές αναφέρονται ως αξία τιμολογίου, με ή χωρίς ΦΠΑ και μεταφορικά. Εξάλλου, η έλλειψη σαφούς διαχωρισμού των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας (άλλοι περιλαμβάνουν μόνο προϊόντα που παράγονται αποκλειστικά για σούπερ μάρκετ, ενώ άλλοι περιλαμβάνουν και προϊόντα χωρίς σαφή εμπορική ταυτότητα που εξάγονται χύμα ή με ουδέτερο branding) και η διαφορετική ερμηνεία του «ελληνικού προϊόντος» (π.χ. αν μια ελληνική εταιρεία εξάγει προϊόντα που παράγονται στην Ιταλία, κάτι που συμβαίνει αρκετά συχνά, κάποιοι οργανισμοί το καταμετρούν στις ελληνικές εξαγωγές επειδή η εταιρεία έχει ελληνικό ΑΦΜ) ολοκληρώνουν τους παράγοντες διαφοροποίησης των στοιχείων για το ίδιο αντικείμενο, πράγμα που συντελεί στη διαμόρφωση μιας ασαφούς εικόνας του στον εκάστοτε ενδιαφερόμενο –ερευνητή, σύμβουλο ή επιχειρηματία και ενδεχομένως την πολιτεία, εφόσον την ενδιέφερε η ανάπτυξη μιας εθνικής εξαγωγικής στρατηγικής…
Μερίδια συμμετοχής στις εξαγωγές ανά προϊόν
Η συνεχής και έντονη άνοδος των εξαγωγών του κλάδου τη δεκαετία 2014-2023 αποτυπώνει την υψηλή και συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση των εγχωρίων μεταποιημένων τροφίμων και ποτών στις διεθνείς αγορές, συνέπεια της ποιότητας και της διαφοροποίησής τους, δίνοντας το στίγμα της προοπτικής του τομέα.
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, το ποσοστό συμμετοχής των επιμέρους κλάδων στο σύνολο των εμπορικών ροών των μεταποιημένων τροφίμων-ποτών το 2023 διαμορφώθηκε ως εξής: Τα «επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά» κατέλαβαν το μεγαλύτερο ποσοστό της αξίας των εξαγωγών (25,6%) και ακολούθησαν τα «έλαια και λίπη» (23,3%), τα «γαλακτοκομικά» (19,6%), τα «άλλα είδη διατροφής» (8,9%), τα «ποτά» (5%), τα «αλευρώδη» (4,9%), τα «προϊόντα αμύλου» (4,2%), το «κρέας» (3,5%), τα «ψάρια» (2,6%) και οι «ζωοτροφές» (1,5%). Οι κλάδοι τροφίμων που εμφάνισαν έλλειμμα το 2023 ήταν του «κρέατος» (1.507,2 εκατ. ευρώ), των «άλλων ειδών διατροφής» (685,7 εκατ. ευρώ), των «ψαριών» (500,1 εκατ. ευρώ), των «ζωοτροφών» (205,9 εκατ. ευρώ), των «ποτών» (167,9 εκατ. ευρώ) και των «προϊόντων αλευρόμυλων» (76,6 εκατ. ευρώ). Πλεονασματικό ήταν το εμπορικό ισοζύγιο στους κλάδους των «φρούτων και λαχανικών» (1.095,5 εκατ. ευρώ), των «ελαίων και λιπών» (818 εκατ. ευρώ), των «γαλακτοκομικών» (162,3 εκατ. ευρώ) και των «προϊόντων αρτοποιίας» (77,3 εκατ. ευρώ). Με βάση τις εμπορικές ροές ανά κλάδο τροφίμων την περίοδο 2017-2023 τα «φρούτα και λαχανικά» παρουσίασαν μια ομαλή αύξηση του πλεονασματικού ισοζυγίου τους, ενώ αρκετά έντονες ήταν οι ροές των πλεονασμάτων των «ελαίων και λιπών» και των «γαλακτοκομικών προϊόντων».
