ΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΕΛΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΠΤΕΡΩΝ

Η πληρωμή των δημοτικών τελών για κατάληψη κοινοχρήστου χώρου είναι η κύρια υποχρέωση των περιπτερούχων προς το Δήμο. Ο κ. Ιωάννης Πετρόγλου, δικηγόρος-διδάκτωρ Νομικής, μιλάει για το νομικό πλαίσιο που διέπει τα δημοτικά τέλη, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις είναι υπέρογκα, ενώ προσδιορίζονται από το δημοτικό συμβούλιο κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και θέτουν ορισμένες φορές ζήτημα ανταγωνισμού μεταξύ των περιπτερούχων, ακόμη και εκείνων που βρίσκονται στον ίδιο δρόμο… αλλά με διαφορά αριθμού.

Το νομικό πλαίσιο της επιβολής δημοτικών τελώνΈνα πολύ σοβαρό θέμα που απασχολεί όλους τους περιπτερούχους είναι η πληρωμή των δημοτικών τελών που κάθε χρόνο τους επιβάλλει ο Δήμος για κατάληψη του κοινοχρήστου χώρου του πεζοδρομίου με βάση τα τετραγωνικά μέτρα που καταλαμβάνουν τα ρολά, τα σταντ για τις εφημερίδες και τα περιοδικά, τυχόν αποθήκες γύρω από το περίπτερο και γενικά για οτιδήποτε άλλο με το οποίο ο περιπτερούχος καταλαμβάνει χώρο κοινόχρηστο από το πεζοδρόμιο.

“Τα δημοτικά τέλη προβλέπονται από το νόμο 1080/ 1980, όπως τροποποιήθηκε από το νόμο 1828/ 1989, με τον οποίο ορίστηκε η διαδικασία γενικώς για επιβολή τέλους σε περίπτωση κατάληψης κοινόχρηστων χώρων, όχι μόνο από τα περίπτερα, αλλά και από οποιοδήποτε άλλο κατάστημα, που επίσης καταλαμβάνει κοινόχρηστο χώρο με τραπεζοκαθίσματα ή άλλα εμπορεύματα. Την ίδια υποχρέωση έχουν εξάλλου απέναντι στο Δήμο και άλλες κατηγορίες επαγγελματιών, όπως για παράδειγμα οι κουλουρτζήδες, οι καστανάδες και οι εφημεριδοπώλες για το τμήμα του κοινόχρηστου χώρου που καταλαμβάνουν”, λέει ο κ. Ιωάννης Πετρόγλου, δικηγόρος-διδάκτωρ Νομικής.

Η άδεια, το τέλος και το υπερβολικό πρόστιμο

Συνήθως στις αρχές κάθε έτους ο ενδιαφερόμενος – περιπτερούχος μπορεί να υποβάλει στο δήμο αίτηση, με την οποία ζητεί να του χορηγηθεί το δικαίωμα να καταλάβει νομίμως τον κοινόχρηστο χώρο, οπότε και πληρώνει το τέλος αυτό.

“Αν όμως η άδεια αυτή δεν χορηγηθεί, τότε υπάρχει αυθαίρετη κατάληψη του κοινοχρήστου χώρου, με αποτέλεσμα εκτός από το τέλος, που προβλέπεται από το νόμο και προσδιορίζεται σε ποσό από το δημοτικό συμβούλιο του κάθε δήμου, να επιβάλλεται και πρόστιμο της τάξεως του 200%, ποσό το οποίο είναι υπερβολικό”, τονίζει ο κ. Πετρόγλου .

Το καταβλητέο τέλος επιβάλλεται για όλο το χρόνο έστω κι αν ο περιπτερούχος κάνει χρήση του χώρου μόνο για μια μέρα εντός του έτους.

“Αν δηλαδή για παράδειγμα η μίσθωση ενός περιπτέρου λήξει στις αρχές Ιανουαρίου και ο περιπτερούχος έχει ήδη πληρώσει το τέλος για ολόκληρο το χρόνο, δεν μπορεί να ζητήσει την επιστροφή του για τους υπόλοιπους έντεκα μήνες από το Δήμο. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να βρει τα πρόσωπα που θα κάνουν χρήση του κοινοχρήστου χώρου μετά από αυτόν, για να έρθει σε διακανονισμό μαζί τους και να πάρει την αναλογία από το τέλος που έχει ήδη καταβάλλει στο Δήμο. Αλλά αυτό στην πράξη είναι πολύ δύσκολο”, εξηγεί ο κ. Πετρόγλου.

Όσο για την άδεια, αυτή μπορεί να εκδοθεί από το Δήμο και το μήνα Ιούνιο ή Ιούλιο, ενώ έχει τύχει να εκδοθούν αποφάσεις και μετά το καλοκαίρι, ή ακόμη και στα τέλη του έτους, έστω κι αν η αίτηση του περιπτερούχου κατατέθηκε εμπρόθεσμα στις αρχές του! Έτσι αν στο μεταξύ ο Δήμος κάνει έλεγχο, διαπιστώσει “παράνομη και αυθαίρετη” κατάληψη του κοινόχρηστου χώρου, θα επιβάλλει και το πρόστιμο του 200%!

Υπέρογκα τέλη σε αντίθεση με την αρχή της ισότητας

Τα τέλη καθορίζονται από το δημοτικό συμβούλιο του κάθε δήμου στο τέλος συνήθως του προηγούμενου χρόνου ανά περιοχή και ανά δρόμο, ενώ σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις και οι δρόμοι χωρίζονται σε ζώνες ανάλογα με τον αριθμό τους.

“Αυτό που διαπιστώνει κανείς είναι ότι σε περιοχές, όπως π.χ η πλατεία Συντάγματος, το τέλος που καλούνται να πληρώσουν οι περιπτερούχοι είναι υπερβολικό. Για το έτος 1999 έφτανε σε 366.000 δρχ/m2 στην πλατεία Συντάγματος, σε 171.000 δρχ/m2 στην πλατεία Ομονοίας, σε 102.000 δρχ/m2 στην πλατεία Κάνιγγος, στις 117.000 δρχ/ m2 στη Ρηγίλλης, στις 212.000 δρχ/m2 στη Βαλαωρίτου, σε 191.000 δρχ/m2 στη Δραγατσανίου και στις 366.000 δρχ/m2 στη Μητροπόλεως. Για την τελευταία μάλιστα οδό, (αν και το ίδιο συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιοχές και οδούς), οι περιπτερούχοι των οποίων το περίπτερο βρίσκεται από τον αριθμό 1 έως την οδό Βουλής πληρώνουν τέλος 366.000 δρχ/m2,, ενώ όσοι έχουν περίπτερο από τη Βουλής και κάτω μόνο 95.000 δρχ/m2”, επισημαίνει ο δικηγόρος κ. Ι. Πετρόγλου.

“Αυτή η έντονη διαφοροποίηση στην επιβολή του τέλους έχει αντικοινωνικό χαρακτήρα, θέτει και ζητήματα ανταγωνισμού πλέον μεταξύ των γειτόνων επαγγελματιών, ενώ γίνεται και κατά παράβαση των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των περιπτερούχων”, τονίζει ο κ. Πετρόγλου, θέτοντας μια εύλογη απορία για το σκεπτικό του Δήμου, βάσει του οποίου ο ένας περιπτερούχος που βρίσκεται στη μια γωνία της οδού Βουλής πληρώνει τέλος 366.000 δρχ/m2, ενώ ο άλλος που έχει περίπτερο στην αμέσως επόμενη γωνία πληρώνει μόλις 95.000 δρχ/m2!

