Ο πυρετός των ανατιμήσεων ανεβαίνει!

Σε κλοιό ισχυρών ανατιμητικών πιέσεων βρίσκεται η αγορά του κλάδου. Οι προμηθευτές ανακοινώνουν βροχηδόν αυξημένους τιμοκαταλόγους χονδρικής, μεταφέροντας στη λιανική την ορμή του διεθνούς ανατιμητικού κύματος, που κινεί πλέον ανοδικά τον εγχώριο πληθωρισμό, έχοντας ήδη εκτινάξει στα ύψη το σχετικό δείκτη στην Ευρώπη και την Αμερική. Οι τσέπες των καταναλωτών ήδη έχουν πάρει φωτιά.

H αύξηση των διεθνών τιμών πετρελαίου από το επίπεδο των 20 δολαρίων το βαρέλι στις αρχές του έτους στα 75-80 δολάρια το βαρέλι, η διόγκωση των τιμολογίων του ηλεκτρικού ρεύματος, η εκτίναξη κατά 20%-30% των διεθνών τιμών των πρώτων υλών, ο τετραπλασιασμός ή πενταπλασιασμός του μεταφορικού κόστους –κυρίως σε ό,τι αφορά τις μεταφορές προϊόντων με κοντέινερ από την Κίνα–, όπως και η αύξηση εν γένει της ζήτησης, λόγω της υποχώρησης των περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας, σε συνδυασμό με την αδυναμία της παραγωγής να ανταποκριθεί σχετικά, προκαλούν ένα διεθνές ντόμινο ανατιμήσεων στο πεδίο της παραγωγής, που πλέον φτάνει στα ράφια της λιανικής.

Οι συνέπειες είναι πια αισθητές στην Ελλάδα, όπου, πάντως, η αγορά ακολουθεί με σχετική καθυστέρηση, δεδομένου ότι ο πληθωρισμός τον Ιούνιο, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ήταν αυξημένος σε ετήσια βάση κατά 1% και σε μηνιαία βάση κατά 0,9%, όταν στην Ευρωζώνη τον Ιούνιο ήταν 1,9% σε ετήσια βάση (2% το Μάιο) και στις ΗΠΑ στο επίπεδο του 5%.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, οι μεγαλύτερες ανοδικές πιέσεις ασκήθηκαν σε ετήσια βάση από τα προϊόντα διατροφής και τα μη αλκοολούχα ποτά (0,4%), την ένδυση και υπόδηση (0,5%), τη στέγαση (4%) και τις μεταφορές (6,7%). Στον αντίποδα, μειώσεις τιμών καταγράφηκαν στα αλκοολούχα ποτά και τον καπνό (-02%), τα διαρκή αγαθά, είδη νοικοκυριού και υπηρεσίες (-0,8%), την υγεία (-1,3%), τις επικοινωνίες (-1,8%) κ.ά.

Πίσω από τις προαναφερόμενες ανατιμήσεις στη λιανική βρίσκεται η εκτίναξη τον Μάιο (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία) του δείκτη τιμών παραγωγού, που σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ διαμορφώθηκε στο 13,7% σε ετήσια βάση, όπως και του παραγωγού εξωτερικής αγοράς, που διαμορφώθηκε αντίστοιχα στο 26,8%. Μάλιστα, οι εξελίξεις στους επιμέρους δείκτες των παραγωγών εξωτερικής αγοράς προμηνύουν περισσότερα προβλήματα στην τιμολόγηση των αγαθών. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο δείκτης της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, ατμού και κλιματισμού έδειξε τον Μάιο αύξηση 294,6%(!), ο δείκτης παραγωγής προϊόντων διύλισης πετρελαίου έδειξε αύξηση 95,8%, ο δείκτης παραγωγής τροφίμων αύξηση 1,9% και ο δείκτης παραγωγής προϊόντων από καουτσούκ ή πλαστικές ύλες έδειξε αύξηση 6,6%. Όσο για τους δείκτες παραγωγών της εσωτερικής αγοράς, άνοδος 71,3% καταγράφηκε στη διύλιση πετρελαίου, 10,3% στην κατασκευή ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, 4,3% στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου κ.ά., 1,5% στην παραγωγή τροφίμων και 1,2% στην παραγωγή ποτών.

Από τα προαναφερόμενα είναι σαφές ότι το κλίμα, σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση των τιμών καταναλωτή, είναι βαρύ όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά διεθνώς, ενώ πολύ κρίσιμη είναι η απάντηση στα ερωτήματα ποια θα είναι η ένταση των ανατιμήσεων και ποια η διάρκειά τους. Για την ώρα κανείς δεν μπορεί να τοποθετηθεί σχετικώς με ασφάλεια, αλλά η τεράστια ρευστότητα των κεντρικών τραπεζών προς τις οικονομίες, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης των επιπτώσεων της πανδημίας, είναι βέβαιο πως ευνοεί τις κερδοσκοπικές τάσεις…

Πληθωρισμός ανατιμητικών καταλόγων χονδρικής
Στην Ελλάδα τα σούπερ μάρκετ τους τελευταίους μήνες δέχονται πιέσεις από τις προμηθεύτριες εταιρείες, λόγω των αυξημένων τιμοκαταλόγων χονδρικής που τους κοινοποιούνται, και ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούν είναι προκαθορισμένος, αφού οι εναλλακτικές τους λύσεις –πέραν της άμεσης μετακύλησης των ανατιμήσεων στο ράφι– είναι είτε να εφαρμόσουν τις αυξήσεις με μια χρονοκαθυστέρηση είτε να τις απορροφήσουν, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, επιβαρύνοντας ασφαλώς τα καθαρά τους αποτελέσματα.

Σε κάθε περίπτωση η «αντίστασή» τους στη σχετική πίεση έχει όρια. Η στάση τους, λοιπόν, αποφασίζεται ανά κωδικό προϊόντος και κυρίως με βάση τις σχέσεις τους με τον εκάστοτε προμηθευτή, τα περιθώρια κέρδους τους, τη σημαντικότητα καθενός προϊόντος για τον καταναλωτή και, βέβαια, την κατάσταση του ανταγωνισμού και τη θέση τους μέσα σε αυτόν.

Πάντως, σύμφωνα με τα όσα δηλώνουν στο «σελφ σέρβις» υψηλόβαθμα στελέχη του κλάδου, οι μετακυλήσεις των ανατιμήσεων συνήθως γίνονται σταδιακά. Ως παράδειγμα φέρνουν τις αυξήσεις τιμών, που ήδη τους έχουν κοινοποιηθεί από τις προμηθεύτριες εταιρείες τροφίμων. Ενώ κατά μέσο όρο διαμορφώθηκαν στο 4,5%, μέχρι τώρα στο ράφι έχει περάσει το 2,5%.

Η συμπεριφορά των τιμών στα FMCG
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τα FMCG, ο εσωτερικός πληθωρισμός στο πεντάμηνο εξελίχθηκε, σύμφωνα με την IRI, με ρυθμό 1,9% (μέση μέτρηση ανά τεμάχιο), καθώς σε ποσότητα τα πωλούμενα προϊόντα μειώθηκαν κατά 1,7%, αλλά σε αξία αυξήθηκαν κατά 0,2%. Σημειώνουμε ότι αυξήσεις τιμών είχαμε και το 2020, με τη μέση μεταβολή στα FMCG να διαμορφώνεται στο 1,4%. Ειδικότερα, ενώ οι διακινούμενες ποσότητες είχαν αυξηθεί κατά 7,9%, λόγω της υψηλής ζήτησης τις περιόδους εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας, η αξία των πωληθέντων είχε αυξηθεί κατά 9,5%.

Τα χειρότερα έπονται για τον καταναλωτή
«Το κοινό των σούπερ μάρκετ δεν έχει δει ακόμη τα χειρότερα. Οι μήνες που ακολουθούν θα είναι σαφώς δυσκολότεροι, αφού οι τιμές στα περισσότερα από τα βασικά αγαθά θα συνεχίσουν να αυξάνονται. Έχουμε δρόμο μπροστά μας», αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, προσθέτοντας ότι από την ανάλυσή τους σε ό,τι αφορά το κόστος της ενέργειας ως τμήμα του λειτουργικού τους κόστους (τη «μέση τάση» που χρησιμοποιούν οι αλυσίδες, όπως και πολλές από τις παραγωγικές εταιρείες), προκύπτει ότι ως το τέλος του έτους θα επιβαρυνθούν από αυξήσεις 30% ή και 40%. Ήδη οι τελευταίες ανανεώσεις σχετικών συμβάσεων με τους προμηθευτές ενέργειας προβλέπουν ανατιμήσεις υψηλότερες του 30%. Δεδομένου ότι το κόστος ενέργειας συμμετέχει με υψηλό ποσοστό στο συνολικό κόστος λειτουργίας των αλυσίδων σούπερ μάρκετ (υπολογίζεται ότι πλησιάζει το 10%), προφανώς προσθέτει ακόμα ένα βάσιμο λόγο για ανατιμήσεις στα ράφια. Φυσικά, οι ανατιμήσεις αφορούν και τις αντλίες των πρατηρίων υγρών καυσίμων.

Ένα μεγάλο ζήτημα που απασχολεί τόσο τους προμηθευτές όσο και τα σούπερ μάρκετ, είναι η ανταπόκριση της πρωτογενούς παραγωγής στις ανάγκες της ζήτησης. Όπως εξηγούν οι ίδιοι παράγοντες, η επιβολή lockdown διεθνώς υποχρέωσε τους παραγωγούς πρώτων υλών, όπως και τους παραγωγούς-διακινητές πολλών προϊόντων, να μειώσουν τις εργασίες τους, έτσι ώστε με το απότομο «ξύπνημα» της κατανάλωσης δεν ήταν δυνατόν να καλυφθεί η θεαματική ανάκαμψη της ζήτησης, οπότε η προκαλούμενη ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης επέδρασσε στην άνοδο των τιμών.

Ο μεγαλύτερος φόβος όλων είναι οι ανατιμήσεις να επιδράσουν άσχημα στην κατανάλωση, οπότε τα προβλήματα της αγοράς θα μεγαλώσουν. Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική τιμών που θα ακολουθήσουν οι αλυσίδες τους επόμενους μήνες, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή ισορροπία μεταξύ προσφοράς, ζήτησης, τιμολόγησης και οικογενειακού εισοδήματος. Η ισορροπία αυτή συναρτάται, μάλιστα, με τον τρόπο που η κυβέρνηση θα άρει τα μέτρα στήριξης, λόγω πανδημίας, της αγοράς. Αν, για παράδειγμα, αρθούν απότομα και γρήγορα, ενδέχεται να διαπιστωθεί μια αδυναμία των νοικοκυριών να καταναλώσουν, δημιουργώντας προβλήματα σε όλο το κύκλωμα της αγοράς.

Οι ανατιμήσεις έχουν και συνέχεια
Αξίζει να σημειώσουμε, όπως λένε στελέχη του κλάδου, ότι αν μελετήσει κανείς τις οικονομικές καταστάσεις του 2020 των μεγάλων προμηθευτών, θα διαπιστώσει την προαναγγελία των ανατιμήσεων φέτος και δη για το δεύτερο εξάμηνο του χρόνου.

Εκτός των τροφίμων αυξητικές μεταβολές στις τιμές της τάξης του 4%-5% αναμένονται στα καθαριστικά προϊόντα, όπως προκύπτει από τη γνωστοποίηση των νέων τιμοκαταλόγων πολλών προμηθευτών ήδη από τα τέλη του Ιουνίου. Από τον Σεπτέμβριο αναμένονται ανατιμήσεις και στα είδη bazaar. Όπως μας επισημάνθηκε, «ουδείς γνωρίζει σήμερα πότε θα κλείσει ο κύκλος των ανατιμήσεων. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η υπόθεση βρίσκεται τώρα σε «βρασμό», ότι οι τιμολογιακές τάσεις καθορίζονται από τα πολυεθνικά συστήματα διεθνώς, ότι κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ένα δεύτερο κύκλο ανατιμήσεων μεσοπρόθεσμα κι ότι το μόνο που μπορεί να ανακόψει, μερικώς έστω, την ανοδική τάση των τιμών είναι ο περιορισμός της ζήτησης…».

Όπως τονίζει γνωστός παράγοντας ισχυρής αλυσίδας, «η μείωση της ζήτησης ως απόρροια της αδυναμίας των νοικοκυριών να κάνουν τις συνήθεις αγορές τους, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ψαλίδιζε τις τάσεις ανόδου των τιμών. Αν η κατανάλωση περάσει σε αρνητικό σπιράλ, σίγουρα οι τιμές θα επηρεαστούν αρνητικά. Κάποιοι ευελπιστούν ότι προς τα τέλη του έτους ίσως γίνει μια μικρή διόρθωση, ανακόπτοντας κάπως τις ανατιμήσεις. Δεν θα έλυνε το όλο πρόβλημα, όμως…».
Η μέση τιμή στα σούπερ μάρκετ είναι γεγονός ότι έχει αυξηθεί λόγω των ανατιμήσεων. Αλλά, όπως παρατηρεί ένας από τους συνομιλητές μας, σημαντικά έχει επιδράσει σε αυτό και η αλλαγή του μίγματος των προϊόντων, που επιλέγουν οι καταναλωτές γεμίζοντας το «καλάθι» τους, όπως και οι αποσύρσεις αρκετών εκπτώσεων και προσφορών από τα ράφια ή η αντικατάστασή τους από νέες, λιγότερο ή περισσότερο γενναίες.

Αυξημένες φέτος οι προσφορές
Σε ό,τι αφορά την επίδραση των προσφορών στη φετινή εξέλιξη των τιμών, παράγοντας του κλάδου επισημαίνει ότι οι προωθητικές ενέργειες φέτος έχουν αυξηθεί κι αυτό διότι το 2020, λόγω της αναστάτωσης που έφερε στην αγορά το πρώτο lock down, η προτεραιότητα των αλυσίδων σούπερ μάρκετ δόθηκε στη διαθεσιμότητα των προϊόντων. Έτσι οι προωθητικές ενέργειες πέρασαν σε δεύτερο πλάνο, αν και συνέχισαν, βέβαια, να συμμετέχουν ενεργά στην τελική διαμόρφωση των τιμών.

Το σχετικό σχόλιο επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία της IRI, σύμφωνα με τα οποία στο πρώτο πεντάμηνο φέτος η ένταση των προσφορών στα FMCG ήταν αυξημένη κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό διάστημα –στα τρόφιμα καταγράφηκε η μεγαλύτερη άνοδος (3,9 ποσοστιαίες μονάδες), ενώ στα ΗΒΑ η μεγαλύτερη συμμετοχή των προωθητικών ενεργειών στο σύνολο των πωλήσεών τους, αλλά και μια μικρή ελάττωση της έντασής τους συγκριτικά με το 2020.

Σε ό,τι αφορά την επίδραση των προσφορών στην τελική διαμόρφωση των τιμών φέτος, είναι αυξημένη κατά 1,9% στο σύνολο των FMCG. Οι μεγαλύτερες επιδράσεις διαπιστώθηκαν στα τρόφιμα (2,8%) και στα HBA (2,5%).

Δέσποινα Ξυνού, OK Anytime Markets: Αντιμετωπίζουμε το μέλλον με αυτοπεποίθηση

«Η δικαιόχρηση απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό. Είναι ασύμβατη με τις λογικές του κυνηγητού της ανάπτυξης σαν αυτοσκοπού και των ποικίλων πειραματισμών του «βλέποντας και κάνοντας» ή χάριν εντυπωσιοθηρίας. Στρατηγική σημαίνει ότι είναι σε θέση ο franchisor να παρουσιάσει στο συνεργάτη του ένα αδιάψευστα στοιχειοθετημένο πλάνο, σχετικά με την έναρξη και την κλιμάκωση της κερδοφορίας του franchisee. Οτιδήποτε άλλο δεν είναι υγιές», τονίζει η κ. Δέσποινα Ξυνού, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της ΟΚ Anytime Markets.

Στην έναρξη της συζήτησής μας, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την ανάπτυξη της OK Anytime Markets την περσινή χρονιά, η συνομιλήτριά μας εξήγησε ότι «είχαμε ανάπτυξη τζίρου κοντά στο 20% και μάλιστα σε συγκρίσιμη βάση, καθώς τα τρία νέα καταστήματά μας το 2020 εγκαινιάστηκαν προς τα τέλη του έτους». Και σχολίασε: «Λόγω της πανδημίας, όπως σε όλη την οργανωμένη λιανική, τα συσκευασμένα τρόφιμα είχαν πολύ μεγάλη αύξηση πωλήσεων, κυρίως οι πρώτες ύλες της μαγειρικής, αλλά και τα είδη μαναβικής. Επίσης τα απολυμαντικά έφεραν συγκυριακά νέο τζίρο στον κλάδο, ενώ και τα καθαριστικά προϊόντα είχαν σπουδαίες αναπτύξεις τζίρου. Εντυπωσιακή ήταν και εξακολουθεί να είναι η ανάπτυξη πωλήσεων των αλκοολούχων ποτών, κυρίως του κρασιού, ενώ μειώθηκε αρκετά η ζήτηση των αναψυκτικών και των εμφιαλωμένων νερών».

Ανάπτυξη τζίρου φέτος αντίστοιχη του 2020
σελφ σέρβις: Πώς πήγαν οι πωλήσεις στο πρώτο πεντάμηνο φέτος;
Δέσποινα Ξυνού: Δυστυχώς οι περιορισμοί στο ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων εξαιτίας των μέτρων κατά της πανδημίας, που εξομοίωσαν τη χρονική εμβέλεια δράσης του μικρού καταστήματος τροφίμων με των σούπερ μάρκετ, είχε αρνητική ανάκλαση στις πωλήσεις μας. Έτσι, ενώ σε σύγκριση με το πρώτο πεντάμηνο του 2019 είχαμε φέτος ανάπτυξη πωλήσεων, ως προς την αντίστοιχη περσινή περίοδο είχαμε υποχώρηση. Βέβαια, από το δεύτερο μισό του Μαΐου, οπότε απελευθερώθηκε το ωράριο των μικρών καταστημάτων, ο τζίρος μας εξελίσσεται σε επίπεδα ανάλογα του 2020. Επιφυλάσσομαι να κάνω εκτιμήσεις για τη συνέχεια, αναμένοντας να δω στην εξέλιξή τους τις αντιδράσεις της ζήτησης.