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΣΕΒΕ, το 2024 τα κυριότερα εξαγόμενα προϊόντα περιλάμβαναν: Εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο: 882,9 εκατ. ευρώ, Φέτα: 785,1 εκατ. ευρώ, Ελιές: 767,3 εκατ. ευρώ, Ροδάκινα και νεκταρίνια: 686,8 εκατ. ευρώ, Ροδάκινα και νεκταρίνια: 686,8 εκατ. ευρώ, Γιαούρτι: 477,1 εκατ. ευρώ, Τσιπούρα: 344,5 εκατ. ευρώ, Λαβράκι: 331,4 εκατ. ευρώ, Ακτινίδιο: 308 εκατ. ευρώ, Σιτάρι: 207,5 εκατ. ευρώ και Παρασκευάσματα διατροφής: 186,8 εκατ. ευρώ.
Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, που επεξεργάστηκε ο Σύνδεσμος Ελλήνων Παραγωγών Αποσταγμάτων Αλκοολούχων Ποτών (ΣΕΑΟΠ), ο κλάδος της εγχώριας παραγωγής αλκοολούχων ποτών είχε το 2013 εξαγωγές αξίας 73.657.777 ευρώ, ενώ το 2023 ανήλθαν στα 106.097.595 ευρώ. Την πενταετία 2019-2023 ο κλάδος της ελληνικής παραγωγής αλκοολούχων ποτών εμφάνισε αύξηση των εξαγωγών του σε αξία και σε ποσότητα κατά 39,3% και 5,2% αντίστοιχα.
Το Ινστιτούτο Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών (ΙΕΕΣ) και ο ΣΕΒΕ χαρτογράφησαν την εξαγωγική δραστηριότητα της χώρας την περίοδο 2019-2023 ανά περιφέρεια. Σύμφωνα με τη σχετική έρευνα, το 2023 τα τρόφιμα κατέλαβαν το 17,9% των συνολικών εξαγωγών της χώρας. Σε επίπεδο περιφερειών το 6,6% του εξωτερικού εμπορίου της Αττικής ήταν τρόφιμα, ενώ στην περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 32,8%. Στις υπόλοιπες περιφέρειες τα ποσοστά των εξαγωγών τροφίμων ως μέρος του συνόλου διαμορφώθηκαν ως εξής: 14,2% στην Πελοπόννησο, 17,1% στην Στερεά Ελλάδα, 59,7% στη Θεσσαλία, 28,1% στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, 54,4% στην Κρήτη, 70,8% στη Δυτική Ελλάδα, 65,8% στην Ήπειρο, 1,7% στο Νότιο Αιγαίο, 29,3% στη Δυτική Μακεδονία, 32,3% στα νησιά του Ιονίου και 31,7% στο Βόρειο Αιγαίο.
Οι κύριες αγορές προορισμού
Βάσει των στοιχείων του ΙΟΒΕ, μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της χώρας ως προς τις εξαγωγές τροφίμων-ποτών το 2023 αναδείχθηκε η Ιταλία, αφού το μερίδιο των εγχώριων προϊόντων τροφίμων-ποτών που εξήχθη σε αυτήν ανήλθε στο 19,8% του συνόλου των εξαγωγών τους. Το 13,8% των εγχώριων τροφίμων και ποτών κατευθύνθηκε προς τη Γερμανία, ενώ ακολούθησαν οι ΗΠΑ (8,5%), το Ηνωμένο Βασίλειο (7%) και η Κύπρος (6,2%). Την πρώτη δεκάδα των κυριότερων εξαγωγικών προορισμών των ελληνικών μεταποιημένων τροφίμων-ποτών συμπλήρωναν η Γαλλία (4,5%), η Βουλγαρία (4%), η Ισπανία (3,9%), η Ολλανδία (3,2%) και η Ρουμανία (2,4%). Αξίζει να σημειωθεί ότι στις δέκα πρώτες χώρες στις οποίες εξάγονται μεταποιημένα ελληνικά τρόφιμα αντιστοιχούσε το 2023 το 73,3% του συνόλου των εξαγωγών. Συνολικά τα ελληνικά τρόφιμα-ποτά που εξάγονται κατευθύνονται κατά 69% σε χώρες της ΕΕ και κατά 31% σε χώρες εκτός ΕΕ.