Για το ίδιο θέμα ο πρόεδρος της “Ενότητας” κ. Ν. Παλιογιάννης προσθέτει: “Ο Δήμος Αθηναίων το 1999 πήρε μια απόφαση με την οποία έβαλε αύξηση στα τέλη 5%, αλλά στην πραγματικότητα τα τέλη αυξήθηκαν σε πολλούς κεντρικούς δρόμους 500%. Παράλληλα, με μια άλλη απόφαση υποτίθεται ότι αυξομείωσε τα τέλη, αλλά αυτό ήταν τόσο δυσανάλογο που στην πραγματικότητα οι μειώσεις ήταν ελάχιστες, γιατί στην ουσία αυξήθηκε ο συντελεστής που θα πλήρωνε ο περιπτερούχος από ρολά, εμπορεύματα και ψυγείο, με αποτέλεσμα οι επιβαρύνσεις στο σύνολό τους να φτάνουν το 500%. Ήδη αναμένουμε την απάντηση του περιφερειάρχη και παράλληλα περιμένουμε τις δικαστικές αποφάσεις επί των προσφυγών μας, ενώ με δικαστική απόφαση κρίθηκε μεταξύ άλλων ότι δεν μπορεί ο δήμος να μας χρεώνει για το χώρο που καταλαμβάνουμε ανάλογα με το εμπόρευμα που βάζουμε”.

Έλλειψη κριτηρίων και αιτιολογίας στον προσδιορισμό των τελών

Εκτός όμως από τα παραπάνω, ένα άλλο σοβαρό ζήτημα που ανακύπτει με τα δημοτικά τέλη είναι ότι δεν προκύπτουν τα κριτήρια με βάση τα οποία προσδιορίζονται για κάθε έτος και για κάθε περιοχή και οδό.

“Ο νόμος, ως μοναδικό κριτήριο προσδιορισμού του ύψους του τέλους θέτει την περιοχή όπου βρίσκεται το περίπτερο. Από κει και πέρα το κριτήριο αυτό πρέπει να προσδιορίζεται αλλά και να αιτιολογείται συγκεκριμένα από το δημοτικό συμβούλιο. Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις το δημοτικό συμβούλιο δεν προσδιορίζει για ποιο λόγο καθορίζονται στα συγκεκριμένα ποσά τα τέλη που πρέπει να επιβληθούν, αλλά ούτε προσδιορίζει γιατί ανά χρόνο η αύξηση θα είναι 5% ή 10 %, κλπ. Υπάρχει δηλαδή ένας αυθαίρετος υπολογισμός των ποσών που εξαναγκάζονται να πληρώνουν οι επαγγελματίες περιπτερούχοι στο Δήμο. Για παράδειγμα, για τον καθορισμό τέλους για το 1999 το δημοτικό συμβούλιο αναφέρει στην απόφασή του τα εξής: “Η παραπάνω αναπροσαρμογή κρίθηκε απαραίτητη επειδή η γιγαντιαία προσπάθεια της δημοτικής αρχής με έργα που δημιουργούν υψηλές συνθήκες αναβάθμισης της πόλης αποβαίνει σε όφελος των επαγγελματιών, ιδιαίτερα εκείνων που χρησιμοποιούν κοινόχρηστους χώρους. Κρίθηκε λοιπόν εύλογη η συμμετοχή τους στα οικονομικά βάρη”.

Ο κ. Πετρόγλου σχολιάζει την παραπάνω απόφαση λέγοντας πως “η συμμετοχή είναι εύλογη για όλους, αλλά με ποια κριτήρια έρχεται κανείς και προσδιορίζει ότι π.χ στο Σύνταγμα η ενοικίαση ουσιαστικά ενός τετραγωνικού μέτρου ανέρχεται σε 366.000 δρχ. το χρόνο; Για να υπάρχει πλήρης διαφάνεια κατά την επιβολή των τελών και των προστίμων και για να δημιουργηθεί συνείδηση συμμετοχής στα κοινά βάρη όλων των επαγγελματιών θα πρέπει ο προσδιορισμός των τελών ανά περιοχή να αιτιολογείται πλήρως από τα Δημοτικά Συμβούλια και να μην αρκούνται αυτά σε γενικόλογες αναφορές, όπως η ανωτέρω, που δημιουργούν κλίμα αντιπαλότητας μεταξύ Δήμου και δημοτών και αίσθηση αυθαιρεσίας “στην επιβολή των τελών”.

“Εξάλλου”, συνεχίζει ο ίδιος, “μετά από προσφυγή περιπτερούχων, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών με πρόσφατη απόφασή του έκρινε ότι ο υφιστάμενος τρόπος υπολογισμού των τελών δεν είναι νόμιμος και ότι θα πρέπει ο δήμος, κατά την επιβολή των τελών για αυθαίρετη χρήση κοινοχρήστων χώρων, να αιτιολογεί τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζονται τα ποσά ανά τετραγωνικό μέτρο”.

Τα τέλη πρέπει να είναι όμοια για όλους

Κι ενώ ο νόμος προβλέπει ότι τα δημοτικά τέλη θα είναι ανάλογα της έκτασης που καταλαμβάνει ο κάθε επαγγελματίας με τα εμπορεύματά του, όταν ο περιπτερούχος τοποθετεί διάφορα παιχνίδια ή ψυγεία ή σταντ έξω από το περίπτερο τότε το τέλος δεν προσδιορίζεται ανά τετραγωνικό μέτρο, αλλά ορισμένες αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου το καθορίζουν εφάπαξ ανά ψυγείο, παιχνίδι, κλπ. Για παράδειγμα, στο κέντρο της Αθήνας το 1999 το τέλος ήταν 180.000 δρχ. κι έτσι αν κάποιος είχε ένα ψυγείο κι ένα παιχνίδι το τέλος ήταν 180.000 Χ 2, έστω κι αν το παιχνίδι αυτό καταλάμβανε μόνο μισό τετραγωνικό και για την περιοχή στην οποία είναι το περίπτερο προβλέπεται γενικό τέλος ανά τετραγωνικό μέτρο μόλις 30.000 δρχ.!

“Αυτό είναι σαφώς παράνομο, διότι ο ίδιος ο νόμος ορίζει το τέλος να καθορίζεται ανά m2, ανεξάρτητα από το τι χρήση κάνει στο χώρο αυτό ο επαγγελματίας”, διευκρινίζει ο κ. Πετρόγλου.

Ανισότητες επιπλέον μεταξύ των επαγγελματιών δημιουργεί το γεγονός ότι ο Δήμος έχει ακολουθήσει την τακτική να προσδιορίζει διαφορετικά τα ποσά των τελών ανάλογα με τους επαγγελματίες.