Για παράδειγμα, πέρυσι δεν έφυγαν πολλοί Αθηναίοι για διακοπές. Το τι θα κάνουν φέτος, θα φανεί στην πράξη. Πάντως, το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος οι πωλήσεις μας πήγαν καλύτερα από πέρυσι. Τον Σεπτέμβριο θα φανεί η πραγματική τάση του τζίρου. Εάν και εφόσον ομαλοποιηθούν τα πράγματα, δηλαδή χωρίς νέους περιορισμούς στο ωράριο λειτουργίας, πιστεύω ότι η ανάπτυξή μας φέτος θα είναι ομόλογη του 2020.

σ. σ.: Πώς επηρεάζει τις πωλήσεις το κύμα των ανατιμήσεων;
Δ. Ξ.: Μέχρι τώρα τις αποφύγαμε, έχοντας προνοήσει για τη δημιουργία στοκ κυρίως σε εισαγόμενα είδη, όπου οι ανατιμήσεις φτάνουν έως 10%-15%. Μετά τον Αύγουστο θα φανούν οι σχετικές επιπτώσεις, αλλά πιστεύω ότι οι προμηθευτές θα αντιδράσουν έγκαιρα, ενισχύοντας τις εκπτώσεις και τις προσφορές τους, κυρίως όσοι δρουν σε έντονα ανταγωνιστικές κατηγορίες προϊόντων. Όλοι ενδιαφέρονται να αποτρέψουν την απώλεια πελατών.

σ. σ.: Μια ανατιμητική τάση με βάθος και διάρκεια στο χρόνο είναι δυνατόν να δώσει εκ νέου εύρος στο μερίδιο των PL, που τα τελευταία χρόνια υποχώρησε υπό την πίεση των προσφορών των επώνυμων προϊόντων;
Δ. Ξ.: Τα PL στο δίκτυο των ΟΚ Anytime Markets τα δουλεύουμε σε λίγες μόνο κατηγορίες προϊόντων κι αυτό δεν θ’ αλλάξει. Όμως, στο πλαίσιο της ανάπτυξης του δικτύου των OK Grocery, θα επεκτείνουμε τις προτάσεις μας στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.

OK Grocery: Εγγύηση βιωσιμότητας για τους μικρούς
σ. σ.: Πού αποβλέπετε στρατηγικά με την ανάπτυξη του δικτύου των OK Grocery και ποιο είναι το πλαίσιο της ανάπτυξής του ως προς το δίκτυο των OK Anytime Markets;
Δ. Ξ.: Πρόκειται για μια εντελώς ξεχωριστή αλυσίδα με τελείως διαφορετική τοποθέτηση καταστημάτων από τα OK Anytime Markets. Θέσαμε τις βάσεις για τη δημιουργία της το 2015, αναγνωρίζοντας το εντεινόμενο ενδιαφέρον της ζήτησης για ένα διαφοροποιημένο μοντέλο καταστήματος από το τυπικό ντελικατέσεν ως προς τη διάθεση προϊόντων προηγμένης μεν ποιότητας, αλλά κλασικών στο καλάθι του καταναλωτή. Δηλαδή, για ένα πιο ψαγμένο και ποιοτικό «σούπερ μάρκετ της γειτονιάς», με όλα τα λοιπά χαρακτηριστικά των σούπερ μάρκετ. Σήμερα λειτουργούμε πέντε τέτοια μαγαζιά, χώρου πωλήσεων 300τμ-400τμ –το πρώτο στο Κολωνάκι, το δεύτερο στη Μύκονο, το τρίτο στην Αράχοβα, ένα ακόμα που το εγκαινιάσαμε στην Πάτρα πριν τα περασμένα Χριστούγεννα κατόπιν εξαγοράς του από την τοπική αλυσίδα Σιμιτζής, η οποία μάλιστα πρόκειται να μετατρέψει και τα άλλα τρία καταστήματά της σε OK Grocery, δραστηριοποιούμενη πλέον ως franchisee του δικτύου μας, και το πέμπτο στον Εύοσμο, που το εγκαινιάσαμε πριν το Πάσχα.
Το δίκτυο αναπτύσσεται με το σύστημα της δικαιόχρησης, με συνεργάτες είτε ανεξάρτητους μεμονωμένους επαγγελματίες είτε τοπικές αλυσίδες μικρών σούπερ μάρκετ, που θέλουν να συνδέσουν το μέλλον τους με την επωνυμία μας και τις εγγυήσεις βιωσιμότητας που παρέχει. Ήδη συζητούμε σχετικά με αρκετούς ενδιαφερόμενους, δεδομένου ότι για πολλούς αυτή η περίοδος είναι εποχή τελεσίδικων αποφάσεων, καθώς η απώλεια ισχύος των ομίλων αγορών, που για χρόνια στήριξαν την τοπική μικρομεσαία επιχείρηση του κλάδου, γενικεύεται.

Όλο και περισσότεροι το συνειδητοποιούν: Είτε θα εκμοντερνιστούν από άποψη κωδικολογίου, τιμών, προσφορών, μάρκετινγκ κλπ., εντασσόμενοι σε αξιόπιστα μεγάλα δίκτυα, ικανά να εγγυηθούν την ανάπτυξη και την προοπτική τους, είτε διακινδυνεύουν την απαξίωσή τους. Στο πλαίσιο αυτό, σχεδιάζουμε την κλιμάκωση της ανάπτυξης του δικτύου των OK Grocery σε όλη τη χώρα εν παραλλήλω προς την ανάπτυξη των OK Anytime Markets, που γι’ ακόμα μια χρονιά φέτος ο προσανατολισμός μας είναι η ανάπτυξή τους στα όρια της πρωτεύουσας. Από το 2022 βλέπουμε, καθώς ήδη λειτουργούμε το πρώτο OK Anytime Markets στη Θεσσαλονίκη.

Ανέκαθεν ακούμε και συζητούμε τα πάντα…
σ. σ.: Δηλαδή συνδυάζετε τις συνεργασίες δικαιόχρησης με τις εξαγορές για την επέκταση των OK Grocery; Οι συνεργασίες με ανταγωνίστριες εταιρείες του κλάδου στον τομέα των προμηθειών σας απασχολούν;
Δ. Ξ.: Σε ό,τι αφορά το πρώτο, όλα τα ενδεχόμενα μας ενδιαφέρουν, αλλά εφόσον ο πόθος των συνομιλητών μας είναι η παραμονή τους στην αγορά, η δικαιόχρηση είναι το πλέον κατάλληλο εργαλείο και, ταυτόχρονα, η ευκαιρία να επιβιώσουν με πολύ καλούς όρους. Σε ό,τι αφορά εν γένει τις συνεργασίες στον κλάδο, ανέκαθεν ακούμε και συζητούμε τα πάντα. Ουδέποτε λέμε δογματικά «όχι» πριν ακούσουμε. Συζητούμε και ζυγίζουμε τα πράγματα, ιεραρχώντας πρώτα απ’ όλα το τάιμινγκ κάθε πρότασης και κατόπιν το τι σημαίνει μακροπρόθεσμα. Το σίγουρο είναι ότι αποφεύγουμε τα ευκαιριακά πράγματα.

σ. σ.: Έχετε δεχτεί πρόταση εξαγοράς; Σας ενδιαφέρει κάτι τέτοιο;
Δ. Ξ.: Στο παρελθόν, ναι, μας έχει προταθεί. Όπως σας είπα, ουδέποτε είμασταν απορριπτικοί στη συζήτηση της οποιασδήποτε πρότασης για το οποιοδήποτε θέμα. Αλλά τα απολύτως βέβαια είναι ότι δεν θέλουμε να χαθεί η κουλτούρα συνεργασίας στα μαγαζιά και τις δομές της εταιρείας μας και ότι το επιχειρηματικό μας μοντέλο θέλουμε να εξακολουθήσει να αναπτύσσεται. Πάντως, δεν συζητούμε με κανένα, αν αυτό ρωτάτε να μάθετε…

Καθόλου βέβαιη η επιτυχία των «μεγάλων» στα μικρά μαγαζιά
σ. σ.: Τι σκέψεις σάς δημιουργεί η γενίκευση των στρατηγικών εισόδου των περισσότερων μεγάλων του κλάδου στη μικρή λιανική και δη με όρους ακόμα και χρηματοδότησης των συνεργατών τους;
Δ. Ξ.: Γενικά ο ανταγωνισμός αναβαθμίζει την αγορά προς όφελος όλων των συνεπών συντελεστών της και φυσικά του καταναλωτή. Δεν μπορώ να μην θυμηθώ, όμως, το πνεύμα υποτίμησης για το μικρό κατάστημα κάποιων, από αυτούς που σήμερα το «πολιορκούν», όταν εμείς προ 17 χρόνων αναλαμβάναμε να αποδείξουμε ότι το μικρό μαγαζί όχι μόνο μπορεί να δουλέψει με τάξη και καθαριότητα, αλλά και με ανταγωνιστικότητα τιμών, μίγματος επιλεγμένων κωδικών ραφιού και σωστής συμπεριφοράς στον πελάτη. Στα χρόνια αυτά, λοιπόν, εμείς δημιουργήσαμε τεχνογνωσία και κουλτούρα δικαιόχρησης στη βάση του κέρδους win-win με τους συνεργάτες μας, επιβεβαιώνοντάς το αυτό στην καθημερινή εμπειρία σαν απαραβίαστη αρχή, σαν προϋπόθεση εντέλει της προοπτικής κάθε συνεργασίας μας. Διότι δικαιόχρηση δεν σημαίνει ότι «δουλεύω, ρισκάροντας το χρήμα των συνεργατών μου», αλλά σημαίνει ότι αναπτύσσομαι, εφόσον η ανάπτυξη του συνεργάτη μου γίνεται βάσει ενός δοκιμασμένου πλάνου, είναι πιστοποιήσιμη και αναγνωρίσιμη από τον ίδιο.

Το πιο εύκολο είναι να πεις ότι «χρηματοδοτώ την επένδυσή του!». Όμως, το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς το μαγαζί του συνεργάτη, με όλα τα κόστη που το βαραίνουν από τη στιγμή που εγκαινιάζεται, μπορεί να είναι μεσομακροπρόθεσμα βιώσιμο κι αυτός να αισθάνεται ασφαλής προοδεύοντας, ώστε όχι μόνο να βγάλει το δάνειο της επένδυσής του χωρίς να πνιγεί, αλλά και να δικαιώνει τις προσδοκίες σου… Τα λέω αυτά, γιατί το παρελθόν της αγοράς μας έχει αρκετά εκτροχιασμένα μοντέλα franchising…

Η δικαιόχρηση απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό. Είναι ασύμβατη με τις λογικές του κυνηγητού της ανάπτυξης σαν αυτοσκοπού και των ποικίλων πειραματισμών του «βλέποντας και κάνοντας» ή χάριν εντυπωσιοθηρίας. Στρατηγική σημαίνει ότι είναι σε θέση ο franchisor να παρουσιάσει στο συνεργάτη του ένα αδιάψευστα στοιχειοθετημένο πλάνο, σχετικά με την έναρξη και την κλιμάκωση της κερδοφορίας του franchisee. Οτιδήποτε άλλο δεν είναι υγιές.

Το ότι κάποιοι από τους μεγάλους του κλάδου ήδη έχουν παρουσία στην αγορά του μικρού καταστήματος δικαιόχρησης, ενώ κάποιοι άλλοι ετοιμάζονται να μπουν, είναι γεγονός. Το ευνοεί, άλλωστε, η απαξίωση των ομίλων αγορών. Αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι «επειδή είμαι μεγάλος, μπορώ να τα καταφέρω παντού»… Παρ’ όλα αυτά τα σχετικά εγχειρήματα έχουν γοητεία. Δημιουργείται ανταγωνισμός, πιέζονται οι τιμές κι οι προμηθευτές, …όλοι θα βγούμε κερδισμένοι. Εμείς, έχοντας μακρά εμπειρία στο franchising, αντιμετωπίζουμε το μέλλον με αυτοπεποίθηση.

Τα ερείσματα της ανεξαρτησίας των μικρών χάνονται
σ. σ.: Σε τι κατάσταση βρίσκονται σήμερα τα δίκτυα των παραδοσιακών χονδρεμπόρων, που εξυπηρετούν την ανεξάρτητη μικρή λιανική; Η βιομηχανία, αλήθεια, την στηρίζει;
Δ. Ξ.: Η βιομηχανία θέλει να τη στηρίξει όσο μπορεί, παρακάμπτοντας τους μεσάζοντες, αλλά εντέλει δεν το πετυχαίνει όσο θα ήθελε. Οι παραδοσιακοί χονδρέμποροι από την πλευρά τους, για λόγους οικονομίας έχουν μειώσει τα κωδικολόγιά τους και τις εταιρείες που εξυπηρετούν σαν αντιπρόσωποι-διανομείς τους. Και στην περίπτωσή τους ισχύει ό,τι παντού στην αγορά σήμερα: Επιβιώνει ο πιο δυνατός από άποψη οργάνωσης και μεγέθους.

Μετά το πρώτο σάρωμα της οικονομικής κρίσης υπήρξε, είναι αλήθεια, μια τάση απότομης επαναφοράς στο προσκήνιο πολλών παραδοσιακών χονδρεμπόρων, αλλά αυτό ήταν ευκαιριακό, χωρίς υποδομές και κυρίως χωρίς αντοχές. Πολλοί από αυτούς στηρίχτηκαν στη ρευστοποίηση των αποθεμάτων κάποιων μεγάλων σε αποδρομή, όπως ο Μαρινόπουλος. Έτσι γέμισαν τις αποθήκες τους, σπεύδοντας να προσφέρουν φτηνές προμήθειες στο πελατολόγιό τους ανά την Ελλάδα. Όμως τέτοιες ευκαιρίες πλέον δεν υπάρχουν. Τα πλήγματα στο παραδοσιακό χονδρεμπόριο εξακολουθούν να είναι μεγάλα. Μοιραία η αγορά τους θα συγκεντρωθεί περαιτέρω σε λίγα χέρια.

Τόσο το παραδοσιακό χονδρεμπόριο όσο και οι όμιλοι αγορών δεν είναι πια σε θέση να δίνουν στο μικρό λιανέμπορο αξιόλογες προσφορές, με τις οποίες μέχρι πριν κάποια χρόνια μπορούσε να επιβιώνει. Αυτό είναι κανόνας κυρίως στην τροφοδοσία με είδη διατροφής, όπου οι απαιτήσεις κατοχής κεφαλαίου είναι υψηλότερες. Στον τομέα του non food εμφανίζονται ακόμα κάποιες ευκαιρίες, αλλά συνήθως με τίμημα την αύξηση των αποθεμάτων κωδικών χαμηλής κινητικότητας. Έτσι το κεφάλαιο, όντας δεσμευμένο, απαξιώνεται.

σ. σ.: Τι περιλαμβάνει το πλάνο των επενδύσεών σας φέτος στα δίκτυα των καταστημάτων σας;
Δ. Ξ.: Σχεδιάζουμε την εγκαινίαση ενός ακόμα Grocery εκτός Αθηνών, το πιθανότερο στην Πάτρα. Σε ό,τι αφορά τα ΟΚ Anytime Markets, ενώ έχουμε ήδη μισθώσει κάποια ακίνητα για τη δημιουργία νέων καταστημάτων, δεν θα προχωρήσουμε άμεσα στη λειτουργία τους, τουλάχιστον όχι πριν το τελευταίο δίμηνο του χρόνου, οπότε πιθανώς θα εγκαινιάσουμε δύο. Η προτεραιότητά μας σήμερα είναι οι ανακαινίσεις των παλαιότερων καταστημάτων, όπως ήδη έχουμε συμφωνήσει με τους συνεργάτες μας προ της πανδημίας, αλλά η συγκυρία της μας απέτρεψε, δημιουργώντας καθυστερήσεις –ήταν τόση η δουλειά βλέπετε–, οπότε τώρα επισπεύδουμε…

Λευτέρης Ζαγορίτης, Συνήγορος Καταναλωτή: Πρωτοπορούμε στην εξωδικαστική επίλυση των διαφορών

Την άμεση ενίσχυση του Συνηγόρου του Καταναλωτή με επιστημονικό και διοικητικό δυναμικό, ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται στα αυξημένα παράπονα και καταγγελίες που του υποβάλλονται καθημερινά, ζητά ο κ. Λευτέρης Ζαγορίτης, που προΐσταται της Αρχής. Οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ, όπως λέει, «απασχολούν» λίγο το Συνήγορο και ανταποκρίνονται άμεσα στις προτάσεις και τις συστάσεις του, όμως κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, λόγω της μεγάλης αύξησης που καταγράφεται στο συνολικό αριθμό των καταγγελιών.

Σε τι βαθμό ανταποκρίνονται οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ και οι παραγωγοί στις παρεμβάσεις του Συνηγόρου του Καταναλωτή, ρωτήσαμε το συνομιλητή μας στην έναρξη της συζήτησής μας. Όπως μας είπε, «η Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Καταναλωτή» έχει ως κύριο αντικείμενο την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών μεταξύ καταναλωτών και προμηθευτών. Με βάση λοιπόν την πολύχρονη εμπειρία μας τα σούπερ μάρκετ ανταποκρίνονται σε μεγάλο βαθμό στις προτάσεις και τις συστάσεις μας. Τα όποια προβλήματα, για τα οποία είναι αρμόδιος ο Συνήγορος του Καταναλωτή, λύνονται και μάλιστα γρήγορα. Έχουμε να κάνουμε, άλλωστε, με ένα κλάδο που διαχρονικά δεν δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα στους καταναλωτές παρά τον καθημερινά τεράστιο όγκο των συναλλαγών.