Στρατηγικής σημασίας η αγορά των ΗΠΑ
Μετά την εκλογή της κυβέρνησης Τραμπ στις ΗΠΑ και τη δασμολογική πολιτική δασμών που ανακοίνωσε, αποκτούν ζωηρό ενδιαφέρον οι δυνητικές επιπτώσεις στις εξαγωγές των ευρωπαϊκών προϊόντων, περιλαμβανομένων των ελληνικών, και των σχετικών αντανακλάσεων στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών. Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΕΕΣ, το 2024 οι ελληνικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ ανήλθαν στα 2,41 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 13,9% συγκριτικά με το 2023 και κατά 20,7% συγκριτικά με το 2020. Οι ελληνικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν μόλις το 1% του εγχώριου ΑΕΠ, πράγμα δηλωτικό της περιορισμένης οικονομικής εξάρτησης από την αμερικανική αγορά. Κατά συνέπεια η επιβολή των εν λόγω δασμών, αν και με αρνητικές συνέπειες στις εξαγωγές μας, εκτιμάται ότι θα έχει σχετικά μικρό αντίκτυπο στην ελληνική οικονομία.
Σε κλαδικό επίπεδο τα τρόφιμα-ποτά αποτελούν τον μεγαλύτερο εξαγωγικό κλάδο προϊόντων προς τις ΗΠΑ, με μερίδιο 30,6%, ακολουθούμενο από τα πετρελαιοειδή με 22,8% και από τα βιομηχανικά είδη με 16,5%. Ιδιαίτερη σημασία για τον ελληνικό εξαγωγικό τομέα έχει η αμερικανική αγορά της ελιάς, καθώς το 2024 οι εξαγωγές ελληνικών ελιών στις ΗΠΑ ανήλθαν στα 214,1 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχούν περίπου στο 27,9% των συνολικών εξαγωγών εγχώριας ελιάς (767,3 εκατ. ευρώ). Αυτό δείχνει τη στρατηγική σημασία της αγοράς των ΗΠΑ για τον συγκεκριμένο κλάδο, καθώς παραμένει ένας από τους πιο δυναμικούς προορισμούς για το προϊόν μας. Μάλιστα, οι εξαγωγές ελιάς προς τις ΗΠΑ αυξήθηκαν πέρυσι κατά 38,6% συγκριτικά με το 2023, γεγονός που υπογραμμίζει την αυξανόμενη ζήτηση και τη σταθερή παρουσία τους στην αμερικανική αγορά. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ελληνικές ελιές κατέχουν το 28,6% των συνολικών εξαγωγών του κλάδου των τροφίμων-ποτών προς τις ΗΠΑ. Επίσης, σημαντικό ρόλο στις εξαγωγές μας το 2024 είχαν η κομπόστα ροδάκινου (87,4 εκατ. ευρώ), το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο (68 εκατ. ευρώ), η φέτα (61,9 εκατ. ευρώ), τα λαχανικά και φρούτα (37 εκατ. ευρώ), τα παρασκευάσματα τροφίμων (33,3 εκατ. ευρώ), τα φρέσκα ακτινίδια (31 εκατ. ευρώ), το λαβράκι (22,1 εκατ. ευρώ), το κρασί (17,8 εκατ. ευρώ) και οι βάφλες/γκοφρέτες (17,8 εκατ. ευρώ).
Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας στην τελευταία της έρευνα για τις εξαγωγές μας το δεύτερο τρίμηνο φέτος, αναδεικνύει εννέα ελληνικά προϊόντα διατροφής ευάλωτα στις άμεσες επιπτώσεις των δασμών. Πρώτο από αυτά είναι το ελαιόλαδο: με απευθείας εξαγωγές στις ΗΠΑ 0,3 δισ. ευρώ στην εξαετία 2019-2024 (εκτιμάται, ωστόσο, ότι φθάνουν το 1 δισ. ευρώ, εφόσον ληφθούν υπόψιν οι ροές μέσω Ιταλίας-Ισπανίας που απορροφούν 70% των εξαγωγών της χώρας), η συνολική έκθεσή μας στις ΗΠΑ φθάνει το 21%. Αντίστοιχη έκθεση ύψους 28% εντοπίζεται στις ελιές (εξαγωγές 0,9 δισ. ευρώ), 17% στο κρασί, 10% στα φρούτα (όπως τα επεξεργασμένα ροδάκινα, τα ακτινίδια και τα σύκα) και τα ζυμαρικά, 23% στη βύνη και 12% στο μέλι.
Ωστόσο, για τη συνολική αποτίμηση των επιπτώσεων των αμερικανικών δασμών κρίνεται απαραίτητη η μελέτη και των έμμεσων συνεπειών στις ελληνικές εξαγωγές, που σχετίζονται με την επιβολή δασμών στα κοινοτικά προϊόντα. Συγκεκριμένα, υπολογίζεται πως μια οριζόντια αύξηση των δασμών κατά 10% σε όλα τα εξαγόμενα προϊόντα από την ΕΕ προς τις ΗΠΑ θα μείωνε τις συνολικές ελληνικές εξαγωγές περίπου κατά 1,7% (σε σταθερές τιμές) και το ελληνικό ΑΕΠ κατά 0,4% σωρευτικά ως τα τέλη του 2026, κυρίως λόγω των έμμεσων επιδράσεων από την αποδυνάμωση των οικονομιών των Ευρωπαίων εμπορικών μας εταίρων. Πρέπει επίσης να συνυπολογιστεί ότι η ισχυροποίηση του δολαρίου θα καταστήσει φθηνότερα και πιο ανταγωνιστικά τα ελληνικά εξαγώγιμα προϊόντα, αν και ο συνολικός απολογισμός θα είναι ουδέτερος, εφόσον οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ θα γίνουν ακριβότερες.
Εμπόδια και προκλήσεις
Παρά τη θετική πορεία του κλάδου των τροφίμων-ποτών η περαιτέρω ανάπτυξή του συναντά σημαντικά εμπόδια και προκλήσεις. Αναλυτικότερα, ως βασικότερα δομικά προβλήματα αναφέρονται το μικρό μέγεθος και ο κατακερματισμός των παραγωγικών μονάδων του κλάδου –δηλαδή η αδυναμία μαζικής παραγωγής για μεγάλες αγορές–, ο περιορισμένος βαθμός τυποποίησης και branding, που στερεί από τα ελληνικά προϊόντα την ταυτοτική σαφήνεια, τα προβλήματα πιστοποίησης και ποιότητας, η έλλειψη οργανωμένων δικτύων logistics, ο διεθνής ανταγωνισμός ιδίως με γειτονικές χώρες (όπως η Ιταλία, η Τουρκία και η Ισπανία) και με ισχυρότερα εμπορικά δίκτυα, αλλά και η έλλειψη μακροπρόθεσμης εξαγωγικής στρατηγικής σε εθνικό επίπεδο. Επιπλέον ο κλάδος επηρεάστηκε και από εξωτερικούς-συγκυριακούς παράγοντες, όπως η πανδημία τη διετία 2020-2021 που επιβράδυνε τις εξαγωγές πολλών τροφίμων, η ενεργειακή κρίση και ο πληθωρισμός που, επιφέροντας αυξήσεις στο παραγωγικό κόστος, υπονόμευσαν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων, αλλά και η γεωπολιτική αστάθεια εξαιτίας των πολέμων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, που δημιούργησαν προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, με αποτέλεσμα την αναδιαμόρφωση και επαναχάραξη των εμπορικών οδών. Εξάλλου, σε παλαιότερη έρευνα της διαΝΕΟσις είχαν επισημανθεί από τις ίδιες τις εξαγωγικές επιχειρήσεις η προβληματικότητα της Δημόσιας Διοίκησης και τα εμπόδια εκ μέρους της πολιτείας, με σημαντικότερα τη δυσκολία πρόσβασης στον τραπεζικό δανεισμό, τις καθυστερήσεις επιστροφών των έμμεσων φόρων (ΦΠΑ), τη γραφειοκρατία και την απουσία ενός ορθολογικού και σταθερού πλαισίου κανονισμών και δικαιοσύνης.