“Για τα καταστήματα δηλαδή που βάζουν τραπεζοκαθίσματα και ενδέχεται να καταλαμβάνουν 40 ή 50 ή και 100 τετραγωνικά μέτρα σε πλατείες και σαφώς έχουν μεγαλύτερα έσοδα από αυτά των περιπτέρων, προβλέπεται πολύ μικρότερο τέλος χρήσης κοινοχρήστου χώρου, που μπορεί να ανέρχεται και στο 1/3 ή 1/ 4 αυτού που πληρώνουν οι περιπτερούχοι! Για το λόγο αυτό ένα αίτημα της “Ενότητας” των περιπτερούχων είναι να υπάρχει μια ισότητα που είναι επιβεβλημένη από το Σύνταγμα όσον αφορά τα τέλη, αφού είναι σίγουρα όχι μόνο άνισο αλλά και παράλογο αυτό που σήμερα συμβαίνει”, τονίζει ο κ. Πετρόγλου.

Δικαστική προστασία

Τέλος, η δικαστική προστασία των περιπτερούχων σε περίπτωση επιβολής τελών και προστίμων είναι ζήτημα ιδιαίτερα σημαντικό.

“Από την επίδοση της απόφασης του δημάρχου και της ατομικής ειδοποίησης, με τις οποίες επιβάλλονται τα τέλη και τα πρόστιμα, ξεκινάει μια προθεσμία εξήντα ημερών, μέσα στην οποία μπορεί ο περιπτερούχος να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου, με τη διαφοροποίηση ότι η προσφυγή αυτή κατατίθεται απευθείας στο Δήμο. Οι δημοτικοί υπάλληλοι όμως στις περισσότερες περιπτώσεις παραλείπουν να ενημερώσουν τους περιπτερούχους ότι οι προσφυγές αυτές, επειδή απευθύνονται στο Διοικητικό Πρωτοδικείο, κατά κανόνα πρέπει να υπογράφονται από δικηγόρο, διαφορετικά είναι απαράδεκτες και θα απορριφθούν από το δικαστήριο. Κατ΄ εξαίρεση, όταν το τέλος είναι μικρότερο από 200.000 δρχ. τότε μπορεί να τις υπογράψει και ο ενδιαφερόμενος”, τονίζει ο κ. Πετρόγλου.

 

 

 

 

 

 

 

ΜΠΥΡΑ : ΚΑΤΑΚΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟ 2001

Παρ' όλο που τα σούπερ μάρκετ κατέχουν μικρό μερίδιο επί των συνολικών πωλήσεων μπύρας, το τελευταίο διάστημα παρουσιάζονται αυξητικές τάσεις στο συγκεκριμένο κανάλι προώθησης του προϊόντος.

Μετά τη μικρή αύξηση που παρατηρήθηκε στην αγορά της μπύρας το 2000, για το 2001 αναμένεται περαιτέρω αύξηση των πωλήσεων. Όπως σε πολλές άλλες κατηγορίες προϊόντων, τα στοιχεία που διατίθενται για την αγορά της μπύρας προέρχονται μόνο από τα καταστήματα τροφίμων (όπου και πραγματοποιεί μετρήσεις αγοράς η AC Nielsen). Ωστόσο, σύμφωνα με στελέχη εταιρειών του κλάδου, στα σούπερ μάρκετ πραγματοποιείται μόλις το 20% των συνολικών πωλήσεων. Παρ’ όλο που οι πωλήσεις στο συγκεκριμένο κανάλι κερδίζουν σταδιακά έδαφος, δεν παύουν να αντιπροσωπεύουν μόνο ένα κομμάτι της συνολικής αγοράς.

“Στροφή” των καταναλωτών

Στην ελληνική αγορά οι σημαντικότεροι καταναλωτές μπύρας εκτιμάται ότι παραμένουν οι νέοι ηλικίας 18-35 ετών. Σημαντική παράμετρος της αύξησης κατανάλωσης αποτελεί, όπως και στην περίπτωση του ελληνικού εμφιαλωμένου κρασιού και του ούζου, η στροφή των νεαρότερων ηλικιών από τα “σκληρά” αλκοολούχα ποτά (π.χ. ουίσκι, βότκα κλπ.) προς τη μπύρα και το κρασί. Η μπύρα, άλλωστε, που πραγματοποιεί περισσότερο από το 60% περίπου των πωλήσεών της τους μήνες Μάιο έως Σεπτέμβριο, χαρακτηρίζεται ως πιο ταιριαστό ποτό για τις θερμοκρασίες του ελληνικού καλοκαιριού. Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό της μπύρας αποτελεί και ένα από τα μειονεκτήματά της. Πολλοί καταναλωτές εξακολουθούν να θεωρούν τη μπύρα περισσότερο αναψυκτικό παρά αλκοολούχο ποτό, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τις πωλήσεις της. Πράγματι, η μπύρα δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο από τον Ελληνα καταναλωτή η μπύρα όπως από άλλους λαούς που είναι παραδοσιακοί καταναλωτές της.

Η “μόδα” που διαδόθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα με τις μπυραρίες, βελτίωσε αισθητά την αντιμετώπιση του Έλληνα καταναλωτή απέναντι στη μπύρα. Από την άλλη, σημαντικά βοηθάει τις πωλήσεις μπύρας η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της μέσης ελληνικής οικογένειας. Η διασκέδαση στο σπίτι με φαγητό και μπύρα ή άλλο ποτό δεν αποτελεί πια ανάγκη λόγω έλλειψης χρημάτων αλλά επιλογή. Έτσι, είναι συχνές οι συνευρέσεις φίλων στο σπίτι, γεγονός που επηρεάζει θετικά τις πωλήσεις του προϊόντος από τα σούπερ μάρκετ. Γι’ αυτό το λόγο αυξάνονται οι πωλήσεις μπύρας από τα καταστήματα τροφίμων τα τελευταία χρόνια, όπως εκτιμούν στελέχη εταιρειών του κλάδου. Παρ’ όλο που οι Έλληνες είναι “παραδοσιακοί” και στην επιλογή μπύρας και δύσκολα αλλάζουν μάρκα, αν γνωρίσουν κάτι νέο που τους ικανοποιεί γευστικά, αλλάζουν συνήθειες. Το απέδειξε το λανσάρισμα της “Mythos”, το 1997, που κέρδισε πολύ γρήγορα μερίδιο στην εγχώρια αγορά. Για το λόγο αυτό οι προβολές στα σούπερ μάρκετ για τη μπύρα θεωρούνται αναγκαίες για την κατάκτηση μεγαλύτερου μεριδίου αγοράς ή τη διατήρηση του υπάρχοντος.

Ανοδος 6% σε αξία

Οι συνολικές πωλήσεις μπύρας ανήλθαν σε 39,6 δισ. δρχ. το 2000, παρουσιάζοντας άνοδο περίπου 6% έναντι του 1999, που διαμορφώθηκαν σε 37,6 δισ. δρχ. Αντίστοιχα, ο όγκος πωλήσεων το 2000 διαμορφώθηκε σε 78,3 εκατ. λίτρα έναντι 75,8 εκατ. λίτρα το 1999 (στοιχεία AC Nielsen που αφορούν μόνο στα καταστήματα τροφίμων).