Σ’ αυτό βοηθά ο επαγγελματισμός του, ο ισχυρός ανταγωνισμός και η συνεχής προσπάθεια να έχουν τα σούπερ μάρκετ και οι παραγωγοί ικανοποιημένους πελάτες και σταθερή πελατεία. Είναι, επίσης, σημαντικό και ότι ο Συνήγορος του Καταναλωτή έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη καταναλωτών και προμηθευτών με τις αντικειμενικές και αμερόληπτες παρεμβάσεις του, γεγονός που ενισχύει τον βαθμό ανταπόκρισής τους και λειτουργεί υπέρ της καλής συνεργασίας. Συμπερασματικά, σε αυτή την πολύ μεγάλη αγορά έχουμε αναλογικά τα λιγότερα και μικρότερα προβλήματα».

Προσοχή στα προγράμματα επιβράβευσης πελατών
σελφ σέρβις: Τι ζητήματα αφορούν οι καταγγελίες ή διαμαρτυρίες που σας υποβάλλονται σχετικά με τις συναλλαγές στα σούπερ μάρκετ;
Λευτέρης Ζαγορίτης: Οι αναφορές-καταγγελίες που φθάνουν στην Αρχή είναι μέρος μόνον των προβλημάτων μεταξύ καταναλωτών και προμηθευτών. Στην πράξη υπάρχουν πολύ περισσότερες, που λύνονται συνήθως άμεσα απευθείας μεταξύ τους. Έχουμε αναφορές που αφορούν κυρίως τρόφιμα, καλλυντικά, είδη για την υγιεινή και την προσωπική φροντίδα, ενώ δεν λείπουν οι καταγγελίες για προϊόντα φροντίδας του σπιτιού. Ένα μέρος των αναφορών σχετίζεται και με τα προγράμματα επιβράβευσης των επιχειρήσεων σούπερ μάρκετ, με τις μορφές συγκέντρωσης και εξαργύρωσης των εκπτωτικών πόντων. Οι σχετικές διαφορές αναφέρονται ως επί το πλείστον σε παρερμηνείες των όρων των προγραμμάτων και αμφισβητήσεις των καταναλωτών αναφορικά με τις δικαιούμενες εκπτώσεις.

Η παρέμβασή μας είναι άμεση και αποτελεσματική. Διαβιβάζουμε την επώνυμη, γραπτή αναφορά του καταναλωτή στον προμηθευτή και συνήθως σε μικρό χρονικό διάστημα έχουμε την απάντηση περί αποδοχής ή μη της καταγγελίας και την επίλυση. Το 75,1% των αναφορών επιλύονται υπέρ των καταναλωτών, ενώ σε ποσοστό 13,5%, υπέρ του προμηθευτή. Υπάρχει ένα μικρό ποσοστό υποθέσεων –μόλις ξεπερνά το 11%–, που δεν επιτυγχάνεται λύση.

σ. σ.: Το θεσμικό πλαίσιο προστασίας των καταναλωτών είναι επαρκές; Απαιτούνται μήπως παρεμβάσεις για την ενίσχυσή του;
Λ. Ζ.: To θεσμικό πλαίσιο είναι από τα πληρέστερα στην ΕΕ. Έχουμε, άλλωστε, έγκαιρα ενσωματώσει το σύνολο σχεδόν της σχετικής ευρωπαϊκής νομοθεσίας, ενώ η χώρα μας συγκαταλέγεται μεταξύ των πρωτοπόρων στην εναλλακτική (εξωδικαστική) επίλυση των διαφορών, αφού ο σχετικός θεσμός, που εισήχθη με τη σύσταση του Συνηγόρου του Καταναλωτή ως Ανεξάρτητης Αρχής το 2004, έκανε την εμφάνισή του πολύ πριν καταστεί υποχρεωτικός για τα κράτη-μέλη.

Το γεγονός ότι η νομοθεσία μας είναι επαρκής δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια βελτίωσης. Μάλιστα, με εισήγηση-πρόταση του Συνηγόρου του Καταναλωτή και του Εθνικού Συμβουλίου Καταναλωτή και Αγοράς κυρώθηκε με Προεδρικό Διάταγμα (ΠΔ 10/2017) ο Κώδικας Καταναλωτικής Δεοντολογίας, που καλύπτει το σύνολο των εμπορικών κλάδων. Με τον Κώδικα πέραν της κωδικοποίησης της κείμενης νομοθεσίας θεσπίστηκαν αρχές και κανόνες, που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ καταναλωτών, προμηθευτών και των ενώσεων τους. Στον Κώδικα δόθηκε έμφαση στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών, όπως επίσης στην υποχρέωση του προμηθευτή για πλήρη και ουσιαστική προ-συμβατική ενημέρωση του καταναλωτή, η οποία περιλαμβάνει το σύνολο των κρίσιμων πληροφοριών για προϊόντα και υπηρεσίες. Στον κλάδο των σούπερ μάρκετ, για παράδειγμα, τα φυλλάδια που διανέμουν ή αναρτούν στις ιστοσελίδες τους οι αλυσίδες ενημερώνουν τους καταναλωτές τακτικά για τα νέα προϊόντα, τις προσφορές, τις εκπτώσεις κοκ. Αλλά η ενημέρωση πρέπει να γίνεται με σαφή, απλό και κατανοητό τρόπο, ώστε να μη δημιουργείται σύγχυση ή παραπλάνηση.

Χωρίς σοβαρά προβλήματα τα e-shops των σούπερ μάρκετ
σ. σ.: Διαπιστώσατε προβλήματα στη διάρκεια της πανδημίας, σχετικά με τη διόγκωση της ζήτησης μέσω των e-shops των σούπερ μάρκετ;
Λ. Ζ.: Η ζήτηση μέσω e-shops στη διάρκεια της πανδημίας ήταν τεράστια. Οι εξ αποστάσεως αγορές ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο κι έγιναν μαζικές. Όπως ήταν φυσικό, οι καταγγελίες στον Συνήγορο του Καταναλωτή κατά των e-shops πέρυσι έφθασαν σε αριθμό ρεκόρ. Όχι μόνο σε σχέση με τα προϊόντα, αλλά και τις καθυστερήσεις στις παραδόσεις τους.

Η πανδημία ιδίως στην πρώτη φάση βρήκε απροετοίμαστους τους προμηθευτές και πολύ περισσότερο τις εταιρείες παράδοσης των παραγγελιών. Δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά και με επάρκεια στην εκτίναξη της ζήτησης. Είχαμε πάρα πολλές καταγγελίες για e-shops που, ενώ εισέπρατταν την αξία των προϊόντων, όχι μόνο δεν τα παρέδιδαν, αλλά διέκοπταν κάθε επικοινωνία με τον καταναλωτή μη επιστρέφοντάς του καν τα χρήματα, που είχε καταβάλει.

Η Αρχή, αφού διαπίστωσε ότι συγκεκριμένα e-shops εξαπάτησαν μεγάλο αριθμό καταναλωτών, προχώρησε σε πρώτη φάση σε εκστρατεία ενημέρωσης του κοινού και παράλληλα σε συστάσεις προς τους προμηθευτές. Σε δεύτερο επίπεδο απέστειλε τις υποθέσεις στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου για την επιβολή κυρώσεων-προστίμων, ενώ κατέθεσε αναφορά στην αρμόδια Εισαγγελία Πλημμελειοδικών για τη διερεύνηση τυχόν αξιόποινων πράξεων των κατά νόμω υπευθύνων των συγκεκριμένων e-shops. Ήταν μια δυσάρεστη εμπειρία, δεδομένου ότι στο ηλεκτρονικό εμπόριο δραστηριοποιούνται εξαιρετικοί επαγγελματίες, που κινδύνευσαν να αμαυρωθεί η φήμη τους από κάποιους αναξιόπιστους. Ευτυχώς τέτοια φαινόμενα περιορίσθηκαν, σχεδόν μηδενισθήκαν φέτος, ύστερα από την ενημέρωση των καταναλωτών και την εγρήγορση των αρμόδιων αρχών.

Στα e-shops των σούπερ μάρκετ παρά την αλματώδη ανάπτυξη της ζήτησης δεν παρατηρήθηκαν σοβαρά προβλήματα. Αν εξαιρέσει κανείς κάποιες καταγγελίες και παράπονα για καθυστερήσεις στην παράδοση των προϊόντων, που φυσικό ήταν να υπάρξουν ιδίως στην πρώτη φάση της πανδημίας, η λειτουργία τους ήταν ομαλή.

Υπερτριπλασιασμός αναφορών τα τελευταία χρόνια
σ. σ.: Πώς εξελίχθηκαν διαχρονικά οι καταγγελίες που υποβλήθηκαν στο Συνήγορο του Καταναλωτή και ποια ήταν η «τύχη» τους;
Λ. Ζ.: Ανέλαβα την Αρχή το 2014. Το 2013 οι αναφορές ανήρχοντο σε 4.372, περιλαμβανομένων των υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κέντρου Καταναλωτή, που λειτουργεί με ευθύνη της Αρχής. Το 2020 έφθασαν τις 13.687! Η τεράστια αυτή αύξηση οφείλεται αφενός στο ότι οι πολίτες-καταναλωτές εμπέδωσαν τη διαμεσολάβηση, τον εναλλακτικό τρόπο επίλυσης των διαφορών, και αφετέρου στην αποτελεσματικότητα του Συνηγόρου του Καταναλωτή. Η επίλυση των υποθέσεων προσέγγισε το 83,12%. Από το ποσοστό αυτό περίπου 71% επιλύθηκε υπέρ των καταναλωτών και 11,75% υπέρ των προμηθευτών σε χρονικό διάστημα μικρότερο κατά μέσο όρο των τριών μηνών. Αυτό σημαίνει ότι οι καταναλωτές και οι προμηθευτές με τη μικρότερη δυνατή ταλαιπωρία, σύντομα και χωρίς κόστος έλυσαν τις διαφορές τους, αποφεύγοντας τα δικαστήρια.

Η Ελλάδα υπήρξε πρωτοπόρα στην εναλλακτική επίλυση των σχετικών διαφορών. Ήταν από τις πρώτες χώρες στην ΕΕ, που με το ν. 3297/2004 σύνεστησε τον Συνήγορο του Καταναλωτή. Η Αρχή όμως χρειάζεται άμεση ενίσχυση, τόσο σε επιστημονικό όσο και σε διοικητικό δυναμικό, διότι, ενώ οι υποθέσεις πολλαπλασιάστηκαν, δεν συνέβη το ίδιο με το προσωπικό, που δίνει μάχη για να ανταπεξέλθει στις αυξημένες απαιτήσεις τα τελευταία χρόνια. Μόνο με την ενδυνάμωση με νέους επιστήμονες ο Συνήγορος του Καταναλωτή θα μπορέσει να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του ποσοτικά και ποιοτικά.

Private Labels: Μια συζήτηση που ανοίγει όλες τις πληγές…

Την προηγούμενη φορά που ασχοληθήκαμε με την αγορά των private labels, ήταν ακριβώς πριν από δύο χρόνια. Διερωτώμασταν τότε κατά πόσο μπορεί να θεωρείται «σταθεροποιημένο» το μερίδιο των PL (15,6% εκείνη την εποχή), όπως διατείνονταν οι μάνατζερ των κλασικών αλυσίδων, παρασιωπώντας ότι η άνοδος του μεριδίου της Lidl ήταν η εκδήλωση ακριβώς της δυναμικής των PL στην εγχώρια αγορά. Και εξηγούσαμε γιατί υποθέταμε πως οι κλασικές αλυσίδες έμελλε να επανακάμψουν στο πεδίο των PL, αλλά υπό όρους ανταγωνισμού στο private branding, λαμβάνοντας υπόψιν μας και τα προβλήματα της επιβίωσης μακροπρόθεσμα πολλών μικρών τοπικών προμηθευτών, προϊόντα των οποίων οι αλυσίδες διακινούσαν (και διακινούν) ως εναλλακτικής τιμής own labels… Φυσικά, τίποτα πια δεν θυμίζει εκείνη την εποχή, εποχή αναμονής της σταθεροποίησης του αναπτυσσόμενου μεριδίου της ΕΥΣ και ανήσυχων συζητήσεων σχετικά με το αναπόφευκτο της κλιμάκωσης ενός έντονου μεριδιακού ανταγωνισμού των αλυσίδων, ενός σκληρού «πολέμου τιμών». Διότι στο μεταξύ, η κρίση στη δημόσια υγεία έπεσε πάνω στα πράγματα της κλαδικής αγοράς σαν το μαντήλι του μάγου. Κάθε φορά που σηκώνεται, μια νέα έκπληξη περιμένει το κοινό. Κι η παράσταση ακόμα δεν έχει τελειώσει. «Περάστε κόσμε!»…

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Κατ’ αρχάς είναι κοινή παραδοχή μεταξύ των μάνατζερ του κλάδου ότι υπεύθυνη για μεν τη διόγκωση του μεριδίου των PL (σε αξία) από 5,9% το 2007 σε 19% το 2014 επί του ετήσιου κλαδικού τζίρου ήταν η φτώχεια στη ζήτηση, που έφερε η «εσωτερική υποτίμηση» των προγραμμάτων δημοσιονομικής σταθερότητας. Για δε το «ξεφούσκωμα» του μεριδίου τους από το 2015, οπότε έπεσε στο 18%, ως την αποκλιμάκωσή του φέτος στο 14,8% (στοιχεία IRI πενταμήνου) υπεύθυνη είναι η έντονη προωθητική δραστηριότητα των βιομηχανικών μαρκών. Αξίζει, ωστόσο, να στοχαστεί κανείς το αιδημόνως μισοφωτισμένο υπόβαθρο των δύο αυτών κατά τα άλλα εύλογων παραδοχών, που έχουν γίνει πασπαρτού στο σχετικό δημόσιο διάλογο.

Ένα πρώτο ζήτημα, λοιπόν, είναι ότι η αποκορύφωση του μεριδίου των PL το 2014, μετά από χρονιές απότομων αλμάτων –από 11,9% το 2010 τινάχθηκε 4,2 μονάδες πάνω το 2011 (16,1%) κι ακόμα 1,7 μονάδες το 2012 (17,8%)–, ναι μεν συνέβη στο κορύφωμα του μνημονιακού ευτελισμού των εισοδημάτων, αλλά αυτό είναι η μισή αλήθεια. Διότι ως φαινόμενο η πορεία των PL εκείνη την περίοδο είναι κυρίως παρακολούθημα, αν όχι απότοκο, της στρατηγικής του «εμού θανόντος γαία πυρί μιχθήτω» της Μαρινόπουλος, η οποία «χάλασε την πιάτσα», πλημυρίζοντάς την με εκβιαστικά παραγμένη ιδιωτική ετικέτα για λογαριασμό της από τους προμηθευτές προς άγραν πελατείας και εκβιάζοντας τους ανταγωνιστές της να τής αποκρίνονται θορυβημένοι, γεμίζοντας κι αυτοί τα δικά τους ράφια με τέτοια προϊόντα. Να πώς αναπτύχθηκε το μερίδιο των PL! Έδυσε το ολέθριο άστρο της Μαρινόπουλος; Άρχισε η πτώση του μεριδίου των PL!… Ο καταναλωτής, ενώ καν δεν είχε μειωθεί η μνημονιακή έκπτωση στο εισόδημά του, ανέβλεψε, εκδηλώνοντας την αγάπη του για τα brands και τα προωθητικά τους προγράμματα, όπως λένε οι μάνατζερ, επικαλούμενοι αξιόπιστες έρευνες…

«Αλληλοκατανόηση» με το αζημίωτο
Για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ είναι ασφαλώς κοινός τόπος, πρώτον, ότι το PL είναι ασύμφορο και για το λιανέμπορο που το διαθέτει –αν το γενικό όφελος της διαφοροποίησης που κερδίζει απ’ αυτό, είναι μικρότερο των προσόδων του από τις βιομηχανικές μάρκες, των οποίων αναγκαστικά τρώει πωλήσεις– και για τη βιομηχανική μάρκα, η οποία είναι φύσει και θέσει ορκισμένη εχθρός του. Είναι κοινός τόπος, δεύτερον, ότι ο καταναλωτής «απαιτεί» μόνο μέσω της αγοραστικής του επιλογής, μεταξύ προϊοντικών προτάσεων που του προσφέρονται, υποκείμενος σε επιρροές και του μάρκετινγκ και της εισοδηματικής του κατάστασης. Δεν αποφασίζει ούτε τι τού προσφέρεται ούτε σε ποιες ποσότητες και σε τι εύρος διανομής ούτε σε τι τιμές. Το πρόσταγμα εδώ το έχουν οι δυνάμεις της προσφοράς. Κι αν μεν είναι ιστορικά ασκημένες στον άτεγκτο ανταγωνισμό και δρουν αφήνοντάς τον να αυτορρυθμίζει τις ισορροπίες τους, η «απαίτηση» του καταναλωτή αιτιολογεί υψηλότατα μερίδια στα PL ακόμα και χωρίς οικονομική κρίση, όπως συμβαίνει στη βορειοδυτική Ευρώπη.