Περί «σχετικής» και «στοιχειώδους» σοβαρότητας
Εν κατακλείδι, ο κλάδος των τροφίμων-ποτών-καπνού στην Ελλάδα είναι ένας από τους σημαντικότερους εξαγωγικούς τομείς της μεταποιητικής βιομηχανίας, δυναμικός και με ανεπτυγμένο εξαγωγικό προσανατολισμό. Ωστόσο, μια πιο ολοκληρωμένη ανάπτυξή του προϋποθέτει την ύπαρξη μιας κεντρικά οργανωμένης στρατηγικής, με κέντρο προσανατολισμού την αλλαγή του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου και την ολόπλευρη αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας, με έμφαση στην ανάπτυξη του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα. Φυσικά, οι βαρύγδουπες προτάσεις απαιτούν πέραν όλων των άλλων και μια σχετική σοβαρότητα. Αλλά όταν δεν βγάζεις άκρη με τα διαθέσιμα στοιχεία για τον κλάδο, που προέρχονται από διαφορετικές πηγές ερευνών, το πρόβλημα είναι μάλλον θέμα ελλείμματος στοιχειώδους (παρά «σχετικής») σοβαρότητας…
Στρατηγικός σχεδιασμός των εξαγωγών
Η υπέρβαση των προβλημάτων του εγχώριου κλάδου τροφίμων-ποτών-καπνού για την περαιτέρω βελτίωση των εξαγωγικών του επιδόσεων, σύμφωνα με τις συστάσεις των ερευνητικών ινστιτούτων που ασχολούνται σχετικά, προϋποθέτει την αύξηση των επενδύσεων σε ΠΟΠ/ΠΓΕ προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, την ανάπτυξη εξαγωγικών συνεταιρισμών για την παράκαμψη του προβλήματος του μεγέθους της παραγωγής, την αξιοποίηση του ηλεκτρονικού εμπορίου για τη διείσδυση στις αναδυόμενες αγορές, την ενίσχυση της ταυτότητας των ελληνικών προϊόντων και εντέλει την εκπόνηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού των εξαγωγών.
Πολλές είναι οι προτάσεις για την προώθηση των εξαγωγών του εγχώριου κλάδου των τροφίμων-ποτών, είτε σχετίζονται με δράσεις της πολιτείας είτε με πρωτοβουλίες των ίδιων των επιχειρήσεων.
Στην έκθεση της διαΝΕΟσις αναφέρονται:
● Η βελτίωση του θεσμικού πλαισίου της Δημόσιας Διοίκησης, μέσω της άρσης των εμποδίων που αποθαρρύνουν την εξαγωγική δραστηριότητα των επιχειρήσεων,
● δεύτερον, η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας που θα ενισχύσουν την εξωστρέφεια τη χώρας,
● η προτεραιότητα βελτίωσης των παραγωγικών δομών που σχετίζονται με την εξαγωγική δραστηριότητα και ιδίως του δικτύου μεταφορών (λιμάνια-σιδηρόδρομοι),
● η πλήρης αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες επικοινωνίας και πληροφορικής, όπως και των διπλωματικών υπηρεσιών για την υποστήριξη των εξαγωγικών επιχειρήσεων της χώρας,
● η μακροπρόθεσμη επένδυση στην έρευνα και την τεχνολογία, μέσω της ενίσχυσης των ερευνητικών υποδομών της χώρας και της σύνδεσης της πανεπιστημιακής και ερευνητικής κοινότητας με τις επιχειρήσεις,
● και η παροχή κινήτρων και η καθιέρωση θεσμικού πλαισίου για τη δημιουργία επιχειρήσεων μεγαλύτερου μεγέθους, με προτεραιότητα σε τομείς υψηλής εγχώριας προστιθέμενης αξίας και σε επιχειρήσεις που στοχεύουν σε μεγάλες αγορές υψηλού κατά κεφαλήν εισοδήματος.