  • Η εποχικότητα εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την κατανάλωση του συγκεκριμένου ποτού, αφού εκτιμάται ότι πάνω από το 60% της κατανάλωσης γίνεται από το Μάιο έως το Σεπτέμβριο, καθώς η μπύρα θεωρείται και αναψυκτικό, γεγονός που αυξάνει τη ζήτησή της κατά τους θερινούς μήνες. Άλλη παράμετρος της αύξησης της ζήτησης της μπύρας τη συγκεκριμένη περίοδο θεωρείται η προσέλευση τουριστών από χώρες που παραδοσιακά καταναλώνουν πολλή μπύρα.
  • Το μεγαλύτερο ποσοστό κατανάλωσης, ύψους 80%, πραγματοποιείται στη λεγόμενη “κρύα” αγορά (δηλαδή εστιατόρια, ταβέρνες, γενικά μέρη στα οποία γίνεται άμεση κατανάλωση) σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών εταιρειών του κλάδου- ενώ το 15-20% των πωλήσεων πραγματοποιείται στα σούπερ μάρκετ. Σταδιακά, ωστόσο, η δεύτερη κατηγορία φαίνεται να κερδίζει έδαφος.
  • Η μπύρα που γευστικά καλύπτει περισσότερο τον Έλληνα καταναλωτή θεωρείται ότι είναι η lager, που κατέχει μερίδιο αγοράς περίπου 95% (π.χ. η Mythos, η Heineken και η Amstel). Το υπόλοιπο μερίδιο αγοράς καλύπτεται από τις εγχώρια παραγόμενες μπύρες και τις εισαγόμενες. Η αγορά της μπύρας, σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, κινείται σε τρεις υποκατηγορίες όσον αφορά στην κατανάλωση: η πρώτη κατηγορία καλύπτει τις λεγόμενες mass (μαζικές, χαμηλής τιμής) μπύρες. Η δεύτερη καλύπτεται από την κατηγορία premium με υψηλότερη τιμή (όπως η Kaiser), ενώ η τρίτη κατηγορία, που αντιπροσωπεύει ποσοστό περί του 6% της συνολικής κατανάλωσης, αφορά στις εισαγόμενες μπύρες, που καταναλώνονται κατά κύριο λόγο σε μπαρ και μπυραρίες.

Αθηναϊκή Ζυθοποιία

Με τα δύο βασικά προϊόντα, τη Heineken και την Amstel, η Αθηναϊκή Ζυθοποιία κατέχει σημαντικό μερίδιο στην εγχώρια αγορά μπύρας, ενώ διακινεί πολλές ακόμη ετικέτες του προϊόντος. Η Amstel είναι μπύρα lager με περιεκτικότητα σε αλκοόλ 5%. Έχει παρουσία στην Ελλάδα για περισσότερα από 30 χρόνια αλλά γεννήθηκε στο Άμστερνταμ το 1870 και πήρε το όνομά της από τον ποταμό Amstel της πόλης.

Η Heineken είναι μπίρα lager με περιεκτικότητα σε αλκοόλ 5%. Η συγκεκριμένη μπύρα διαθέτει παρουσία σε περισσότερες από 200 χώρες του κόσμου και είναι ιδιαίτερα αγαπητή στην Ευρώπη.

Στις ετικέτες μπύρας της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας συμπεριλαμβάνονται και οι εξής:

  • Άλφα: lager μπύρα με ελαφριά γεύση και περιεκτικότητα σε αλκοόλ 5%.
  • Buckler: μπύρα non alcohol με ελάχιστη περιεκτικότητα σε αλκοόλ (0,5%).
  • Carib: lager με περιεκτικότητα σε αλκοόλ 5,2%.
  • Desperados: lager μπύρα με άρωμα tequila και περιεκτικότητα σε αλκοόλ 5,9%.
  • Amstel bock: δυνατή μαύρη μπύρα τύπου bock με περιεκτικότητα σε αλκοόλ 7%.
  • Amstel light: ξανθιά μπύρα τύπου lager με αλκοόλ 3,5%.
  • Αmstel gold: ξανθιά μπύρα lager με έντονη γεύση και αλκοόλ 7%.
  • Coors: lager μπύρα αμερικανικής προέλευσης με αλκοόλ 5%.
  • Fischer: ξανθιά μπύρα τύπου pilsener με αλκοόλ 5%.

Ζυθοποιία Μπουτάρη

Το πιο δημοφιλές προϊόν της ζυθοποιίας είναι η “Μύθος”, που λανσαρίστηκε το 1997 και ανέτρεψε την κατανομή μεριδίων στην ελληνική αγορά μπύρας. Η εταιρεία διαθέτει στην αγορά τις εξής ετικέτες:

    • Μύθος: η πρώτη ελληνική μπύρα της αγοράς με ελληνικό όνομα, δημιουργήθηκε μετά από έρευνα των αναγκών και συνηθειών του Έλληνα καταναλωτή και αξιοποίηση της εμπειρίας και της γνώσης των σημαντικότερων ευρωπαϊκών σχολών μπύρας (ιρλανδική, γερμανική, δανική, γαλλική). Είναι ξανθιά τύπου lager με αλκοολικό βαθμό 5%.
    • Carlsberg: ξανθιά μπύρα, τύπου lager, με ιδιαίτερη πυκνότητα αφρού, παράγεται σε 73 ζυθοποιεία σε όλο τον κόσμο και διατίθεται σε περισσότερες από 178 χώρες. Στην Ελλάδα εισάγεται από την Κύπρο και την Ελληνική Ζυθοποιία Φωτιάδης.
    • Foster’s: ξανθιά μπύρα τύπου lager. Κατάγεται από την Αυστραλία και παράγεται στη Μεγάλη Βρετανία. Είναι η πρώτη σε πωλήσεις μπύρα στη Μ. Βρετανία, ενώ διατίθεται σε περισσότερες από 140 χώρες.
    • Kaiser: διεθνώς ο κυριότερος εκφραστής της γερμανικής σχολής pilsner, είναι η πρώτη μπύρα pils στην Ελλάδα και καταναλώνεται σε περισσότερες από 60 χώρες του κόσμου.
    • Henninger: μπύρα τύπου lager από τη Βαυαρία, που άρχισε να παράγεται στην Ελλάδα το 1970.
    • Guinness: ιρλανδική μαύρη μπύρα τύπου stout, αποτελεί την πρώτη μαύρη μπύρα σε πωλήσεις στον κόσμο. Εισάγεται στην Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, ενώ διατίθεται σε περισσότερες από 130 χώρες.
    • Kilkenny: ιρλανδική κόκκινη μπύρα τύπου ale, λανσαρίστηκε στην αγορά το Δεκέμβριο του 1999 και διατίθεται σε βαρέλι.

Τύποι μπύρας

Ο βασικός παράγοντας ταξινόμησης των κατηγοριών μπύρας είναι το είδος της ζύμης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή τους. Οι δύο κυριότερες κατηγορίες είναι η lager και η ale. Πολλές υποκατηγορίες μπύρας διακρίνονται με βάση το χρώμα, τη γεύση και τον τρόπο παρασκευής ή ακόμη και τον τόπο προέλευσής της. Ειδικότερα:

Lager: οι μπύρες τύπου lager κατάγονται από τη βόρεια Ευρώπη και αποτελούν το 90% της παγκόσμιας κατανάλωσης μπύρας. Περιέχουν μαγιά η οποία μετά τη ζύμωση κατακάθεται στον πυθμένα του δοχείου ζύμωσης. Υποκατηγορίες της είναι, μεταξύ άλλων, η Pilsener/Pils και η Bock. Η Pilsener/Pils αντιπροσωπεύει το 75% της παγκόσμιας κατανάλωσης μπύρας αποτελώντας την κυριότερη υποκατηγορία της lager. Παρασκευάστηκε για πρώτη φορά στο Pilsen της Βοημίας, στην Τσεχία, το 1824, απ’ όπου και πήρε το όνομά της.