Αν, όμως, ο ανταγωνισμός τους έχει σαν ιστορικό του κρηπίδωμα και εθιμικό κέντρο ισορροπίας την «κατανόηση» συμφερόντων, με το αζημίωτο, της μιας πλευράς για τα συμφέροντα της άλλης, η «απαίτηση» του καταναλωτή σταθμίζεται να δικαιώνει τις προσδοκίες των δυνάμεων της προσφοράς ανεξαρτήτως οικονομικής συγκυρίας. Εντέλει κι αν, έστω, η Μαρινόπουλος στην πτώση της κλώτσησε αυτό το κανονιστικό υπόβαθρο σχέσεων, το οποίο ιστορικά και λόγω ισχύος αυτή πρώτη σχεδίασε και μετεξέλισσε στη ζωή του κλάδου, σημασία έχει ότι τούτο παραμένει στυλοβάτης της αγοράς, ενώ εκείνη κατέρρευσε…

Οι πολύφερνες προσφορές
Ένα δεύτερο ζήτημα σχετίζεται με την πολύφερνη πλημμυρίδα των προσφορών, που είναι, υποτίθεται, τέτοιας δυναμικής, ώστε φέρνει άμπωτη στο μερίδιο των PL. Ο ισχυρισμός αυτός μας λέει σαφώς λιγότερα πράγματα για τη μισή αλήθεια, εφόσον το άλλο της μισό είναι οι συνέπειες της πτώσης της Μαρινόπουλος. Διότι την πραγματικότητα, χωρίς βολικές απλουστεύσεις, τη δείχνει η αποχώρηση πολλών μεγάλων πολυεθνικών από τη χώρα, άπαξ και η πολιτική της «εσωτερικής υποτίμησης» έβγαλε μια για πάντα από το κάδρο της προοπτικής των προϊόντων τους τις τρελές αποδόσεις κερδοφορίας, που είχαν προ της κρίσης χρέους. Η αγορά ήταν πια αδύνατον να λειτουργεί με παραφουσκωμένες τιμές, και το ήξεραν. Η ζήτηση, στυμμένη-στραγγισμένη από τα μνημόνια και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την εφαρμογή τους σε προοπτική δεκαετιών, ήταν πια αδύνατον να ανταποκρίνεται στα πλάνα τους. Γι’ αυτό η βαθμηδόν αποχώρησή τους συνοδεύτηκε εξ αρχής από μια πρωτοφανών διαστάσεων και βάθους πλημμυρίδα εκπτώσεων και προσφορών, χάριν ασφαλώς της κατοχύρωσης των μεριδίων τους, πράγμα που έκανε σύμπασα η αγορά για τον ίδιο ακριβώς λόγο, στο μέτρο του βολετού ο καθείς, παραμένουσες πολυεθνικές και ελληνικές βιομηχανίες, μεγάλες και μικρές.

Αλλά εκείνο που έχει σημασία εδώ, είναι ότι τα μερίδια αγοράς όλων των μεγάλων πελατών του σούπερ μάρκετ ήταν και παραμένουν στα χέρια τους, γιατί ουδέποτε διανοήθηκε ποτέ σοβαρός λιανέμπορος (με την εξαίρεση της Μαρινόπουλος, λόγω ηγεμονικού τσαμπουκά σε περίοδο πτώχευσης), να τοποθετήσει στο ράφι του πραγματικά ανταγωνιστικά PL, ρισκάροντας τη δυσαρέσκεια των μεγαλο-προμηθευτών του για την παράκαμψη της πεπατημένης. Και γιατί να το επιχειρούσε, άλλωστε; Κανείς δε βγάζει τα μάτια του, δαγκώνοντας το χέρι που τον ταΐζει, πολύ περισσότερο όταν, πρώτον, κάλλιστα μπορεί να παίζει συμβατικά το χαρτί της διαφοροποίησης με PL, οι τιμές των οποίων δεν αποκλίνουν σημαντικά από εκείνες των υπό προώθηση επωνύμων, και κυρίως με τα πολλά own label προϊόντα διατροφής, που απαλλάσσουν το λιανέμπορο από το ρίσκο και τους πονοκεφάλους της εμπλοκής στην παραγωγή, κάνοντάς τον μάλιστα «αφεντικό» του μικρού τοπικού συνεργάτη και «πάτρωνά» του, και δεύτερον, όταν η ίδια η βιομηχανία, πολυεθνική ή μη, ξέρει να προλαμβάνει τα δυσάρεστα, λανσάροντας και φτηνές σειρές προϊόντων.

Να λοιπόν πώς οι «απαιτήσεις» των εγχώριων καταναλωτών δικαιώνουν τις προσδοκίες των δυνάμεων της προσφοράς, πάντα με ευαρέσκεια για τις μάρκες, πιστοποιημένη κιόλας από την έρευνα καταναλωτή, πλην σε πείσμα των διεθνών ερευνών τάσεων που, όποτε μυρίζει ο αέρας οικονομική κρίση, τα ανακλαστικά τους με προτεσταντική, θα έλεγε κανείς, εμμονή, προδιαγράφουν αύξηση όχι μόνο του πυρετού των προωθήσεων, αλλά και του μεριδίου των PL…

Πατώντας στον κάλο τον κλασικό λιανέμπορο
Υπάρχει βέβαια και η καθόλου κολακευτική όψη των πραγμάτων για το γόητρο του κλασικού λιανέμπορου, που αποτυπώνεται στο εθνικό μερίδιο της Lidl, το οποίο, όντας στο 16%-17% σήμερα, όπως ακούγεται, όχι τυχαία ακολούθησε αντιστρόφως ανάλογη πορεία ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια προς τη συρρίκνωση του μεριδίου των PL των κλασικών σούπερ μάρκετ. Δεν θα ήταν υπερβολή να μιλήσει κανείς για «εκχώρηση μεριδίου» των κλασικών λιανεμπόρων στον discounter και να το αιτιολογήσει κιόλας σαν το «αντίτιμο» που καταβάλουν, προκειμένου να διατηρούν αμείωτες τις προσόδους τους από τη βιομηχανία. Το βέβαιο είναι ότι κάτι τέτοιο ενοχλεί, όταν ακούγεται.

Αυτό, όμως, που τους πληγώνει, είτε το ομολογούν είτε όχι, είναι ότι η Lidl, το μονοπώλιο του discount στην εγχώρια αγορά (είναι πρώιμο να μιλήσουμε για ολιγοπώλιο, βάζοντας τη Mere στη συζήτηση), όχι μόνο δρέπει τα «μπενεφίτσια» της αποκλειστικότητας στην αγορά του φτηνού, αλλά μετέρχεται μοντέλα μάρκετινγκ που προσιδιάζουν στο κλασικό σούπερ μάρκετ και δη με έμφαση στον ευαίσθητο τομέα των φρέσκων και των τυποποιημένων τροφίμων, που έχουν τη βούλα της ελληνικότητας. Δηλαδή στον τομέα που οι κλασικοί λιανέμποροι λένε το απερίφραστο «ναι» στα PL χάριν της διαφοροποίησης του ενός από τον άλλο! Κι επειδή αυτό το παιχνίδι φαίνεται πως η Lidl ξέρει να το παίζει καλά, ο κάλος αυτός, όταν πατηθεί, ο πάσχων μορφάζει από τον πόνο, γιατί ξέρει πως ο ανταγωνισμός στο private branding, όταν γίνεται από χαμηλή βάση εκκίνησης των τιμών, απαιτεί υπερπροσπάθεια και πλεόνασμα τεχνογνωσίας…

Αναμονή μεταξύ φούριας κι ευφορίας
Ο πρώτος χρόνος της πανδημίας κύλησε μεταξύ υπερβολικής φούριας και συναισθημάτων ευφορίας για όλες τις διοικήσεις των αλυσίδων του κλάδου. Όταν γεμίζει τόσο ανέλπιστα το ταμείο, εκεί που όλα τ’ άλλα μένουν άπραγα ή μετράνε μόνο ψιλά, χαλάλι οι κόποι, το τρέξιμο, ακόμα και τα έξτρα έξοδα «για να μείνει ζωντανή η αλυσίδα της τροφοδοσίας» κατά την σχεδόν παροιμιώδη πια φράση-leitmotif. Τάχα, λογαριάζει κανείς το φόβο για την «επόμενη ημέρα», σε μια οικονομία ήδη αλαλιασμένη από τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας, ενόσω μάλιστα η συνεχιζόμενη υγειονομική ανασφάλεια παγκοσμίως επισωρεύει νέες καταστροφές, όταν ξέρει πως τουλάχιστον αυτός, θα ξεκινά από καλύτερη θέση απ’ όλους τους άλλους;

Ρωτάς με προτεσταντική αφέλεια, αν «οι έντονες ανατιμητικές τάσεις στα είδη διατροφής, σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση του καταναλωτικού εισοδήματος, δημιουργούν νέο χώρο για τα private labels». Σε ακούν με κατανόηση και συμπάθεια. «Μα οι ανατιμήσεις δεν έχουν περάσει ακόμα στα ράφια. Κι όταν περάσουν, εκτός εξαιρέσεων το πολύ θα φτάνουν το 4%-5%. Ε δεν χάλασε κι ο κόσμος… Εδώ ο κλαδικός πληθωρισμός εξελίσσεται ακόμα υπό του μηδενός…», λένε. Η συζήτηση εξελίσσεται μάλλον άγονα. Καθένας προβάλει το μεράκι της εταιρείας του για τις σειρές των PL που εμπορεύεται. Φράσεις και λόγια στερεότυπα για την καινοτομία και το σεβασμό στον πελάτη…

Συμπέρασμα: Οι διοικήσεις των αλυσίδων τελούν εν αναμονή (όχι «αποφάσεων», απλώς «εν αναμονή»). Για την ώρα έχουν στραμμένη την προσοχή τους τόσο στην πορεία των πωλήσεων –που δεν είναι δα για θλίψη, αν στοχαστεί κανείς την ύβριν που συνεπάγεται η θλίψη από τη σύγκριση με τα περσινά μεγαλεία– όσο και στην εξέλιξη των κρουσμάτων μολύνσεων της μετάλλαξης «Δέλτα», η οποία (σκεφτόμαστε εμείς) πιθανώς θα δώσει νέα ώθηση στην κατ’ οίκον κατανάλωση, κόβοντας από τη μαζική εστίαση και προσθέτοντας στα σούπερ μάρκετ…

Το κουτί της Πανδώρας
Ωστόσο, η ατμόσφαιρα στην οικονομία και την κοινωνία είναι αφόρητα βαριά. Ενδεικτικά:
Ήδη ο αρχικός στόχος του προϋπολογισμού φέτος σχετικά με την επίτευξη ταξιδιωτικών εισπράξεων στο 50% του 2019 (18,2 δισ. ευρώ) απομακρύνεται τόσο, ώστε ακόμα και το 40% φαντάζει μακρινό. Οι τουριστικοί παράγοντες κατεβάζουν τον πήχη προσδοκιών για τα έσοδα της αγοράς τους στο 30%-35% του 2019, δηλαδή περίπου στα 6 δισ. ευρώ από 4,2 δισ. πέρυσι, οπότε μας είχαν επισκεφτεί 7,4 εκατ. τουρίστες έναντι 31,3 εκατ. το 2019 (-78%).

Μόλις 15.000-25.000 μεγάλες επιχειρήσεις στη χώρα επί συνόλου άνω των 840.000 έχουν πρόσβαση στην τραπεζική χρηματοδότηση, γεγονός που δημιουργεί ανυπέρβλητα εμπόδια στην επιβίωση της συντριπτικής πλειονότητας των μικρομεσαίων (στοιχεία ΚΕΕ, ΕΒΕΑ). Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της ΕΚΤ, το 22% των αιτήσεων για δάνειο που υποβάλλουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα απορρίπτεται, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην ΕΕ είναι μόλις 8%. Έτσι η ΕΚΤ προειδοποιεί για τον άμεσο κίνδυνο πτώχευσης του 20% των ελληνικών επιχειρήσεων!

Η ανεργία ανήλθε τον Απρίλιο στο 17% (ΕΛΣΤΑΤ), όταν ο μέσος όρος της στις άλλες χώρες της ΕΕ είναι λίγο πάνω του 7%, αλλά το πραγματικό ποσοστό της είναι ακόμη μεγαλύτερο: Τα στοιχεία της εγγεγραμμένης ανεργίας του ΟΑΕΔ για τουλάχιστον δώδεκα μήνες καταγράφουν εγγεγραμμένους άνεργους πάνω από ένα εκατομμύριο άτομα.

Περί τα 28 δισ. ευρώ πρέπει να εισπράξει το Ελληνικό Δημόσιο ως το τέλος του χρόνου, σύμφωνα με τον αναθεωρημένο στόχο για τα φορολογικά έσοδα. Με άλλα λόγια, το κράτος θα εισπράττει(;) από αυτόν τον μήνα ως τον Δεκέμβριο 4,5 δισ. φόρους ανά μήνα! Πάντως, το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής προβλέπει αύξηση 30% των επενδύσεων στην Ελλάδα το 2022(!), όταν ο μέσος όρος της αύξησης των επενδύσεων στην ΕΕ είναι 5% και οι εισροές από το Ταμείο Ανάκαμψης φέτος θα φθάσουν το πολύ το 1,5 δισ. ευρώ από τα 7,1 δισ. ευρώ που περιμέναμε ως τώρα…

Πλεόνασμα εκνευρισμών και capacity
Στο προηγούμενο τεύχος μας, εξηγώντας ότι το διεθνές ανατιμητικό κύμα στις πρώτες ύλες και τα ενεργειακά αγαθά θα είναι ανυπόφορο για τη βιομηχανία, επισημαίναμε ως πρώτο σύμπτωμα της κακοπάθειας, κυρίως της μικρομεσαίας βιομηχανίας, την εξουδετέρωση των εκπτώσεων και προσφορών ως μηχανισμού «βέλτιστης δυνατής προσαρμογής των πωλήσεων στην εισοδηματική διαθεσιμότητα των καταναλωτών». Αυτό διότι η βιομηχανία, ανεβάζοντας κατ’ ανάγκην τις τιμές της σε συνθήκες εισοδηματικής καχεξίας των καταναλωτών, θα βαλτώνει όλο και πιο κοντά στα χαμηλότερα όρια των πωλήσεών της σε όγκο. Ο προσδιοριστικός παράγοντας των ορίων αυτών ανά περίπτωση προϊόντος θα είναι κυρίως ο βαθμός της σπουδαιότητάς του για τη ζήτηση, η οποία υπό την πίεση του πληθωρισμού σε όλο το φάσμα των κλάδων της οικονομίας, θα αναζητά μονοσήμαντα τις φτηνότερες τιμές. Εξηγούσαμε επίσης, ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η σύγκλιση των ενδείξεων όγκου και αξίας πωλήσεων της βιομηχανίας θα είναι σήμα κρίσης κι όχι εξισορρόπησης, όπως συνέβαινε π.χ. το 2012-13, όταν το επίδικο ήταν η αποκλιμάκωση των τιμών της και το «κάψιμο του λίπους» της.

Το ερώτημα που προκύπτει, λοιπόν, για τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ, τίθεται ως εξής: Είστε υποψιασμένοι για τη μείωση των αντικειμενικών περιθωρίων εφαρμογής προγραμμάτων φιλοεκπτωτικής θωράκισης στο μεταξύ σας ανταγωνισμό, με τη συμβολή των προμηθευτών σας; Φυσικά, δεν θα εικάσουμε τις απαντήσεις για λογαριασμό τους, αλλά θεωρούμε βέβαιο, πρώτον, ότι μπαίνουμε σε περίοδο έντασης στις σχέσεις των δύο πλευρών και, δεύτερον, ότι σύντομα θα προσφέρεται πλεόνασμα capacity για την παραγωγή private labels…

Η συνέχεια στο επόμενο τεύχος μας.

Προϊόντα Ατομικής Υγιεινής & Προστασίας: Εκτόξευση των πωλήσεων ελέω πανδημίας

Οι πωλήσεις των προϊόντων ατομικής προστασίας και προσωπικής υγιεινής ξεπέρασαν πέρυσι κάθε προηγούμενο σε σχέση όχι μόνο με το ιστορικό τους προηγούμενων χρόνων, αλλά με την ιστορία των πωλήσεων εν γένει των FMCG. Ήταν απολύτως φυσικό πλην όχι αναμενόμενο, όπως αναμενόμενη δεν ήταν, άλλωστε, η κρίση στη δημόσια υγεία, τα μέτρα για την αντιμετώπιση της οποίας έκαναν εκρηκτική τη ζήτηση αυτών ακριβώς των προϊόντων. Οι πωλήσεις τους, βέβαια, σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά την έναρξη της κρίσης έχουν αποκλιμακωθεί, αλλά παραμένουν υψηλές. Ανεξάρτητα από την απειλή της πανδημίας –που εξακολουθεί να υπονομεύει την παγκόσμια κοινωνία–, εκτιμάται ότι θα διατηρήσουν μακροπρόθεσμα τη δυναμική τους σ’ έναν κόσμο σοκαρισμένο και ανασφαλή από τη συνειδητοποίηση του πόσο ευάλωτη παραμένει η ανθρώπινη ύπαρξη και η κοινωνική της κανονικότητα παρά την επιστημονικοτεχνική πρόοδο.

Οπως επισημαίνει η κ. Γεωργία Μαντά, εμπορική διευθύντρια της ΜΕΓΑ, «λόγω του άμεσου κινδύνου διασποράς του κορονοϊού, τα προϊόντα ατομικής προστασίας και προσωπικής υγιεινής (αντιβακτηριδιακά μαντήλια, υγρά αντισηπτικά, χειρουργικές μάσκες, σαπούνια και είδη απολύμανσης επιφανειών) απέκτησαν υψηλή βαρύτητα στις καθημερινές ανάγκες των καταναλωτών. Αυτό είχε αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση των πωλήσεών τους, έτσι ώστε κατέγραψαν μεγέθη μη συγκρίσιμα με τα προηγούμενα έτη».

Αναφερόμενος στην κατακόρυφη αύξηση της ζήτησης προϊόντων ατομικής προστασίας, ο κ. Δημήτρης Κουτρουμάνης, Senior Brand Manager της Septona, εξηγεί ότι «στο πρώτο κύμα της πανδημίας, μετά την ανακοίνωση των πρώτων μέτρων για την αντιμετώπισή της, τα προσφερόμενα προϊόντα αδυνατούσαν να καλύψουν την ζήτηση. Παρά μία παροδική κάμψη της ζήτησης το καλοκαίρι του 2020, λόγω της ελάφρυνσης των μέτρων και των διαθέσιμων αποθεμάτων των καταναλωτών, αυτή εντάθηκε εκ νέου στα επόμενα κύματα της πανδημίας. Συνολικά ο τζίρος της κατηγορίας των προϊόντων ατομικής απολυμαντικής δράσης (σπρέι, μαντήλια, τζελ κλπ.) ξεπέρασε τα 50 εκατ. ευρώ σε ένα δωδεκάμηνο».