Επιπλέον, στη δέσμη των προτάσεων προώθησης των εξαγωγών συμπεριλαμβάνονται:
● Η σύνδεση των ελληνικών προϊόντων με το ελληνικό brand name διεθνώς, με συνέπεια και συνέχεια στον χρόνο και με τη συντονισμένη εκμετάλλευση του τουριστικού ρεύματος προς την Ελλάδα,
● η θεσμική προώθηση των συνεργιών μεταξύ επιχειρήσεων για τη δημιουργία διεπιχειρηματικών κέντρων (clusters) που θα καλύπτουν την παροχή συμβουλών και κοινές δράσεις μάρκετινγκ, εφοδιασμού, πληροφορικής, πιστοποίησης προϊόντων και επαγγελματικής κατάρτισης,
● η υποστήριξη της καθετοποίησης της εξαγωγικής αλυσίδας, μέσω της παροχής κινήτρων στις μικρότερες ελληνικές επιχειρήσεις να γίνονται προμηθευτές των μεγάλων εξαγωγικών μονάδων,
● η επιμόρφωση πάνω σε επιχειρηματικά σχήματα που προωθούν δυναμικές παραγωγικές αλυσίδες (value chains), οι οποίες επιτρέπουν τη δημιουργία μονάδων ανάπτυξης καινοτόμων προϊόντων,
● η προώθηση και χρηματοδοτική στήριξη της καινοτομίας, μέσω της ενίσχυσης της διεθνούς παρουσίας των εξαγωγικών επιχειρήσεων σε δράσεις τεχνολογιών αιχμής, όπως η διεθνής κατοχύρωση ευρεσιτεχνιών κ.ά.
Για τις ίδιες τις επιχειρήσεις προτείνονται:
● Η δημιουργία κουλτούρας καινοτομίας και εξωστρέφειας,
● η διαφοροποίηση προϊόντων και παρεχόμενων υπηρεσιών,
● η μακροχρόνια δέσμευση σε στρατηγική branding, που προσδίδει και προβάλλει όλες τις αξίες και τα ειδικά χαρακτηριστικά του εκάστοτε προϊόντος στις ξένες αγορές (αντί των ανωνύμων προϊόντων χαμηλής προστιθέμενης αξίας),
● η διοικητική οργάνωση με εξαγωγικό προσανατολισμό,
● η στελέχωση με εξειδικευμένο προσωπικό R&D, παραγωγής, μάρκετινγκ, πωλήσεων,
● ο προσανατολισμός σε αγορές υψηλών εισοδημάτων και η υποστήριξη νέων προϊόντων με στρατηγική «premium pricing»,
● η συνεργασία με δίκτυα εξωτερικού και μεγάλες αλυσίδες,
● η συνεχής επιμόρφωση του προσωπικού για την ανάπτυξη εξαγωγικών δεξιοτήτων,
● η συνεργασία με πανεπιστήμια για τη δημιουργία καινοτομιών σε όλες τις λειτουργίες της εκάστοτε επιχείρησης, με την πρόνοια για παράλληλη μείωση του κόστους λειτουργίας,
● η συστηματική έρευνα αγορών,
● η αντικατάσταση της «διαισθητικής» στρατηγικής με την καθιέρωση στόχων αποτελεσματικότητας με μακροχρόνια δέσμευση,
● η συνεργασία με άλλες εξαγωγικές επιχειρήσεις και η συμμετοχή σε διεθνείς εκθέσεις.