Ale: οι τύπου Ale είναι μπύρες στις οποίες μετά τη ζύμωσή τους η μαγιά ανεβαίνει στην επιφάνειά τους. Υποκατηγορίες τους είναι μεταξύ άλλων η Red Ale, η Weiss και η Stout. Η Red Ale χαρακτηρίζεται από το χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα της και παρασκευάζεται κυρίως στο Βέλγιο, την Ιρλανδία και τις ΗΠΑ. Οι μπύρες Weiss, από την άλλη, έχουν ως κύριο συστατικό το σιτάρι, ενώ διαθέτουν χαρακτηριστικό “θολό” χρώμα, καθώς οι περισσότερες δεν φιλτράρονται, με αποτέλεσμα να παραμένουν υπολείμματα μαγιάς στη φιάλη. Οι μπύρες Stout γεννήθηκαν στην Ιρλανδία στα μέσα του 18ου αιώνα και έγιναν το εθνικό ποτό των Ιρλανδών. Διαθέτουν τέσσερις τύπους (Dry, Sweet, Double και Imperial).

ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΣΤΟ ΧΟΡΟ ΤΟΥ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΥ

Με επικίνδυνα σταθερά ανοδικό ρυθμό κινείται ο πληθωρισμός καθ' όλη τη διάρκεια της φετινής χρονιάς, ενώ για τον τελευταίο μήνα, για τον οποίο υπάρχουν στοιχεία, δηλαδή το Μάιο, ο γενικός δείκτης των τιμών καταναλωτή έκανε και νέο βήμα προς τα πάνω, κλείνοντας με αύξηση 3,6% από 3,5% τον Απρίλιο.

Ο τιμάριθμος καταναλωτή δεν είναι ωστόσο αποκλειστικά ελληνικό πρόβλημα, δεδομένου ότι όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποφέρουν από μία υφέρπουσα αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων, η οποία δυστυχώς συνοδεύεται και από υποχώρηση των αναπτυξιακών προοπτικών των χωρών της Ευρωζώνης. Έτσι, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Γιάννος Παπαντωνίου αναγκάσθηκε στα μέσα Ιουνίου να ανακοινώσει ότι όχι μόνο ο τιμάριθμος καταναλωτή ξέφυγε στο 3,6% το Μάιο, αλλά και ότι οι ισχυρές αναπτυξιακές τάσεις της χώρας για φέτος πρέπει θα περιορισθούν σε αύξηση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος(ΑΕΠ) μόνο κατά 4,5%. Να σημειωθεί ότι ελάχιστες ημέρες πριν ο ίδιος είχε εκτιμήσει ότι η Ελλάδα θα αναπτυχθεί φέτος με ρυθμό της τάξης του 5%. Έτσι, στο μέτρο που αναζωπυρώνονται οι πληθωριστικές πιέσεις υποχωρεί και ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ. Πέρα όμως από αυτές τις αρνητικές εξελίξεις στα μακροοικονομικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, χειροτερεύει και η διάρθρωση των πληθωριστικών πιέσεων.

Στο πλαίσιο αυτό να παρατηρήσουμε ότι στον πληθωριστικό χορό μπαίνουν και τα τρόφιμα, με αύξηση του ειδικού τιμαρίθμου της κατηγορίας αυτής κατά 4,6% το Μάιο. Είναι σαφές ότι η όξυνση των πιέσεων των λιανικών τιμών και στη βασικότερη κατηγορία καταναλωτικών αγαθών δημιουργεί πλέον ένα περιβάλλον διευρυμένων πληθωριστικών πιέσεων. Μέχρι τώρα ο βασικότερος αυτός κλάδος των οικογενειακών προϋπολογισμών αποτελούσε άγκυρα σταθερότητας και ο τιμάριθμος των τροφίμων υπολειπόταν σταθερά των αυξήσεων του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή. Δηλαδή, τα τρόφιμα, λόγω της μεγάλης σημασίας τους στη διάρθρωση του γενικού δείκτη τιμών και της υψηλής συμμετοχής τους στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών, έπαιζαν σταθεροποιητικό ρόλο στις γενικότερες πληθωριστικές πιέσεις.

Δυστυχώς, από τον προηγούμενο Μάιο όλα αυτά άλλαξαν και τα τρόφιμα ξεπέρασαν όλες τις επί μέρους κατηγορίες καταναλωτικών αγαθών σε ρυθμό αύξησης των τιμών. Έτσι με το γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή να έχει καταγράψει αύξηση 3,6% το Μάιο, τα τρόφιμα ακρίβυναν συνολικά κατά 4,6% τον ίδιο μήνα και αντί να αποτελούν, όπως στο παρελθόν, άγκυρα στην πορεία του πληθωρισμού, μετατρέπονται σε κινητήριο δύναμή του. Η τροπή αυτή αποτελεί κρίσιμο σημείο καμπής στην πορεία της οικονομίας και αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος για τον οποίο ο κ. Παπαντωνίου ανέλαβε ο

ίδιος να καθησυχάσει τους παράγοντες της οικονομίας, που δείχνουν ενοχλημένοι από τα προβλήματα της οικονομικής πολιτικής. Στους παράγοντες αυτούς περιλαμβάνεται πλέον και όλη η βιομηχανία, όπως έγινε σαφές από τις έντονες συγκρούσεις που καταγράφηκαν στη διάρκεια της φετινής ετήσιας γενικής συνέλευσης του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών. Εκεί οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας επιτέθηκαν με πρωτοφανή δριμύτητα εναντίον της κυβέρνησης, ενώ και ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών απάντησαν με οξύτητα. Εν πάση περιπτώσει, οι γενικότερες εξελίξεις στην οικονομία ανησυχούν πλέον ένα αυξανόμενο τμήμα των παραγόντων του χώρου, με τον πληθωρισμό να αποτελεί απλώς την ορατή κορυφή του παγόβουνου των προβλημάτων παραγωγικότητας που αντιμετωπίζει η χώρα.

ΣΑΡΑΝΤΗΣ : ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ CLEARASIL

Την αποκλειστική αντιπροσώπευση και διανομή των προϊόντων ευρείας κατανάλωσης CLEARASIL στην Ελλάδα ανέλαβε ο όμιλος ΣΑΡΑΝΤΗ, βάσει συμβολαίου τριετούς διάρκειας.

Τα προϊόντα CLEARASIL διαχειρίζεται διεθνώς πλέον η εταιρεία BOOTS HEALTHCARE INTERNATIONAL, μετά την πρόσφατη απόκτησή τους από την P&C. Ο όμιλος ΣΑΡΑΝΤΗ επιδιώκει την αντιπροσώπευσή τους και στην αγορά της Πολωνίας. Τα προϊόντα CLEARASIL κατέχουν ηγετικά μερίδια στην παγκόσμια αγορά των παρασκευασμάτων πρόληψης και θεραπείας της ακμής και διακινούνται ήδη σε 50 χώρες. Στην εγχώρια αγορά ο ετήσιος τζίρος που πραγματοποιούν ανέρχεται σε 500-600 εκ. δρχ.