Με βάση τα επίσημα αποτελέσματα των πωλήσεων πέρυσι συγκριτικά με το 2019, το 2020 διατέθηκαν περισσότερα από 671 εκατ. αντιβακτηριδιακά μαντήλια χεριών έναντι 199 εκατ. την προηγούμενη χρονιά, ενώ αντιστοίχως διατέθηκαν 1,5 εκατ. τεμάχια αντισηπτικών gel χεριών έναντι μόλις 29 χιλιάδων τεμαχίων το 2019. Ομοίως, οι αντισηπτικές λοσιόν, με ελάχιστες πωλήσεις το 2019, πέρυσι έφτασαν τα 234 χιλιάδες τεμάχια.

Η πτώση πωλήσεων των εν λόγω κατηγοριών στο πρώτο πεντάμηνο του 2021 συγκριτικά με την αντίστοιχη περίοδο του 2020, αν και αναμενόμενη και σημαντική, έδειξε ότι τα προϊόντα τους διατηρούν τη σημαντικότητά τους. Ειδικότερα η πτώση πωλήσεων έφτασε το 26,2 % σε όγκο και το 52,5% σε αξία στα gel, στο 6,4% σε όγκο –αλλά με ανάπτυξη 23% σε αξία– στις λοσιόν και στο 6,5% σε όγκο και 19,3% σε αξία στα αντιβακτηριδιακά μαντήλια.
Σημειώνουμε ότι πολλοί καταναλωτές τους πρώτους μήνες της πανδημίας, λόγω των ελλείψεων στην αγορά, έσπευδαν να αποθηκεύσουν μεγάλες ποσότητες από αυτά τα είδη στα νοικοκυριά τους.

Πρωτοφανείς αναπτύξεις τζίρου
Η κ. Βαλέρια Καρόλου, Brand Manager της Εύρηκα Ελλάς, σημειώνει αναφορικά με τις πωλήσεις των απολυμαντικών μικρών και μεγάλων επιφανειών και των χλωροκαθαριστικών ότι το 2020 εμφάνισαν ιδιαίτερα σημαντικές αυξήσεις. «Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της κατηγορίας των απολυμαντικών-καθαριστικών aerosol sprays, που πέτυχε ανάπτυξη 441% σε αξία, όπως και των απολυμαντικών triggers χωρίς χλώριο, που είχε αντίστοιχα ανάπτυξη 118%! Μικρότερες αλλά αξιοσημείωτες αυξήσεις διαπιστώθηκαν και σε άλλες κατηγορίες προϊόντων, όπως των απολυμαντικών μεγάλων επιφανειών χωρίς χλώριο (45% σε αξία), των απολυμαντικών triggers με χλώριο (40% αντίστοιχα) και των χλωροκαθαριστικών (15%). Στις εν λόγω αναπτύξεις συνέβαλε κυρίως η υπερβολικά αυξημένη ζήτηση κατά τον Μάρτιο του 2020 με την ανακοίνωση του πρώτου lockdown, ωστόσο στις περισσότερες κατηγορίες η ζήτηση διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα και στους μήνες που ακολούθησαν» (Πηγή: IRI Scanning Data/Total Greece/ Super markets/2020)».

Η κ. Τζώρτζια Λιάσκου, Marketing Manager Greece της RB Healthcare Hellas (Dettol), σχολιάζει ότι το καταναλωτικό κοινό σε περιόδους κρίσης στρέφεται στα brands: «Σε μια περίοδο άμεσα συνδεδεμένη με την αναγκαιότητα της ατομικής υγιεινής, ήταν εμφανής η προτίμηση αξιόπιστων brands που προσφέρουν ασφάλεια, σιγουριά και προστασία. Το Dettol, συνώνυμο της προστασίας, ήρθε αντιμέτωπο με πρωτόγνωρα αυξημένη ζήτηση. Συγκεκριμένα τα κρεμοσάπουνα Dettol αυξήθηκαν κατά 85%, ενώ τα πολυκαθαριστικά, κατά 144%. Η ένταση της ζήτησης κυρίως στην κορύφωση της πανδημίας προκάλεσε κάποια out of stocks, που αντιμετωπίστηκαν με ευελιξία και ταχύτητα, ενώ ιδιαίτερα στις κατηγορίες των προϊόντων προσωπικής υγιεινής έδωσε την ευκαιρία σε νέους «παίκτες» να εισέλθουν γρήγορα στην αγορά».

Τα άλματα της εγχώριας βιομηχανίας και ο συνωστισμός νέων «παικτών»
«Η ιδιαίτερα αυξημένη ζήτηση για προϊόντα ατομικής προστασίας ώθησε πολλές επιχειρήσεις, ελληνικές και μη, στο να αυξήσουν την παραγωγή των ήδη υπαρχόντων προϊόντων τους και, παράλληλα, να λανσάρουν νέα προϊόντα στην αγορά. Είναι γεγονός ότι εμφανίστηκαν στην αγορά και απολυμαντικά προϊόντα προτού προλάβουν να λάβουν τη σχετική έγκριση από τον ΕΟΦ», σημειώνει η κ. Καρόλου, ενώ η κ. Μαντά επισημαίνει ότι ανάλογα με την προϊόντική κατηγορία και την χρονική φάση σε σχέση με την εκδήλωση των κυμάτων της πανδημίας, η ποσόστωση μεταξύ εγχώριας παραγωγής και εισαγόμενων προϊόντων διαφέρει. Ειδικότερα, στην κατηγορία των αντιβακτηριδιακών μαντηλιών το μεγαλύτερο ποσοστό (ποσοτικά και χρονικά) καλύφθηκε από την εγχώρια παραγωγή. Στις αντισηπτικές λοσιόν και τα gel, σχεδόν το 50% καλύφθηκε από την εγχώρια παραγωγή, ενώ στις χειρουργικές μάσκες κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας το μεγαλύτερο ποσοστό καλύφθηκε από εισαγόμενα μάσκες, αλλά από το δεύτερο κύμα και στο εξής η διαθεσιμότητα των εγχώριων προϊόντων αυξήθηκε.

«Η πανδημία ώθησε αρκετές ελληνικές επιχειρήσεις να προχωρήσουν είτε σε αύξηση της παραγωγής τους είτε σε λανσαρίσματα νέων προϊόντων, ώστε να ανταποκριθούν στην ένταση της ζήτησης προϊόντων για την προστασία από την πανδημία. Στο ίδιο πλαίσιο, η Εύρηκα, με εμπειρία περισσότερων των εξήντα χρόνων στο σχεδιασμό, την παραγωγή και τη διάθεση προϊόντων οικιακής φροντίδας και υγιεινής, διαθέτει μια πληθώρα προϊόντων που παράγονται σε ένα σύγχρονο και τεχνολογικά προηγμένο εργοστάσιο στη Βιομηχανική Περιοχή του Βόλου», σημειώνει η κ. Καρόλου.
«Η ΜΕΓΑ, η μόνη εταιρεία στον τομέα της που διατηρεί το 100% της παραγωγής της στην Ελλάδα, επένδυσε ακόμα μια φορά στη χώρα μας, τόσο σε νέες μονάδες παραγωγής αντισηπτικών προϊόντων όσο και σε μηχανές παραγωγής χειρουργικών μασκών. Επένδυσε στον απαραίτητο μηχανολογικό εξοπλισμό, προσέλαβε πολυάριθμο καταρτισμένο προσωπικό, αύξησε στο 100% την παραγωγική της δύναμη και έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα προστασίας για την ορθή και ομαλή λειτουργία των διαδικασιών», σημειώνει η κ. Μαντά.
Σημαντικός ήταν και ο αριθμός των νέων επιχειρήσεων, που εισήχθησαν σε κατηγορίες προϊόντων, στις οποίες δεν είχαν παρουσία προ πανδημίας. Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας κατηγορίας με αρκετούς νέους «παίκτες» είναι των καθαριστικών-απολυμαντικών sprays χωρίς χλώριο.

Από το πρώτο κύμα της πανδημίας οι καταναλωτές έσπευσαν κατεπειγόντως να προμηθευτούν προϊόντα για την ατομική τους προστασία και η ζήτηση ξεπέρασε κάθε προηγούμενο ιστορικό. Στο πλαίσιο αυτό, «με έκτακτες κυβερνητικές ρυθμίσεις χορηγήθηκαν νέες προσωρινές άδειες για την παραγωγή προϊόντων ατομικής προστασίας, όπως οι αντισηπτικές λοσιόν και τα gel, οπότε δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις εισαγωγής στην αγορά ενός μεγάλου αριθμού νέων κατασκευαστών, ειδικά στις αντισηπτικές λοσιόν και τα gel», λέει η κ. Μαντά, σημειώνοντας ότι η ΜΕΓΑ, παρότι λάνσαρε αργότερα από τους περισσότερους «παίκτες» αντισηπτικές λοσιόν και χειρουργικές μάσκες, «σκαρφάλωσε γρήγορα στις πρώτες θέσεις των σχετικών κατηγοριών, χάρη στην άριστη ποιότητα και τον καινοτόμο σχεδιασμό των προϊόντων της».
Συνολικά, όπως σημειώνει η κ. Λιάσκου «είδαμε 101 νέους «παίκτες» στην υποκατηγορία των αντισηπτικών gel και 33 στην κατηγορία των σαπουνιών. Αλλά και σε άλλες κατηγορίες, όπως αυτή των αντιβακτηριδιακών σπρέι επιφανειών ή των απολυμαντικών για τα ρούχα, όπου οι ανάγκες της αγοράς καλύπτονταν συνήθως από ένα brand, προσελκύστηκαν περισσότεροι «παίκτες»…».

Η συγκυρία άλλαξε την καταναλωτική συμπεριφορά
«Στη διάρκεια της πανδημίας το βασικό κριτήριο επιλογής προϊόντος εκ μέρους του καταναλωτή ήταν η αξιοπιστία της μάρκας να καλύπτει αποτελεσματικά τη βασική ανάγκη του για απολύμανση. Η τιμή, αν και πάντα σημαντική, ήταν δευτερεύον κριτήριο», λέει η κ. Καρόλου. «Αν και το ανθρώπινο γένος ιστορικά έχει βιώσει επανειλημμένως την εμπειρία των πανδημιών, οι σύγχρονες γενιές δεν είχαμε άλλα τέτοια βιώματα. Με την έννοια αυτή πολλές συνήθειες, δραστηριότητες και ασχολίες, που πριν την κρίση στη δημόσια υγεία θεωρούνταν η καθημερινή κανονικότητά μας πλέον έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά. Οι συνήθειες των καταναλωτών είναι πιθανόν να αλλάξουν μόνιμα, προκαλώντας διαρθρωτικές αλλαγές στον κλάδο των καταναλωτικών προϊόντων και στο λιανεμπόριο, όπως προκύπτει από τα ευρήματα έρευνας της Accenture, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 3.000 καταναλωτές από 15 χώρες των πέντε ηπείρων. Για παράδειγμα, οι καταναλωτές ανέφεραν ότι αγοράζουν περισσότερα προϊόντα προσωπικής υγιεινής και καθαρισμού, όπως και κονσερβοποιημένα και φρέσκα τρόφιμα.

Κυρίως όμως η έρευνα δείχνει ότι πολλές από τις αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών είναι πιθανό να μείνουν και μετά την πανδημία, καθώς πολλοί έχουν συνειδητοποιήσει γενικότερα τη σημασία της προστασίας από ιούς και βακτήρια. Κατηγορίες προϊόντων όπως αυτή των αντιβακτηριδιακών μαντηλιών για τα χέρια, που ήταν σημαντική πριν την εκδήλωση της πανδημίας, αλλά στο πλαίσιο της επίδρασής της τετραπλασίασαν τις πωλήσεις τους τον τελευταίο χρόνο, είναι αναμενόμενο, λόγω της αλλαγής των συνηθειών μας, να εξακολουθήσουν να έχουν αυξημένη σημασία, αποτυπωμένη σε υψηλά ποσοστά ζήτησης και χρήσης των προϊόντων της, και μετά την πανδημία».

Σύμφωνα με τη κ. Λιάσκου, «η ασφαλής απολύμανση για τον περιορισμό της μετάδοσης του ιού έχει γίνει προτεραιότητα. Περνάμε πολύ περισσότερο χρόνο στα σπίτια μας, έτσι ώστε απαιτείται πιο συχνός καθαρισμός. Παράλληλα άλλοι παράγοντες, όπως η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας, το αίσθημα αβεβαιότητας, η προτεραιότητα αγοράς προϊόντων απαραίτητων για την υγεία και την ασφάλεια, τα περιορισμένα shopping trips, η αύξηση των διαδικτυακών αγορών κ.ά. επηρεάζουν την αγοραστική συμπεριφορά. Θα εξακολουθήσουν να την επηρεάζουν και την επόμενη χρονιά, ενώ κάποιες τάσεις διαμορφώθηκαν για να ισχύουν και στο εξής, όπως το ενδιαφέρον για την προστασία του περιβάλλοντος και η αναζήτηση πιο φυσικών και βιώσιμων λύσεων».

«Αν και η απότομη ζήτηση και άνοδος των πωλήσεων το 2020 ήταν κάτι ιδιαίτερο», λέει ο κ. Κουτρουμάνης, «η ανάγκη προστασίας εξακολουθεί να υπάρχει και, όπως αναμένουμε, θα συνεχίσει να εκφράζεται, ενόσω βλέπουμε τάση ανάπτυξης σε πολλές υποκατηγορίες των σχετικών προϊόντων. Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώνουμε μια τάση προτίμησης των μικρότερων συσκευασιών τους, που προσφέρουν ευελιξία στη χρήση τους και εκτός σπιτιού, καθώς οι περιορισμοί αναστέλλονται μεν, αλλά η ανάγκη της προστασίας εξακολουθεί να υπάρχει».

Υψηλές, αν και μειωμένες φέτος, οι πωλήσεις
Σύμφωνα με τη κ. Καρόλου, «αναμφισβήτητα αναμένεται μια εξομάλυνση στην αγορά των προϊόντων ατομικής προστασίας. Η ζήτησή τους θα κάμπτεται όσο θα περιορίζεται η πανδημία. Αναπόφευκτα θα περιοριστεί ο χώρος τους στο ράφι, όπου θα παραμείνουν επιλεγμένα brands απολυμαντικών. Πρόκειται για brands, όπως το Topine, τα οποία έχτισαν συστηματικά και με αλήθεια την εικόνα τους, προσφέροντας απολύμανση και προστασία από μικρόβια, ζύμες, βακτήρια και ιούς, με αδειοδότηση από τον ΕΟΦ προς επιβεβαίωση των σχετικών ισχυρισμών τους. Αλλά θα παραμείνουν όσα προσφέρουν ανταγωνιστική τιμή σε συνδυασμό με την ποιότητα και την αξιοπιστία τους, όσα βελτιώνονται συνεχώς και ανανεώνονται, προκειμένου να διατηρούν το ενδιαφέρον των καταναλωτών ακόμη και στον απόηχο της πανδημίας. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, ήδη το πρώτο τετράμηνο του 2021 όπως ήταν αναμενόμενο, διαπιστώθηκε κάμψη πωλήσεων σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι. Οι καταναλωτές δεν σταμάτησαν να ανησυχούν και να αναζητούν απολυμαντικά-καθαριστικά προϊόντα επιφανειών, αλλά σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με την έξαρση του πρώτου lockdown. Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμούμε ότι συνολικά το 2021 θα κλείσει με αρνητικό πρόσημο σε σχέση με το 2020, αλλά σε υψηλότερο επίπεδο από του 2019».

Σύμφωνα με την κ. Μαντά «ο επαναπροσδιορισμός των αγοραστικών προτεραιοτήτων, του τρόπου ζωής και των εργασιακών πρακτικών επιβάλλει σημαντικές αλλαγές στο λιανεμπόριο. Ενώ τα φυσικά σούπερ μάρκετ ήταν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα ο τομέας τροφοδοσίας των καταναλωτών, η πανδημία αυτό το άλλαξε γρήγορα. Τα ευρήματα δείχνουν πώς οι άνθρωποι που δεν ήταν τόσο εξοικειωμένοι με το ηλεκτρονικό εμπόριο και τις ψηφιακές τεχνολογίες, πιέστηκαν και ξεπέρασαν τη διστακτικότητά τους. Η αλλαγή αυτή είναι τεράστια. Μεταβολή παρατηρήθηκε και στην ιεράρχηση των καταναλωτικών κριτηρίων. Υγεία, εμπιστοσύνη, ασφάλεια και διαθέσιμο εισόδημα βρέθηκαν στις πρώτες θέσεις για την οποιαδήποτε αγορά προϊόντος, ενώ αντίστοιχα αυξήθηκε η εστίαση του ενδιαφέροντος των καταναλωτών για αγοραστικές επιλογές συμβατές με τη βιωσιμότητα του περιβάλλοντος. Οι σημερινοί καταναλωτές είναι πιο απαιτητικοί από ποτέ, καθώς επιζητούν γρήγορη και αξιόπιστη εξυπηρέτηση, άμεση διαθεσιμότητα προϊόντων και καναλιών διανομής, περιλαμβανομένου του ηλεκτρονικού. Καθώς οι επιχειρήσεις προσαρμόζονται, οι λέξεις-κλειδιά γίνονται η εμπιστοσύνη, η ευκολία και η ασφάλεια.

Στην ΜΕΓΑ το όραμά μας είναι να έχουμε θετικό αντίκτυπο στις κοινωνίες που δραστηριοποιούμαστε και να προάγουμε μέσα από κάθε μας δραστηριότητα την υπεύθυνη παραγωγή και κατανάλωση, ώστε να προσφέρουμε ένα καλύτερο μέλλον στις επόμενες γενιές. Η βιώσιμη ανάπτυξη πηγάζει από τις ίδιες τις αρχές και τις αξίες μας. Θεωρούμε την προσωπική φροντίδα και την υγιεινή άρρηκτα συνδεδεμένες με την υγεία του πλανήτη. Γι’ αυτό επιστρατεύουμε τη διεθνή καινοτομία και αυτή που αναπτύσσεται στα εργαστήριά μας, δημιουργώντας το “Act Green Program: Redesign-Reduce-Recycle”, κάνοντας πράξη το αίσθημα φροντίδας που βρίσκεται στον πυρήνα του DNA μας. Μέσα από πρακτικές περιβαλλοντικά επωφελούς λειτουργίας και πρωτοβουλίες που μειώνουν διαρκώς το αποτύπωμά μας, δεσμευόμαστε να συνεχίσουμε να λειτουργούμε με ευθύνη, σεβασμό και ακεραιότητα».