Οι ενοποιημένες πωλήσεις του ομίλου ΣΑΡΑΝΤΗΣ κατά το α΄ τρίμηνο του 2001 εμφανίζονται αυξημένες κατά 26%, φτάνοντας στα 13,7 δισ. δρχ. έναντι 10,8 δισ. δρχ. της αντίστοιχης περσινής περιόδου. Η αύξηση αυτή αποδίδεται στην ενισχυμένη δραστηριότητα του ομίλου στον τομέα των καλλυντικών και στην ιδιαίτερα θετική εξέλιξη των οικονομικών του αποτελεσμάτων από την παρουσία του στις αγορές της ανατολικής Ευρώπης. Ωστόσο, η ΣΑΡΑΝΤΗΣ παρουσιάζει μείωση των προ φόρων αποτελεσμάτων της κατά 21%, καθώς τα κέρδη του α΄ τριμήνου του έτους ανήλθαν σε 959 εκ. δρχ., έναντι 1,2 δισ. δρχ. την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Αιτία της υστέρησης των κερδών του ομίλου είναι η μεγάλη διαφορά στο λογαριασμό των χρηματοοικονομικών εξόδων, που εμφανίζεται αρνητικός κατά 642 εκ. δρχ. Η διοίκηση του ομίλου αναμένει για φέτος συνολικές πωλήσεις ύψους περίπου 70 δισ. δρχ. και κέρδη 5,4 δισ. δρχ.

ΠΡΟΒΑΤΡΟΦΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΒΓΑΛ

Tην πρότυπη προβατοτροφική μονάδα της παρουσίασε επίσημα σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στα Kουφάλια Θεσσαλονίκης η MEBΓAΛ.

H μονάδα, την οποία δημιούργησε ο ιδρυτής της MEBΓAΛ και επίτιμος πρόεδρός της Kων. Xατζάκος, έχει κύριο σκοπό να συμβάλει στην ανάπτυξη της ελληνικής προβατοτροφίας και στη βελτίωση της ποιότητας του πρόβειου γάλακτος στη χώρα μας και, όπως ανέφερε ο υπουργός Mακεδονίας – Θράκης κ. Γ. Πασχαλίδης, ο οποίος τίμησε με την παρουσία του την εκδήλωση, "δείχνει και ανοίγει νέους δρόμους στην ελληνική κτηνοτροφία, ενισχύοντας την ποιότητα στη διατροφική αλυσίδα"”.

Πέντε χρόνια μετά από την ίδρυσή της, το 1995, όλα τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι η δημιουργία τέτοιων μονάδων μπορεί να δώσει νέες δυνατότητες ανάπτυξης στην ελληνική προβατοτροφία και προοπτικές απασχόλησης στους νέους Eλληνες κτηνοτρόφους, τόνισε στην ομιλία του ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της MEBΓAΛ κ. Δημ. Συμεωνίδης.

Oπως είπε ο κ. Συμεωνίδης, η εταιρεία, επενδύοντας 230 εκατ., δημιούργησε και λειτουργεί μία βιώσιμη μονάδα, κερδοφόρα, στην οποία παράγεται άριστης ποιότητας πρόβειο γάλα της τάξεως των 105-135 τόνων ετησίως.

Oι συνολικές εγκαταστάσεις της μονάδας καταλαμβάνουν έκταση περίπου 7 στρεμμάτων καθώς και τεχνητό λειμώνα έκτασης περίπου 88 στρεμμάτων.

Ο τζίρος της MEBΓAΛ πέρυσι ανήλθε σε 43,8 δισ. δρχ. (+9%) και τα κέρδη σε 343 εκατ. (+40%). Η εταιρεία μόλις έχει ολοκληρώσει 3ετές επενδυτικό πρόγραμμα 6 δισ. και στην επόμενη τριετία πρόκειται να υλοποιήσει νέες επενδύσεις συνολικού ύψους άνω των 5 δισ.

Η PROCTER & GAMBLE ΕΞΑΓΟΡΑΣΕ ΤΗΝ CLAIROL

Στην κορυφαία θέση στην αγορά των προϊόντων φροντίδας και βαφής μαλλιών ανέβηκε ο αμερικανικός κολοσσός της PROCTER & CAMBLE, μετά την εξαγορά, αντί 4,950 δισ. δολαρίων σε μετρητά, της μονάδας των προϊόντων CLAIROL από την BRISTOL-MYERS.

Η αμερικανική BRISTOL-MYERS αποφάσισε να πουλήσει την CLAIROL, όπως και τη μονάδα που δραστηριοποιείται στον κλάδο της ορθοπεδικής ZIMMER, προκειμένου να επικεντρωθεί στον τομέα της παραγωγής φαρμάκων, με στόχο την περαιτέρω ανάπτυξή του.

Η CLAIROL ήδη κατέχει τη δεύτερη θέση στην αμερικανική αγορά προϊόντων βαφής μαλλιών μετά τη L‘ OREAL. Οι πωλήσεις των προϊόντων φροντίδας μαλλιών της CLAIROL στις ΗΠΑ ανέρχονται στα 900 εκ. δολάρια, ενώ εκείνες των προϊόντων βαφής μαλλιών στα 700 εκ. δολάρια.

Όπως μας είπε ο κ. Μιχάλης Φανδρίδης, εμπορικός διευθυντής της P&G Hellas, η εξαγορά θα προσθέσει στον ετήσιο παγκόσμιο τζίρο της P&G περίπου 1,6 δισ. δολάρια, δηλαδή μια αύξηση πωλήσεων της τάξης του 3%-3,5%, ενώ θα δώσει το έναυσμα για επίτευξη μειώσεων κόστους της τάξης των 200 εκ. δολαρίων. Μέσω αυτής, πρόσθεσε, η P&G εισέρχεται και στην αγορά των βαφών μαλλιών, η οποία παρουσιάζει ετήσιο ρυθμό ανόδου σε παγκόσμιο επίπεδο περίπου 4%-6%. Πάντως, δεδομένου ότι το 75% των πωλήσεων της CLAIROL γίνεται στις ΗΠΑ, ο χρόνος και η διαδικασία της ενσωμάτωσής της στην P&G δεν θα απασχολήσει άμεσα τις ευρωπαϊκές αγορές -πολύ περισσότερο την ελληνική, όπου τα προϊόντα CLAIROL, τα οποία διακινεί η ΣΑΡΑΝΤΗΣ, έχουν σχετικά περιορισμένα μερίδια αγοράς. Από αυτή την άποψη, όπως διαπίστωσε ο κ. Φανδρίδης, “η εξαγορά αυτή δεν σημαίνει κάτι αξιοσημείωτα σημαντικό για την εγχώρια αγορά. Τα προϊόντα CLAIROL θα εξακολουθήσει να τα αντιπροσωπεύει η ΣΑΡΑΝΤΗΣ, ίσως ακόμα για ένα χρόνο ή και περισσότερο. Για την ώρα δεν είναι στις προτεραιότητές μας να προχωρήσουμε σε κάποιες αλλαγές σχετικά”.

Σημειώνεται ότι πρόσφατα η ΣΑΡΑΝΤΗΣ ανανέωσε το συμβόλαιο συνεργασίας της με την BRISTOL-MYERS, σχετικά με τη διανομή των προϊόντων CLAIROL στην ελληνική αγορά, για τα επόμενα 3,5 χρόνια.

Η εξαγορά της μονάδας CLAIROL από την P&G τυπικά θα ολοκληρωθεί εντός ολίγων εβδομάδων, καθώς αναμένεται η έγκρισή της από την Επιτροπή Ανταγωνισμού των ΗΠΑ.

ΚΕΡΔΗ – ΕΚΠΛΗΞΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

Κέρδη-έκπληξη εξασφάλισε για το πρώτο τρίμηνο του έτους η ΑΒ Βασιλόπουλος, ενώ στο ίδιο διάστημα σημαντικά αυξημένος ήταν και ο τζίρος της εταιρείας έναντι του 2000.

Αναλυτικότερα, οι πωλήσεις της ΑΒ Βασιλόπουλος από την 1.1.01 έως και τις 31.3.01 αυξήθηκαν κατά 8,32% σε σχέση με το ίδιο διάστημα του προηγούμενου έτους. Τα καθαρά κέρδη προ φόρων της ίδιας περιόδου ανήλθαν στα 465,4 εκατ. δραχμές, σημειώνοντας άνοδο κατά 160% σε σχέση με τα 174,4 εκατ. δραχμές της προηγούμενης χρονιάς. Σύμφωνα με τη διοίκηση της εταιρείας, η μεγάλη άνοδος της κερδοφορίας της οφείλεται στους βελτιωμένους όρους αγορών, αλλά και στη δυναμική διαχείριση του κόστους με το οποίο λειτουργεί η εταιρεία.

Σε ανακοίνωσή της η ΑΒ Βασιλόπουλος αναφέρει επίσης ότι στα ανωτέρω στοιχεία δεν περιλαμβάνονται οι πωλήσεις και τα αποτελέσματα των θυγατρικών της Τροφό και ΕΝΑ, που αποκτήθηκαν στα τέλη Ιανουαρίου του 2001, ενώ η προσθήκη των αποτελεσμάτων των εταιρειών ΕΝΑ και Τροφό στα ενοποιημένα οικονομικά στοιχεία της ΑΒ επηρεάζουν αρνητικά τα αποτελέσματά της, λόγω δαπανών της εξαγοράς και απόσβεσης των κονδυλίων φήμης και πελατείας.

Η ΑΒ επισημαίνει επίσης ότι τόσο από τον ισολογισμό της όσο και από τον ενοποιημένο ισολογισμό αποκαλύπτεται η ύπαρξη σοβαρής διάστασης των απόψεων μεταξύ της εταιρείας και των πρώην μετόχων της Τροφό ως προς τα περιουσιακά στοιχεία της τελευταίας κατά τη μεταβίβαση. Για το θέμα αυτό βρίσκονται σε εξέλιξη διαδικασίες που προβλέπονται από τη σύμβαση, που έχουν υπογράψει οι δύο πλευρές, αλλά και από το ισχύον νομικό καθεστώς. Αξίζει τέλος να τονισθεί ότι το “σ.σ.” στο προηγούμενο τεύχος του είχε αναφερθεί σε αυτή ακριβώς τη διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο εταιρειών, λόγω της οποίας η ΑΒ Βασιλόπουλος δεν θα καταβάλλει τελικά το συνολικό συμφωνηθέν τίμημα για την εξαγορά της Τροφό.

ΑΥΞΗΣΗ ΤΖΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΤΑΘΕΡΑ ΚΕΡΔΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΟΥΝΤΣΙΔΗΣ

Η αύξηση των πωλήσεων και η σταθεροποίηση της κερδοφορίας είναι δύο εκ των βασικότερων στόχων που έθεσε η Γουντσίδης ΑΕ για την τρέχουσα χρήση.

Η εταιρεία, που έχει την έδρα της στη Δράμα και διαθέτει συνολικά 10 καταστήματα (το ένα στην Καβάλα), εκτιμά ότι το 2001 θα κλείσει με τζίρο της τάξης των 12 δισ. δραχμών, έναντι 11,2 δισ. το 2000 και με κέρδη 318 εκατ. δραχμών, όσα δηλαδή είχε πετύχει και κατά το προηγούμενο 12μηνο. Από τα επίσημα στοιχεία της Γουντσίδης προκύπτει επίσης ότι η μείωση που σημείωσε στα κέρδη της το 2000 από τα 750 εκατ. το 1999, είχε να κάνει με τις κακές οικονομικές συγκυρίες που επικράτησαν στο ΧΑΑ, οι οποίες πέρυσι δεν της επέτρεψαν να εγγράψει και νέες υπεραξίες. Πάντως, ο τζίρος της στο διάστημα 1999 – 2000 κινήθηκε ανοδικά, αφού από τα 10 δισ. δραχμές αυξήθηκε πέρυσι στα 11,2 δισ.

Και πολυκατάστημα

Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας κ. Χρ. Γουντσίδη, φέτος η αλυσίδα δεν έχει σχεδιάσει την ίδρυση νέων εμπορικών μονάδων, όμως τα αναπτυξιακά της πλάνα προβλέπουν για το άμεσο μέλλον τη δημιουργία ενός πολυκαταστήματος, στο οποίο, μεταξύ άλλων, θα στεγαστεί και η νέα κεντρική αποθήκη. Το πολυκατάστημα θα εδρεύει σε οικόπεδο που ήδη αγοράστηκε στην τιμή των 600 εκατ. δραχμών.

Σήμερα η Γουντσίδης διαθέτει κεντρική αποθήκη 2.000 τ.μ., που λειτουργεί και ως cash & carry κατάστημα, από το οποίο εξυπηρετούνται περί τους 150 επαγγελματίες. Όμως, με τη μεταφορά της στις υπόγειες εγκαταστάσεις του σχεδιαζόμενου πολυκαταστήματος η αποθήκη θα συνεχίσει να λειτουργεί μόνο ως cash & carry μονάδα, οπότε θα επεκτείνει περαιτέρω τη δραστηριότητά της.

Από την πλευρά του, ο διευθυντής marketing της αλυσίδας κ. Δ. Κασάπης, αναφερόμενος γενικότερα στις πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί κατά το 2001, τονίζει πως φέτος επιχειρείται η εσωτερική αναδιοργάνωση της εταιρείας. Παράλληλα, έχει δρομολογηθεί και υλοποιείται η εγκατάσταση νέων ταμιακών μηχανών σε όλες τις εμπορικές μονάδες της αλυσίδας. Οι νέες ταμιακές θα επικοινωνούν ηλεκτρονικά με κεντρικό υπολογιστή, ενώ η εν λόγω δαπάνη υπολογίζεται στα 65 εκατ. δραχμές.

Τέλος, αξίζει να υπογραμμισθεί ότι η αλυσίδα, η οποία ιδρύθηκε από τον κ. Δ. Γουντσίδη, σημερινό πρόεδρό της, διαθέτει συνολικούς χώρους πώλησης 8.200 τ.μ. και στα καταστήματά της εργάζονται 260 υπάλληλοι, οι οποίοι είναι πλήρους απασχόλησης.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΜΑΣΟΥΤΗΣ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Με τα εγκαίνια δύο καταστημάτων λιανικής και ενός χονδρικής, η αλυσίδα σούπερ μάρκετ ΜΑΣΟΥΤΗΣ ΑΕ συνέχισε το επενδυτικό της πρόγραμμα για το 2001.