Πολιτικeς προωθησης
«Η κατηγορία των προϊόντων ατομικής προστασίας είναι αρκετά ταχυκίνητη», σημειώνει ο κ. Δ. Κουτρουμάνης (Septona), παρατηρώντας ότι «ιδιαίτερα για τις μικρές συσκευασίες, όπως των μαντηλιών και των gel, αποδίδουν πολύ τα δεύτερα σημεία έκθεσης, ειδικά σε θέσεις καλής θέασης –πρωτευόντως κοντά στα ταμεία. Πολλές φορές αυτό είναι η αιτία να επισκέπτεται ο καταναλωτής τα μικρά καταστήματα, δηλαδή για λόγους ευκολίας».
Σύμφωνα με την κ. Β. Καρόλου (Εύρηκα), «στον απόηχο της πανδημίας οι οικονομικές δυσχέρειες που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν αρκετά νοικοκυριά, αναμένεται να δώσουν στην τιμή εκ νέου τον πρωταγωνιστικό ρόλο στις αγοραστικές αποφάσεις του καταναλωτή. Στο πλαίσιο αυτό, τα καθαριστικά και απολυμαντικά προϊόντα Topine υποστηρίχθηκαν και θα συνεχίσουν να υποστηρίζονται με προωθήτριες στα σούπερ μάρκετ, με τοποθέτηση stands και προβολών, αλλά και με promotions τιμής και όγκου, που παραδοσιακά είναι από τις πλέον αποτελεσματικές ενέργειες. Πέραν αυτών η Εύρηκα πραγματοποίησε στα τέλη του 2020 νέα τηλεοπτική καμπάνια, η οποία αναδεικνύει τα πλεονεκτήματα των νέων Topine Total Power Floor and All Purpose, ενώ υπενθυμίζει στους καταναλωτές το brand Topine, που διαθέτει μια πλήρη γκάμα προϊόντων. Η καμπάνια συνεχίζεται φέτος με επιπρόσθετη αναφορά στα νέα Topine Total Power Aerosol Sprays. Ταυτόχρονα αξιοποιούμε την παρουσία μας στο διαδίκτυο και κυρίως στα social media, προβάλλοντας τα προϊόντα μας, ενώ, στο πλαίσιο των ενεργειών ΕΚΕ, εντάσσουμε στο πλάνο μας φέτος ένα σύνολο χρηματικών και προϊοντικών δωρεών σε οργανισμούς και δομές, που παρέχουν βοήθεια σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες ως συνέχεια ανάλογων πράξεων αλληλεγγύης, που πραγματοποιήσαμε τα προηγούμενα χρόνια».
Η κ. Τζ. Λιάσκου (RB Healthcare Hellas) σημειώνει πως στα βασικά πλάνα του Dettol είναι η μείωση τιμών και οι προσφορές ανά τακτά χρονικά διαστήματα, τονίζοντας ότι «η επένδυση πόρων στο R&D για την εξέλιξη των προϊόντων μας και στην εκπαίδευση του καταναλωτή σχετικά με τη σημασία της προστασίας, όπως και η ανάληψη πρωτοβουλιών ευθύνης, οι οποίες θα έχουν μακροχρόνιο αντίκτυπο αναφορικά με την προάσπιση της υγείας, θα εξακολουθήσουν να αποτελούν στρατηγική προτεραιότητα του Dettol».

Νέα λανσαρίσματα
Η Εύρηκα λάνσαρε το 2020 το νέο Topine Total Power Floor and All Purpose, διαθέσιμο σε δυο αρώματα, πράσινο μήλο (green apple) και ανοιξιάτικα άνθη (floral). Είναι μικροβιοκτόνο-απολυμαντικό και, ταυτόχρονα, πολυκαθαριστικό κατάλληλο για την καθημερινή καθαριότητα όλων των επιφανειών του σπιτιού. Η σύνθεσή του απαιτεί χρήση μόλις 25ml προϊόντος ανά 1 λίτρο νερού. Επίσης, η εταιρεία επέκτεινε την γκάμα της στα triggers, λανσάροντας το νέο Topine 5 in 1 Green Apple Spray, με απολυμαντική και καθαριστική δράση με άρωμα πράσινου μήλου, ενώ στις αρχές του 2021 λανσάρισε το Topine Total Power Spray, το μόνο στην κατηγορία με 70% αιθυλική αλκοόλη, διαθέσιμο σε αρώματα Mountain Fresh και Spring Valley.

Η ΜΕΓΑ λανσάρισε τις χειρουργικές μάσκες ΜΕΓΑ Type II για άριστο συνδυασμό εξαιρετικά υψηλής προστασίας, άνεσης κατά τη χρήση και αποφυγής ερεθισμών. Σχεδιάστηκαν με τρία στρώματα προστασίας για το φιλτράρισμα ακόμα και ιών όπως ο SARS-CoV-2, είναι δερματολογικά ελεγμένες, δεν περιέχουν latex, έχουν πιστοποίηση Oeko-Tex Standard 100 για την απουσία βλαβερών ουσιών, παράγονται με ευρωπαϊκή τεχνολογία και πρώτες ύλες ευρωπαϊκής προέλευσης. Διατίθενται σε τρία διαφορετικά μεγέθη. Επίσης, η εταιρεία προσέθεσε στην γκάμα της ένα πρωτοποριακό προϊόν που εξασφαλίζει αποδεδειγμένη αντιβακτηριδιακή προστασία, τα Wet Hankies Antibacterial Extra Safe. Το προϊόν διαθέτει καινοτόμο σύνθεση ενισχυμένης δράσης, δρα κατά των βακτηρίων και των ιών γρίπης Η1Ν1, Η3Ν2 και εξασφαλίζει επιστημονικά αποδεδειγμένη δράση ακόμα και κατά του SARS-CoV-2. Ακόμα, η ΜΕΓΑ λανσάρισε την αντισηπτική της λοσιόν με 70% αιθυλική αλκοόλη, για ενισχυμένη προστασία από ιούς και μικρόβια, παραγμένη σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα ΕΝ1276, ΕΝ1500, ΕΝ1650, ΕΝ14476. Είναι εγκεκριμένη από τον ΕΟΦ.

Η Septona λάνσαρε δύο νέους κωδικούς αντιβακτηριακών μαντηλιών, με 75% οινόπνευμα και αποδεδειγμένη δράση κατά του SARS-CoV-2, και μια νέα σειρά από υγρά σαπούνια χεριών με αντιβακτηριακή δράση: Υγρά Σαπούνια χεριών με Μέλι, Αλόη, Πανθενόλη και Ίριδα σε συσκευασίες των 600ml. Έχουν αιθέριο έλαιο Tea Tree με αντιβακτηριακή δράση και το 93% των συστατικών τους είναι φυσικής προέλευσης, ενώ είναι εμπλουτισμένα με γλυκερίνη. Διατίθενται και σε συσκευασία Eco Refill των 1000ml.

Το Dettol στην αρχή του 2020 διεύρυνε τη γκάμα των σαπουνιών της με νέα αρώματα στις αντλίες, αλλά με νέες οικολογικές και οικονομικές συσκευασίες ανταλλακτικών σε δημοφιλή αρώματα. Παράλληλα, φέτος διεύρυνε το κωδικολόγιο των πολυκαθαριστικών της με τη νέα σειρά Dettol TruClean, που παρέχει ασφαλή προστασία, καθώς είναι φτιαγμένη με φυτικής προέλευσης συστατικά, χωρίς σκληρά χημικά. Κατά την παρασκευή τους έχουν μηδενικά απόβλητα, ενώ οι συσκευασίες τους είναι 100% ανακυκλώσιμες.

Χυμοί-Αναψυκτικά: Σωσίβιο η σταθερότητα πωλήσεων των σούπερ μάρκετ

Συνολικά η αγορά των αναψυκτικών κυρίως, αλλά και των χυμών, επλήγη από τις επιπτώσεις των περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας στην τουριστική αγορά και σε όλα τα φυσικά κανάλια διανομής πλην των σούπερ μάρκετ, που έσωσαν πέρυσι την κατάσταση στις εν λόγω κατηγορίες προϊόντων. Οι προοπτικές τους, πάντως, θεωρούνται ευοίωνες, εφόσον αποκατασταθεί η κανονικότητα, μετά το σοκ της πανδημίας, το οποίο, ωστόσο, ενίσχυσε περαιτέρω το κύρος και την επίδραση του υγιεινού, φυσικού και «πράσινου» καταναλωτικού προτύπου και τρόπου ζωής, πράγμα που ανακλάται ήδη στις προϊοντικές καινοτομίες των επιχειρήσεων του κλάδου, στην επικοινωνία τους και στις επιλογές υλικών συσκευασίας των προϊόντων τους, που μεριμνούν να είναι πιο φιλικές στο περιβάλλον.

Σύμφωνα με τον κ. Πλάτωνα Μαρλαφέκα, αντιπρόεδρο της Λουξ, «το 2020 στιγμάτισε το σύνολο της αγοράς», η οποία δοκιμάστηκε από τις οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης στη δημόσια υγεία, όπως όλη η αγορά των αναψυκτικών, εμφανίζοντας πτώση πωλήσεων. Αυτή «οφείλεται στην περιορισμένη κατανάλωση στην κρύα αγορά και την αγορά ho.re.ca., που επλήγησαν σημαντικά από την πανδημία», εξηγεί ο κ. Μαρλαφέκας.

Πράγματι, «υπήρξε πραγματική καθίζηση, που έφτασε ακόμα και στο σημείο μηδέν για πολλές εταιρείες και brands, στημένα σε μεγάλο βαθμό στην αγορά ho.re.ca. και την τουριστική αγορά, που έκλεισαν ολοσχερώς για μεγάλο διάστημα», συμφωνεί ο κ. Γιάννης Τράνταλης, Chief Commercial Officer της Κάμπος Χίου, συμπληρώνοντας: «Μάρκες και κωδικοί προϊόντων με προσανατολισμό στην on the go κατανάλωση υπέστησαν ισχυρό πλήγμα. Οι συσκευασίες των χυμών για on the go κατανάλωση εμφάνισαν εντονότατη πτώση. Αντίθετα, ανάπτυξη είχαν οι family size κωδικοί, καθώς η παραμονή στο σπίτι στη διάρκεια των lockdowns ευνόησε τη ζήτησή τους».

Ωστόσο, η ζήτηση χυμών και αναψυκτικών μέσω των σούπερ μάρκετ γενικά λειτούργησε εξισορροπητικά για τις πωλήσεις της κατηγορίας το 2020 και τους πρώτους μήνες του 2021, εμφανίζοντας μικρή άνοδο σε όγκο και μικρή πτώση σε αξία πέρυσι στους χυμούς, με αντίστροφη τάση το πρώτο πεντάμηνο φέτος, με πτώση των πωλήσεων σε όγκο κατά 1,7% και με μια μικρή ανάπτυξή τους σε αξία κατά 0,7%. Υποχώρηση διαπιστώθηκε, ωστόσο, στις πωλήσεις των χυμών ιδιωτικής ετικέτας κατά 10,4% σε όγκο και 11,2% σε αξία το πρώτο πεντάμηνο της φετινής χρονιάς σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο της περσινής, οπότε επίσης είχε καταγραφεί υποχώρηση πωλήσεων.

Σε ό,τι αφορά τα αναψυκτικά η εικόνα είναι διαφορετική. Διαπιστώνεται μια ενδιαφέρουσα άνοδος πωλήσεων το πρώτο πεντάμηνο φέτος σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα της περσινής χρονιάς της τάξης του 6,7% σε όγκο και του 3,1% σε αξία. Μάλιστα το 2020 είχε προηγηθεί μια άνοδος των πωλήσεων κατά 2,3% σε όγκο και οριακή (1%) σε αξία. Βέβαια αφορά μόνο το κανάλι των σούπερ μάρκετ κι ασφαλώς δεν αντισταθμίζει τις σημαντικές απώλειες της κατηγορίας εξαιτίας των επιπτώσεων των μέτρων κατά της πανδημίας στη λειτουργία των άλλων καναλιών διανομής. Αξιοσημείωτη είναι κι εδώ η μεγάλη υποχώρηση των πωλήσεων των αναψυκτικών ιδιωτικής ετικέτας κατά 8,8% σε όγκο και 19,1% σε αξία, μετά από μια ήδη πτωτική χρονιά. Σε αυτό συνετέλεσαν οπωσδήποτε οι πολλές προωθητικές ενέργειες με τις μεγάλες εκπτώσεις στην τιμή των επώνυμων αναψυκτικών.

Περαιτέρω στροφή στους χυμούς ψυγείου
Όπως σημειώνει η κ. Έλια Μπαϊμά, Marketing Director της ΔΕΛΤΑ, έντονα αρνητικά επηρεάστηκαν πέρυσι οι πωλήσεις των convenience και kiosks στη διάρκεια των δύο lockdowns. Πάντως, επισημαίνοντας την κατακόρυφη άνοδο του διαδικτυακού εμπορίου, τονίζει: «Η νέα online πραγματικότητα ήρθε για τα καλά, εμφανίζοντας τεράστια δυναμική ανάπτυξης, πράγμα που πρέπει να το συνειδητοποιήσουν όλες οι επιχειρήσεις του κλάδου και να προσαρμοστούν ανάλογα».

Ενδιαφέρον στοιχείο είναι η περαιτέρω στροφή της ζήτησης στους χυμούς ψυγείου. Όπως τονίζει σχετικά ο κ. Τράνταλης, «η κατηγορία αυτή το 2020 εμφάνισε αύξηση πωλήσεων σε αξία 8%. Μάλιστα η μετατόπιση του καταναλωτικού ενδιαφέροντος από το ράφι στο ψυγείο παρατηρείται συνεχόμενα τα τελευταία χρόνια. Θα την χαρακτήριζα ως απολύτως υγιή και sustainable τάση, αφού δεν υπήρξαν ανατιμήσεις, ενώ, επειδή τα προιόντα ψυγείου δεν «στοκάρονται» όπως τα ξηρού φορτίου, η πανδημία και τα απανωτά lockdowns δεν άφησαν περιθώρια για «φαινομενικά» αποτελέσματα. Η Κάμπος Χίου είχαμε την ευτυχία να δούμε να πετυχαίνει μια συγκλονιστική ανάπτυξη της τάξης του 36%, πράγμα που οφείλεται φυσικά σε πρόσθετους παράγοντες, που είναι καρποί των προσπαθειών μας».

Για την κ. Μπαϊμά η εν λόγω τάση επιβεβαιώνει τη στροφή των καταναλωτών σε πιο φυσικές και διατροφικά ανώτερες επιλογές, που υποστηρίζουν ένα πιο υγιεινό και ισορροπημένο τρόπο διατροφής. Σχετικά σημειώνει ότι μολονότι οι πωλήσεις της κατηγορίας των χυμών συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την ψυχολογία του καταναλωτή, τον τρόπο ζωής του και τον τουρισμό, παρά τις ανατρεπτικές συνθήκες που διαμόρφωσε η συγκυρία της πανδημίας γι’ αυτούς τους παράγοντες, «οι πωλήσεις της κατηγορίας πέρυσι έκλεισαν σχεδόν στο επίπεδο του 2019, που ήταν μια πολύ καλή χρονιά».

«Η κατάσταση που αντιμετωπίζει η χώρα λόγω της πανδημίας είναι πρωτόγνωρη, πράγμα που επηρεάζει το κλίμα της αγοράς, ωθώντας τόσο τον παραγωγικό τομέα όσο και το σύνολο των καταναλωτών στο να θέτουν διαφορετικές προτεραιότητες, καθώς η διαχείριση των επιπτώσεων της πανδημίας απαιτεί προσεκτικούς χειρισμούς», σχολιάζει ο κ Μαρλαφέκας, προσθέτοντας: «Παρά την επιτυχία της Ελλάδας να θεωρείται ασφαλής ταξιδιωτικός προορισμός, η παγκόσμια ανησυχία σχετικά με την πρόοδο για την ανάσχεση της πανδημίας έχει ευρύτερες συνέπειες, που επηρεάζουν τον τουρισμό και κατ’ επέκταση δημιουργούν απώλειες εσόδων στις εθνικές αγορές».

Υγιεινό, φυσικό και «πράσινο» το νέο καταναλωτικό πρότυπο
Η σημαντικότερη εξέλιξη στην αγορά των χυμών και των αναψυκτικών σχετίζεται με την ανάπτυξη της οικιακής κατανάλωσής τους, λόγω των περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας, αλλά στο πλαίσιο της αναζήτησης ενός υγιεινότερου τρόπου ζωής, την οποία ενισχύει η συγκυρία της κρίσης στη δημόσια υγεία.

«Αυτό, επηρεάζοντας όλη την αγορά, ώθησε τις επιχειρήσεις στη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων τους και στην επιλογή των πρώτων υλών τους με ακόμα μεγαλύτερη αυστηρότητα, δίνοντας έμφαση στην ελληνικότητα και την φυσικότητα. Έτσι, παρατηρούμε ακόμα και λανσαρίσματα προϊόντων, που βοηθούν τον οργανισμό να ανταποκρίνεται καλύτερα στις σύχρονες απαιτήσεις», λέει η κ. Μπαϊμά. Σε ό,τι αφορά τις τιμές, σημειώνει πως παρατηρείται «μια στροφή των καταναλωτών στα καινοτόμα προϊόντα μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας, κάτι που δείχνει ότι η αγορά των χυμών έχει περεταίρω προοπτική ανάπτυξης. Είναι στο χέρι των εταιρειών του κλάδου να ανταποκριθούν, προτείνοντας προϊόντα που προάγουν ένα πιο φυσικό και υγιεινό τρόπο διατροφής και ζωής», τονίζει.
Ο κ. Μαρλαφέκας σχολιάζει ότι, δεδομένων των περιγραφόμενων καταναλωτικών τάσεων, η πανδημία δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω αναζητήσεις εκ μέρους του κοινού προϊόντων, που σέβονται τις απαιτήσεις του. Παράλληλα, ανέδειξε εξίσου έντονα την προτίμηση του κοινού για προϊόντα με συσκευασίες συμβατές με το αιτούμενο της βιωσιμότητας, μια τάση που αναμένεται ότι θα διευρυνθεί περισσότερο τα επόμενα χρόνια.