Αναλυτικότερα, στα μέσα Μαρτίου έγιναν τα εγκαίνια του 106ου καταστήματος της αλυσίδας στην Κομοτηνή. Πρόκειται για το τρίτο κατά σειρά κατάστημα της εταιρείας στη συγκεκριμένη πόλη, το οποίο βρίσκεται επί της Λεωφ. Δημοκρίτου 21, διαθέτει χώρο πώλησης 800 τ.μ., με επιπλέον τμήματα κρεοπωλείου, οπωροπωλείου, αρτοπωλείου, παντοπωλείου, αλλαντικών-τυροκομικών και εποχιακών ειδών. Διευθυντής του νέου καταστήματος ανέλαβε ο κ. Νίκος Μαυρίδης, ενώ το προσωπικό απαρτίζεται από 20 άτομα. Το κατάστημα έχει 4 ταμιακές εξόδους, που λειτουργούν με το σύστημα bar code, που παρέχει τη δυνατότητα σύνδεσης και επικοινωνίας με τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας.

Λίγες ημέρες αργότερα εγκαινιάστηκε το 10ο cash & carry της εταιρείας στην Πτολεμαϊδας. Το κατάστημα βρίσκεται στο 2Ο χλμ. Πτολεμαϊδας-Κοζάνης, δίπλα στο GRAND ΜΑΣΟΥΤΗΣ της πόλης, με χώρο πώλησης 500 τ.μ. και μεγάλη γκάμα προϊόντων, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες των επαγγελματιών της περιοχής. Το κατάστημα απασχολεί 5 άτομα προσωπικό και τη διεύθυνση ανέλαβε ο κ. Κώστας Σπανούδης.

Στις αρχές Απριλίου, εγκαινιάστηκε το σούπερ μάρκετ της αλυσίδας στην περιοχή Πολύγυρου Χαλκιδικής. Το κατάστημα αυτό είναι το 107ο της ΜΑΣΟΥΤΗΣ. Ο όμιλος Δ. ΜΑΣΟΥΤΗΣ αριθμεί συνολικά πέντε σούπερ μάρκετ στην Χαλκιδική.

Την κορδέλα των εγκαινείων έκοψε ο Νομάρχης της Χαλκιδικής κος Βασιλάκης, παρουσία εκπροσπώπων των τοπικών αρχών, στελεχών της επιχείρησης, συνεργατών και καταναλωτών.

Το νέο κατάστημα είναι ιδιόκτητο με συνολικό κόστος επένδυσης 400.000.000 δρχ. Διαθέτει 700 τ.μ. χώρους πώλησης και 600 τ.μ. υπόγειο χώρο αποθήκευσης. Περιλαμβάνει τμήματα όπως κρεοπωλείο, οπωροπωλείο, αρτοπωλείο, παντοπωλείο, τμήμα αλλαντικών και τυροκομικών καθώς και τμήμα εποχιακών ειδών.

Δειυθυντής του νέου καταστήματος είναι ο κ. Αθανάσιος Παπαοικονόμου καταξιωμένο στέλεχος της Δ. ΜΑΣΟΥΤΗΣ Α.Ε., ενώ το λοιπό προσωπικό απαρτίζεται από 20 άτομα.

Το κατάστημα έχει 4 ταμειακές εξόδους που λειτουργούν με το σύστημα bar code της Siemens Nixdorf που παρέχει τη δυνατότητα σύνδεσης και επικοινωνίας με τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας.

CHAMPION ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ CARREFOUR

Δεκαπέντε μήνες μετά τη λειτουργία του πρώτου Carrefour στη χώρα μας και δύο περίπου χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ του γαλλικού ομίλου και της Μαρινόπουλος, η Carrefour – Μαρινόπουλος περνά στην υλοποίηση του δεύτερου βασικού άξονα ανάπτυξής της στην ελληνική αγορά. Στη δημιουργία των Champion Μαρινόπουλος.

Η διοίκηση της Carrefour τον περασμένο μήνα κάλεσε τους βασικούς προμηθευτές της και σε ειδική εκδήλωση παρουσίασε τη φιλοσοφία και το βασικό στήσιμο που θα έχουν τα καταστήματα της Μαρινόπουλος, μετά τη ριζική ανακαίνισή τους. Στόχος της συνάντησης αυτής ήταν να τεθούν οι βάσεις προκειμένου οι δύο πλευρές να μπορέσουν να συνεργαστούν στο μέλλον αποδοτικότερα. Τα Champion Μαρινόπουλος, όπως θα ονομάζονται σύντομα, σχεδιάσθηκαν για καθημερινές επισκέψεις καταναλωτών, ώστε να υποστηρίξουν τις γρήγορες αγορές, τις αγορές δηλαδή μικρότερου “καλαθιού”. Ουσιαστικά θα καλύψουν το κενό που αφήνουν οι μεγάλες εμπορικές μονάδες της Carrefour, τις οποίες ο καταναλωτής επιλέγει όταν επιθυμεί να προβεί στο σύνολο των αγορών του με μια μόνο επίσκεψη σε σούπερ μάρκετ.

Τα ανωτέρω αναφέρουν πηγές του “σ.σ.” οι οποίες προσθέτουν επίσης ότι στην κατηγορία των Champion Μαρινόπουλος θα ενταχθούν τα μικρά σούπερ μάρκετ, δηλαδή τα καταστήματα από 500 τ.μ. έως και 800 τ.μ., τα μεσαία σούπερ μάρκετ, με έκταση από 800 τ.μ. έως και 1.500 τ.μ., καθώς και τα μεγάλα σούπερ μάρκετ (super plus), καταστήματα τα οποία καταλαμβάνουν έκταση πάνω από 1.500 τ.μ. Σε Champion Μαρινόπουλος δεν θα μετατραπούν μόνο τα Υπέρ Μαρινόπουλος, τα οποία θα διατηρήσουν την οργάνωση με την οποία λειτουργούν και σήμερα.

Όσο για τις παρεμβάσεις τις οποίες θα επιχειρηθούν, θα είναι σε πολλαπλά επίπεδα και θα έχουν να κάνουν τόσο με τις κτιριακές εγκαταστάσεις όσο και με το ανθρώπινο δυναμικό της εταιρείας. Τα Champion Μαρινόπουλος, λοιπόν, θα έχουν νέα όψη, λειτουργικότερο σχεδιασμό των εσωτερικών τους χώρων, ενώ θα δώσουν μεγάλη έμφαση στα φρέσκα προϊόντα, ώστε να υποστηριχθούν οι καθημερινές επισκέψεις των καταναλωτών. Η επένδυση για την ανακατασκευή των καταστημάτων της Μαρινόπουλος – που θα διαρκέσει πολλούς μήνες – αναμένεται να κοστίσει μερικές δεκάδες δισ. δραχμών, ενώ ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό θα διατεθεί και για την εκπαίδευση του προσωπικού και ειδικότερα για την οργάνωση ειδικών σεμιναρίων.

Και βέβαια στόχος όλων των ανωτέρω δεν είναι άλλος από την ενίσχυση του ετήσιου τζίρου της εταιρείας, αλλά και την αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητάς της έναντι των υπολοίπων αλυσίδων του λιανεμπορίου τροφίμων και βασικών καταναλωτικών αγαθών.