Όπως τονίζει, «η Λουξ, επενδύοντας στον αδιάκοπο διάλογο με το καταναλωτικό κοινό, έχει ενσωματώσει την καινοτομία στις προϊοντικές της προτάσεις. Έτσι από πολύ νωρίς, ήδη από το 2016, λάνσαρε τη νέα γενιά προϊόντων λουξ plus ‘n light με 0% ζάχαρη, 100% φυσικά γλυκαντικά, υψηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνη C στην πορτοκαλάδα και τη λεμονάδα και 60% λιγότερες θερμίδες, εισάγοντας μια νέα κατηγορία και, ταυτόχρονα, μια καινοτομία σε διεθνές επίπεδο. Παράλληλα, κυκλοφόρησε τη σειρά λουξ plus ’n light tea, η οποία ακολουθεί επίσης τη φιλοσοφία των plus ‘n light σε ό,τι αφορά τη συνταγολογία, αποτελώντας ιδανική επιλογή για μια πιο ισορροπημένη διατροφή. Επίσης, στα άμεσα σχέδια της εταιρείας είναι η παραγωγή νέων συσκευασιών, που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες τάσεις και επιταγές της αγοράς».

Κατά τον κ. Τράνταλη η φροντίδα της υγείας και η προστασία του περιβάλλοντος αποτελούν βασικές προτεραιότητες των καταναλωτών, που ανακλώνται όλο και περισσότερο στις αγοραστικές τους προτιμήσεις. Όπως τονίζει, «η Κάμπος Χίου διαθέτει μια πολύ μεγάλη γκάμα προιόντων υψηλής διατροφικής αξίας. Οι περισσότεροι κωδικοί προϊόντων που διαθέτει έχουν υψηλή περιεκτικότητα βιταμίνης C, ενώ άλλα καινοτόμα προιόντα της, όπως η σειρά λow!, έχουν απειροελάχιστες θερμίδες ανα ποτήρι και παρασκευάζονται χωρίς ζάχαρη. Επίσης η συσκευασία απασχολεί όλο και περισσότερο τον Έλληνα καταναλωτή. Έτσι οι παραγμένες από πρώτες ύλες της υπεύθυνης υλοτομίας χάρτινες συσκευασίες, οι πλήρως ανακυκλώσιμες και οι επαναχρησιμοποιούμενες συσκευασίες, είναι πλέον σοβαρός παράγοντας επιλογής μάρκας».

Σημειώνουμε ότι η κατηγορία των χυμών ψυγείου έχει παρουσιάσει τα τελευταία χρόνια αρκετές και σημαντικές καινοτομίες, με πιο σπουδαία αυτή των μη συμπυκνωμένων χυμών, η οποία κατέχει πλέον το 11% της συνολικής αγοράς, αναπτυσσόμενη διαρκώς.

Ευοίωνες οι προοπτικές μετά την πανδημία
Κατά τον κ. Μαρλαφέκα «η πανδημία είναι «ο πόλεμος της γενιάς μας». Συνιστά μια πρωτόγνωρη πρόκληση για το σύνολο της αγοράς. Οι επιπτώσεις της έχουν διαφοροποιήσει τις ανάγκες και τις προτεραιότητες του καταναλωτικού κοινού, ενώ δημιουργούν ευρύτερα κλίμα ανασφάλειας στο σύνολο του παραγωγικού ιστού της χώρας. Στο εξής οι καταναλωτικές συνήθειες, οι τάσεις της αγοράς, οι προσαρμογές στις τιμές των προϊόντων και η πορεία των επιχειρήσεων θα είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με όσα επιτάσσουν η παγκόσμια υγειονομική κρίση και οι επιπτώσεις της».

Στην ερώτησή μας για τις προοπτικές του κλάδου ο κ. Τράνταλης σημειώνει: «Θα απαντήσω με το «ο τολμών νικά» και εξηγούμαι. Η Κάμπος Χίου αποφάσισε το 2019 να αποσυρθεί από την κατηγορία των Συμπυκνωμένων Χυμών παρότι αυτή ελέγχει ακόμη σήμερα το 65% του όγκου πωλήσεων της κατηγορίας. Όμως, η απόφασή μας ήταν απολύτως συνειδητή και σχετίζεται με τη δέσμευσή μας να προσφέρουμε στον καταναλωτή υψηλότερης αξίας προϊόντα. Καθώς οι «γραμμές» που ξεχωρίζουν τα προιόντα (συσκευασία, εικαστικό, τιμή κ.ά.) είναι πολλές φορές δυσδιάκριτες και συγχέονται στο μυαλό του καταναλωτή, η διακοπή της δραστηριότητας σε μια κατηγορία, που για εμάς ανήκει ξεκάθαρα στο παρελθόν, ήταν μονόδρομος. Επιλέξαμε να προσφέρουμε στον καταναλωτή το μέλλον κι αυτό, όπως φαίνεται, εκτιμάται, καθώς οι πωλήσεις και τα μερίδιά μας διπλασιάζονται κάθε χρόνο στις προϊοντικές κατηγορίες που έρχονται από το μέλλον».

Σύμφωνα με την κ. Μπαϊμά, στη νέα πραγματικότητα ο χυμός κατέχει εξέχουσα θέση, όντας αναπόσπαστο στοιχείο μιας ισορροπημένης διατροφής και ενός υγιεινού τρόπου ζωής: «Συνεπώς θεωρούμε πως η αγορά του χυμού θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο μέλλον και οι προοπτικές της μόνο θετικές μπορεί να είναι. Σε συνδυασμό με την προσδοκία της επανόδου της κοινωνικής και οικονομικής ζωής στην κανονικότητα και τις θετικές προοπτικές του τουρισμού στη χώρα μας, η αγορά των χυμών υπολογιζουμε ότι θα παρουσιάσει διψήφιους ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια. Φυσικά οι επιχειρήσεις του κλάδου πρέπει να συμβάλλουν σχετικά, προτείνοντας καινοτομίες και προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Από την πλευρά μας δεσμευόμαστε ότι θα εξακολουθήσουμε να έχουμε στο κέντρο των ενδιαφερόντων μας τον καταναλωτή και τις ανάγκες του, προσφέροντάς του όλο και πιο καινοτόμα προϊόντα υψηλής ποιότητας και διατροφικής αξίας, που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της ζωής του».

Ο κ. Μαρλαφέκας σημειώνει πως την προοπτική της κατηγορίας των αναψυκτικών, των χυμών και του τσαγιού, που συνδέεται με τη μη χρήση ζάχαρης, την επιβεβαιώνει η αυξανόμενη ζήτηση πιο υγιεινών επιλογών. «Παράλληλα, η στροφή των καταναλωτών σε πιο «πράσινες» προϊοντικές επιλογές οδηγούν τις εταιρείες στο να σέβονται σε κάθε στάδιο της λειτουργίας τους, από τις πρώτες ύλες μέχρι την τελική διάθεσή του προϊόντος στο ράφι, τις αρχές που σχετίζονται με την προστασία του περιβάλλοντος», τονίζει. Εξάλλου, όπως εκτιμά, αν και η πανδημία επηρέασε σημαντικά τον κλάδο της εστίασης, «ο συνδυασμός της επιστροφής στην κανονικότητα σε περίοδο αιχμής της εποχικότητας των προϊόντων της κατηγορίας, δίνει και πάλι ώθηση στον κλάδο, ο οποίος παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια σημαντικές προοπτικές. Όμως, παρά τα θετικά σημάδια για την πρόοδο της αγοράς, είναι ακόμα νωρίς να προβεί κανείς σε συγκεκριμένες προβλέψεις για το μέλλον των πωλήσεων…».

Προωθητικές Ενέργειες
«Οι μεμονωμένες προωθητικές ενέργειες δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα», σχολιάζει ο κ. Γ. Τράνταλης, εξηγώντας ότι η Κάμπος Χίου «ακολουθεί ένα προσεκτικό πλάνο κατανομής των πόρων του –πλην των προσφορών προς τον καταναλωτή–, που έχει όλο το απαιτόυμενο mix. Επενδύουμε πολύ περισσότερο από το μπόι μας στην τηλεόραση, αλλά στοχεύουμε στην επαφή μας με τον καταναλωτή και με άλλα μέσα. Έχουμε καταρτίσει πολλές και διαφορετικού είδους καμπάνιες στα social media, με στόχο όχι να προσελκύσουμε followers με διαγωνισμούς, αλλά να γίνουμε engaged με τον καταναλωτή, να τον εκπαιδεύσουμε στα προϊόντα των διαφορετικών υποκατηγοριών και να καταλάβει τις βασικές διαφορές τους, ώστε να διαμορφώσει κριτήριο αγοράς με γνώμονα την καλή διατροφή».

Από την πλευρά του ο κ. Πλ. Μαρλαφέκας, αντιπρόεδρος της Λουξ, τονίζει πως «η προσαρμοστικότητα και η ευελιξία είναι δυο έννοιες που ανέδειξε έντονα η συγκυρία της πανδημίας, οδηγώντας τις εταιρίες να μεταβάλλουν και να αναπροσαρμόσουν τις προγραμματισμένες τους ενέργειες σε κάθε τομέα, ακόμα και σε επικοινωνιακό επίπεδο. Αφουγκραζόμενοι τις ανάγκες και τα νέα δεδομένα στην αγορά, αναπροσαρμόσαμε χρονικά τις επικοινωνιακές ενέργειες και τις παραγωγές της Λουξ, περιορίζοντας παράλληλα τις BTL ενέργειες λόγω του υγειονομικού πρωτοκόλλου».

Νέα λανσαρίσματα
Η ΔΕΛΤΑ λάνσαρε τη νέα Life Smoothies. Σε μια κατηγορία η οποία στο εξωτερικό έχει τεράστια απήχηση, αλλά στην Ελλάδα είναι ακόμα σε πρώιμο στάδιο, ο Life επιχειρεί να κάνει τη διαφορά. H σειρά αποτελείται από τέσσερις γεύσεις, Life Smoothie Blueberry-Αρώνια 250ml, Life Smoothie Mango-Passionfruit-Κουρκουμάς-Guarana 250ml, Life Smoothie Πορτοκάλι-Ροδάκινο-Grapefruit 250ml και Life Smoothie Αγγούρι-Σπανάκι 250ml. Επίσης λάνσαρε τη νέα σειρά Life Βιολογική Σοδειά, σε τρεις γεύσεις χωρίς συντηρητικά: Life 100% φυσικός βιολογικός χυμός πορτοκάλι, βιολογική λεμονάδα και βυσσινάδα από επιλεγμένες καλλιέργειες φρούτων με τη σφραγίδα του Οργανισμού Ελέγχου και Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων «ΔΗΩ».
Η ΕΨΑ για δεύτερο συνεχόμενο καλοκαίρι λανσάρει μία νέα γεύση: Μάνγκο-Μανταρίνι. Η αρχή έγινε το 2020 με το Summer Mix Φράουλα-Βασιλικός.

Διεθνείς τάσεις: Οι αδυναμίες των μεγάλων προμηθευτών, δύναμη για τα PL

Η τοποθέτηση εκπροσώπου του αμερικανικού ομίλου Kroger που συνδέει τις προοπτικές ανάπτυξης των PL με τυχόν αδικαιολόγητες ανατιμήσεις των επώνυμων προϊόντων αποτελεί μία ακόμη ένδειξη της αλληλεξάρτησης των δύο κατηγοριών, που απευθύνονται στους καταναλωτές εκμεταλλευόμενες η κάθε μια τα αδύναμα σημεία της άλλης για να αυξήσουν πωλήσεις και μερίδια. Δεν είναι τυχαίο πως τα PL, όπως και οι μικροί παραγωγοί, κατάφεραν στις ΗΠΑ να αξιοποιήσουν αδυναμίες των επώνυμων προϊόντων, κυρίως κατά τους πρώτους μήνες της πανδημίας, προς όφελός τους. Τις εξελίξεις αυτές, αλλά και τις προοπτικές των PL στις ξένες αγορές καταγράφουν πρόσφατες έρευνες.

Στο πλαίσιο της προετοιμασίας διοργάνωσης τον ερχόμενο Νοέμβριο στο Σικάγο της ετήσιας έκθεσης Private Label Trade Show, από την Private Label Manufacturers Association (PLMA), δημοσιοποιήθηκαν τα ευρήματα έρευνας που καταγράφει τις τάσεις στον κλάδο, όπως διαμορφώνονται στην εποχή της αβεβαιότητας και των σημαντικών αλλαγών στις αγοραστικές και καταναλωτικές συνήθειες. Μεταξύ αυτών, κεντρική θέση έχει η ενίσχυση της ζήτησης για έτοιμο φαγητό, σνακ και γεύματα, σε κανάλια πέραν των παραδοσιακών. Τα προϊόντα αυτών των κατηγοριών έδωσαν λύσεις στις νέες προκλήσεις οι οποίες δημιουργήθηκαν λόγω της πανδημίας και των περιορισμών της μετακίνησης και των κοινωνικών επαφών. Σε αυτό το περιβάλλον, τα καταστήματα λιανικής τροφίμων ενίσχυσαν τον ρόλο τους ως ανταγωνιστές των αντίστοιχων προτάσεων που προσέφερε στην προ-πανδημίας εποχή το κανάλι της εστίασης. Παράλληλα, όπως σημειώνουν οι εκπρόσωποι της PLMA, σημειώθηκε σημαντική ανάπτυξη της χρήσης ηλεκτρονικών εφαρμογών (app), των online παραγγελιών και των σημείων παραλαβής των προϊόντων, εντός ή εκτός καταστημάτων. Σε γενικές γραμμές, διαμορφώθηκε μια νέα κατάσταση που ενίσχυσε την ήδη εξελισσόμενη αδυναμία σαφούς οριοθέτησης μεταξύ λιανεμπορίου τροφίμων, convenience και εστίασης.

Οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν και την αγορά των PL. Διαπιστώνεται μια αυξανόμενη τάση για προϊόντα που απευθύνονται στο κοινό το οποίο αναζητά πλέον και στο λιανεμπόριο τροφίμων την ικανοποίηση της ανάγκης για φαγητό καφέ, ποτό κλπ. Είναι ενδεικτική η δήλωση του αντιπρόεδρου της PLMA, Anthony Aloia, πως όλα δείχνουν ότι επίκειται ανάπτυξη του private label foodservice στις ΗΠΑ, καθώς αυξάνεται ο αριθμός των εμβολιασμένων πολιτών και μειώνονται οι επιπτώσεις της πανδημίας.
Η αυξανόμενη επιθυμία του λιανεμπορίου τροφίμων να προσφέρει στους καταναλωτές γεύματα εστιατορικού επιπέδου, οδήγησε πράγματι τη σημαντικότερη έκθεση για τα PL προϊόντα να εντάξει στους εκθέτες της και προμηθευτές που απευθύνονται στο κανάλι της εστίασης.

Διατήρηση υψηλών μεριδίων των PL στην Ευρώπη
Σε ό,τι αφορά το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας διατήρησαν μερίδιο σε όγκο πωλήσεων άνω του 30% στις 16 από τις 18 χώρες της Ευρώπης που ερεύνησε η NielsenIQ τo 2020 για λογαριασμό της PLMA. Περίπου οι μισές χώρες είχαν μερίδιο των PL άνω του 40% και στην πλειονότητα των χωρών η πορεία της διείσδυσής τους στην αγορά είχε θετικό πρόσημο. Οι κατηγορίες στις οποίες σημειώνεται η υψηλότερη ανάπτυξη στις 18 χώρες του δείγματος είναι τα φρέσκα και κατεψυγμένα προϊόντα, τα γαλακτοκομικά και τα προϊόντα υγείας και ομορφιάς.

Το 2020, οι πωλήσεις των PL σε μονάδες όγκου αυξήθηκαν στο σύνολο των 18 χωρών κατά 7,2%, σε σχέση με το 2019, στα 52,5 δισ. μονάδες. Το ίδιο ποσοστό αύξησης πωλήσεων σημειώθηκε και στα επώνυμα προϊόντα, που έφθασαν σε 172,1 δισ. μονάδες από 160,6 δισ. μονάδες το προηγούμενο έτος.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τα μερίδια σε όγκο πωλήσεων PL στις μεγαλύτερες αγορές λιανεμπορίου, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκονται στην κορυφή, με ποσοστά άνω του 40%. Στη Γαλλία σημειώθηκε αύξηση μεριδίου κατά επτά ποσοστιαίες μονάδες, με την προσθήκη των πωλήσεων που προέρχονται από τις εκπτωτικές αλυσίδες και τα καταστήματα γειτονιάς για πρώτη φορά στη μέτρηση της NielsenIQ, οπότε το μερίδιο των PL ανήλθε στο 38,5%. Στο Βέλγιο σημειώθηκε μια μικρή μείωση, κυρίως λόγω της μείωσης των πωλήσεων ζαχαρωδών και σνακ, ενώ στην Ολλανδία παρουσιάστηκε μικρή ανάπτυξη, στο 37,1%. Η Ισπανία και η Ελβετία διατηρούν μερίδια που κυμαίνονται περί του 50%, ενώ η Πορτογαλία παρουσίασε τη μεγαλύτερη αύξηση μεριδίου σε συγκρίσιμη βάση, φθάνοντας το 45%, με ανάπτυξη συνολικά στη διάρκεια μιας τετραετίας -από το 2016- κατά σχεδόν πέντε ποσοστιαίες μονάδες.

Η αγορά των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας παραμένει ισχυρή στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη από την έναρξη παρακολούθησής της από τη Nielsen, το 2003, με μερίδια μεγαλύτερα του 40% στην Αυστρία και άνω του 30% στην Πολωνία, την Τσεχία και τη Σλοβακία.

Η μεγαλύτερη ανάπτυξη σημειώθηκε στην Ουγγαρία, με +1,4%, διαμορφώνοντας το μερίδιο των PL στο 36,2%. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αύξηση και το μεγαλύτερο μερίδιο PL που καταγράφηκε ποτέ στη συγκεκριμένη αγορά.

Η Σουηδία βρίσκεται στην κορυφή των Σκανδιναβικών χωρών, με αύξηση μεριδίου κατά μία ποσοστιαία μονάδα, στο 34% για πρώτη φορά, ενώ η Φινλανδία διατήρησε το μερίδιο των PL σε ποσοστό άνω του 30%.
Σε ό,τι αφορά την περιοχή της Μεσογείου, τα μερίδια στην Τουρκία και την Ελλάδα διατηρήθηκαν στο επίπεδο του 30%, ενώ στην Ιταλία συνεχίστηκε η ανοδική πορεία και το 2020, με το μερίδιο να φθάνει το 22,6%.

Διψήφια ανάπτυξη σε αξία
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση International Private Label Yearbook, όπου παρουσιάζονται από την PLMA οι τάσεις σε πάνω από 7.000 κατηγορίες προϊόντων που πωλούνται μέσω των σούπερ μάρκετ σε 18 χώρες, το 2020 ήταν η καλύτερη χρονιά των PL σε ό,τι αφορά την αύξηση των πωλήσεων σε αξία. Ειδκότερα, τα PL σημείωσαν διψήφιο ποσοστό ανάπτυξης σε αξία, κερδίζοντας από την αύξηση των πωλήσεων συνολικά του κλάδου των καταστημάτων τροφίμων, λόγω της πανδημίας.

Συγκεκριμένα, οι πωλήσεις σε αξία των PL αυξήθηκαν το 2020 κατά 11,6%, φθάνοντας τα 158,8 δισ. δολάρια (133,65 δισ. ευρώ), από 142,3 δισ. δολάρια (119,76 δισ. ευρώ) το 2019. Τα επώνυμα προϊόντα είχαν υψηλότερο ποσοστό ανάπτυξης, 11,9%, διαμορφώνοντας το σύνολο των πωλήσεων στα 657,2 δισ. δολάρια (553,10 δισ. ευρώ) το 2020 έναντι 587,4 δισ. δολάρια (494,35 δισ. ευρώ) το προηγούμενο έτος.

Σε ό,τι αφορά την κατανομή των πωλήσεων μεταξύ PL και επωνύμων, η έρευνα του PLMA καταγράφει τα εξής: To 2020 τα PL είχαν μερίδιο σε αξία 19,5% και τα επώνυμα 80,5%, ενώ
σε όγκο τα μερίδιά τους ήταν 23,4% και 76,6% αντίστοιχα.

Ισχυρή θέση στο καλάθι αγορών
Η PLMA σημειώνει πως τα PL στις ΗΠΑ εξακολουθούν να διατηρούν ισχυρή παρουσία στο καλάθι του σούπερ μάρκετ, με ένα ταχυκίνητο προϊόν στα τέσσερα να είναι ιδιωτικής ετικέτας και περίπου ένα σε κάθε πέντε δολάρια αγορών να ξοδεύεται για αγορά προϊόντων αυτής της κατηγορίας. Η αναλογία αυτή δεν άλλαξε ουσιαστικά, παρά τις μεγάλες αλλαγές που έφερε στις αγοραστικές συνήθειες η πανδημία, όπως οι αγορές πανικού στην αρχή της -που οδήγησαν σε ελλείψεις προϊόντων σε βασικές κατηγορίες-, αλλά και τη στροφή στις διαδικτυακές αγορές, που σχεδόν διπλασιάστηκαν.
Την ίδια στιγμή, νέες ευκαιρίες για την ανάπτυξη των PL δημιούργησε η ανάπτυξη των πωλήσεων στο κανάλι του λιανεμπορίου τροφίμων (λόγω του lockdown και της αδυναμίας λειτουργίας των εστιατορίων, των καφέ και των μπαρ, της αδυναμίας πραγματοποίησης ταξιδιών, της τηλεργασίας, της απομακρυσμένης εκπαίδευσης κλπ), αλλά και οι αλλαγές στο διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημα, καθώς πολλοί εργαζόμενοι βρέθηκαν στην ανεργία. Για παράδειγμα, η προετοιμασία σνακ και γευμάτων στο σπίτι άνοιξαν νέους ορίζοντες και για τα PL.

Ακόμη και αν δεν είναι εύκολο να συναχθούν ακριβή συμπεράσματα και προβλέψεις, λόγω της επικρατούσας αβεβαιότητας για το μέλλον της πανδημίας, αλλά και της δυσκολίας σύγκρισης με προηγούμενες περιόδους σχετικής κανονικότητας ή της οικονομικής κρίσης, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν πως τα PL έχουν κατοχυρώσει μια σημαντική θέση στην αγορά και προσαρμόζονται πολύ καλά σε μεγάλες προκλήσεις. Όπως δηλώνει σχολιάζοντας την έρευνα της αγοραστικής συμπεριφοράς των καταναλωτών για το 2020 η Kara Sheesley, Vice President Retail Engagement & US Industry Relations της NielsenIQ στο Σικάγο, «τα PL έχουν σημαντική θέση στο καλάθι αγορών. Σε ποσοστό 99% οι καταναλωτές δήλωσαν πως αγόρασαν PL προϊόντα την εν λόγω χρονιά».

Μικροί παραγωγοί και PL κέρδισαν μερίδια το 2020 στις ΗΠΑ
Η IRI ανακοίνωσε τον περασμένο Ιανουάριο τα ευρήματα της έρευνάς της σχετικά με την εξέλιξη της αγοράς των ταχυκίνητων προϊόντων το 2020 στις ΗΠΑ, προτάσσοντας την ενισχυμένη προτίμηση των καταναλωτών στα προϊόντα που φέρουν την υπογραφή μικρών και πολύ μικρών παραγωγών ή επιχειρήσεων λιανεμπορίου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να κερδίσουν μερίδιο έναντι των ισχυρών επώνυμων μαρκών. Συγκεκριμένα, σε σύνολο 933 δισ. δολαρίων που υπολογίζει η IRI το σύνολο των πωλήσεων ταχυκίνητων προϊόντων (FMCG) στη χώρα κατά το 2020 στα κανάλια λιανικής που μελετά, οι μεγάλοι προμηθευτές έχασαν περίπου 1,3 ποσοστιαίες μονάδες ή 12,1 δισ. δολάρια, τα οποία κέρδισαν αντίστοιχα οι μικρότεροι «παίκτες», λόγω της μετακίνησης των καταναλωτών σε άλλα κανάλια αγορών, των δυσκολιών στην κάλυψη της αυξημένης ζήτησης και των μετακινήσεων σε άλλες κατηγορίες προϊόντων. Το 2020, όπως αναφέρει η έρευνα, η βιομηχανία των FMCG αναπτύχθηκε κατά 10,3%. Σχεδόν το ένα τρίτο αυτής της ανάπτυξης αφορά τους μικρότερους προμηθευτές (σημειώνεται πως συμπεριλαμβάνονται και επιχειρήσεις με πωλήσεις έως 1 δισ. δολάρια), ενώ τα PL συμμετείχαν με 18% σε αυτή την ανάπτυξη. Κατά συνέπεια, το μερίδιο των μικρών παραγωγών αυξήθηκε κατά 1,1 ποσοστιαία μονάδα και των PL κατά 0,2. Τα ποσοστά αυτά αφαιρέθηκαν από τους μεγάλους παραγωγούς (με πωλήσεις άνω των 5,5 δισ. δολαρίων ετησίως), στους οποίους αντιστοιχεί το 34,1% της συνολικής αύξησης των πωλήσεων FMCG το 2020. Στην αγορά των ΗΠΑ, οι μεγάλες βιομηχανίες FMCG χάνουν μερίδιο πωλήσεων σε ετήσια βάση τα τελευταία πέντε χρόνια, αλλά εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν το 46,7% του συνόλου των πωλήσεων στη χώρα, στα εξεταζόμενα από τη συγκριμένη έρευνα κανάλια.

Σύμφωνα με τον Dr. Krishnakumar S. Davey, president of Strategic Analytics της IRI, η στροφή των καταναλωτών προς τους μικρότερους παραγωγούς και τα PL έχει εντοπιστεί ως τάση εδώ και αρκετά χρόνια. Στην περίοδο της πανδημίας ενισχύθηκε, όπως εξηγεί, καθώς αρκετοί μεγάλοι προμηθευτές δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν στη διόγκωση της ζήτησης κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους, με αποτέλεσμα να χάσουν μερίδιο προς όφελος μικρότερων προμηθευτών που αξιοποίησαν την ευκαιρία.

Οι μεγάλοι προμηθευτές ανέκαμψαν το τρίτο τρίμηνο, αλλά και πάλι έχασαν σημαντικό μερίδιο (-1,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2019 vs -1,9 μονάδες σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2019). Το τέταρτο τρίμηνο σημειώθηκε κάποια βελτίωση και επιστροφή στην προ πανδημίας τάση (-0,8 μονάδες vs έναν χρόνο πριν). Πολλοί μικροί προμηθευτές μπήκαν σε αγορές που αναπτύχθηκαν λόγω πανδημίας, όπως σαπούνι, απολυμαντικά χεριών κλπ).

Συμπερασματικά, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ομοιότητες στις τάσεις που αφορούν την πορεία των PL προϊόντων στις ξένες αγορές, με κυριότερη την σύνδεση της εξέλιξης των μεριδίων τους με την ικανότητα των επώνυμων προϊόντων να προσαρμόζουν την προσφορά τους στη ζήτηση, ακόμη και σε περιόδους απρόσμενων αλλαγών, όσο και με την τιμολογιακή τους πολιτική, ειδικότερα σε περιόδους μείωσης του διαθέσιμου προς κατανάλωση εισοδήματος.

Νεότητα, ευχή ή κατάρα;

H ορμή της καταστροφής του παλιού για τη γέννηση του νέου, που πυροδοτείται από τη βιολογική ανάγκη διαιώνισης του είδους και την πίστη σε μια πιο ανθρώπινη ζωή, κάνει τη νεότητα ζηλευτή. Ζώντας, όμως, σε μια περίοδο της ιστορίας, που επανέρχεται στο προσκήνιο ως εγγύηση σταθερότητας η ενισχυμένη αντίσταση έναντι ρηξικέλευθων απαντήσεων σε κρίσιμες προκλήσεις, πόσο μπορεί να ζηλέψει κανείς τους νέους του μέλλοντος;

Αποφάσεις που στένεψαν ασφυκτικά τα περιθώρια ελευθερίας των πολιτών και της χώρας μας υπογράφηκαν στο πρόσφατο παρελθόν βάσει μιας ξεκάθαρης παραποίησης των πραγματικών τους στόχων. Αυτό αναγνωρίστηκε, έστω έμμεσα, όταν έγινε αποδεκτή ακόμη και από τους υπεύθυνους για τον σχεδιασμό και την υλοποίησή τους η αναποτελεσματικότητά τους, που εξακολουθεί να ταλαιπωρεί οικονομία και κοινωνία έως σήμερα. Σε αυτή την αποτυχία θύματα ήταν και είναι κυρίως οι νέοι. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα στοιχεία για την εξέλιξη της ανεργίας στους νέους και για τη φυγή τους από τη χώρα, όχι μόνο στη διάρκεια της προηγούμενης, αλλά και της νέας κρίσης.

Οι πρώτες μέρες του 4ου κύματος της πανδημίας έδωσαν το σήμα κινδύνου για ένα νέο πισωγύρισμα στη μάχη που εξελίσσεται χωρίς να διαφαίνεται ακόμη το τέλος της. Για άλλη μια φορά, οι πολίτες λαμβάνουν την επιστημονική ενημέρωση, τόσο για το τι πρέπει να γίνει στο πεδίο της υγείας όσο και της οικονομίας, με αντιφάσεις, σκόπιμες ή μη. Για άλλη μια φορά, η μάχη για τη ζωή, που δεν μπορεί να δοθεί μεμονωμένα, αλλά συντονισμένα από όλες τις χώρες, εξαρτάται από όπλα που χειρίζεται μια απόλυτα αντι-ανθρωπιστική ελίτ. Και για άλλη μια φορά, όπως και σε άλλους πολύνεκρους πολέμους, η ανθρωπότητα αργεί να επαναφέρει στη μνήμη της τα μεγάλα μαθήματα της ζωής, που δίνουν κυρίως οι νέοι. Αυτοί που όταν κινδυνεύει η ζωή αντιλαμβάνονται άμεσα την πρόσκαιρη και πολύτιμη φύση της και αναλαμβάνουν δράση, σημειώνοντας όμως και τις μεγαλύτερες απώλειες.

Σήμερα λοιπόν, όταν οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις και χώρες συζητούν για πράσινη ανάπτυξη, για δικαιότερη φορολόγηση, για επιστροφή στην κοινωνία μέρους των υπερκερδών εταιρειών ή προσώπων και για τόσους άλλους ευγενείς στόχους, οι νέοι, με το οξυμένο αισθητήριό τους, αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τα μεγάλα λόγια. Αυτό που δεν γνωρίζουμε δυστυχώς είναι αν θα προλάβουν, λόγω της ισχύος των αδίστακτων και βουλιμικών δυνάμεων που τους επιτίθενται, να αντισταθούν, να μας σώσουν και να σωθούν.

Στη χώρα, κορυφαίες αλλαγές υλοποιούνται σε ένα σαθρό υπόβαθρο που προϋπήρχε, αλλά αξιοποιείται με περισσή ευκολία λόγω της πανδημίας. Βλέπουμε εκ νέου επίθεση στον δημόσιο τομέα, σε κομβικούς τομείς της οικονομίας και της υγείας, όταν σε άλλες χώρες επιστρέφει η συζήτηση για την ανάγκη ενίσχυσής του, με αντίστοιχη ενίσχυση του δημόσιου ελέγχου. Γινόμαστε μάρτυρες υλοποίησης επενδύσεων που δεν προσφέρουν παρά κέρδη σε εταιρείες έτοιμες να τα διοχετεύσουν σε εξωχώριους λογαριασμούς, που θα υποβαθμίσουν δραματικά το περιβάλλον, τον πολιτισμό και τις ήδη μακριά από το ιδανικό συνθήκες ζωής. Ζούμε στην εποχή της συρρίκνωσης των δικαιωμάτων των εργαζομένων, της στροφής προς ένα μοντέλο ασφάλισης που υπόσχεται στους νέους χρηματιστηριακά κέρδη, της αντιμετώπισης της παιδείας ως εμπορευματικό είδος…

Ακόμη και όταν ο ήλιος λάμπει και η θάλασσα της Ελλάδας έχει τη δύναμη να σου υπενθυμίζει συνεχώς την ουσία της ζωής και να προσφέρει στιγμές ευτυχίας που κανένα προϊόν, όσο ακριβά κι αν είναι αγορασμένο, δεν κατάφερε να προσφέρει ποτέ με τέτοια ένταση, διάρκεια και αλήθεια, δεν μπορεί παρά να ολισθαίνει η σκέψη προς ένα απαισιόδοξο σενάριο για το μέλλον των νέων, που σχεδιάζεται με πρόσχημα τους ίδιους.

Πόσο πιθανό είναι, αν υπερισχύσει η τάση για εμπορευματοποίηση των πάντων, να έχουν οι νέοι του αύριο την ευκαιρία που είχαν οι νέοι του χθες για μια βόλτα σε μια παραλία της Αττικής, για παιχνίδι στο πάρκο της Ακαδημίας Πλάτωνος, για πεζοπορία στα Άγραφα, για ενατένιση της Εύβοιας χωρίς τα γυμνά βουνά όπου στη θέση των δέντρων φύονται ανεμογεννήτριες, για ένα βλέμμα σε καθαρό βυθό χωρίς τα απορρίμματα της υπερκατανάλωσης; Θα είναι άραγε αύριο η νεότητα ευχή ή κατάρα;

 

Θα βελτιώσει το πράσινο προφίλ της η αγορά τροφίμων;

Για το φετινό ζεστό καλοκαίρι φταίει η κλιματική αλλαγή, μας λένε κυβερνητικοί εκπρόσωποι και επιστήμονες. Οι ρύποι των μηχανών εσωτερικής καύσης, συμβάλουν σημαντικά στην κλιματική αλλαγή, συμπληρώνουν οι επιστήμονες. Οι επιχειρήσεις θέλουν να αποκτήσουν ένα πράσινο προφίλ δηλώνουν οι μέτοχοί τους. Κολλάει κάπου η ηλεκτροκίνηση με τα παραπάνω;

Το βανάκι αλυσίδας σούπερ μάρκετ, αφού έχει διανύσει λιγότερο από 2 χιλιόμετρα από το κατάστημα όπου φόρτωσε τις σακούλες των online παραγγελιών, έχει σταματήσει στη μέση του δρόμου, καθώς δεξιά κι αριστερά υπάρχουν σταθμευμένα οχήματα. Ο οδηγός, με εμφανή σημάδια άγχους, προσπαθεί να εξηγήσει στον οδηγό του λεωφορείου που έπεται ότι πρέπει να κάνει μια παράδοση στον έκτο όροφο της πολυκατοικίας, οπότε θα χρειαστεί πέντε λεπτά. Ο οδηγός του λεωφορείου αρνείται να περιμένει. Ο οδηγός του βαν κάνει έναν κύκλο, ώστε να ελευθερώσει τον δρόμο και επιστρέφει με την ελπίδα ότι μέχρι να ολοκληρώσει την παράδοση δεν θα έχει φτάσει κάποιο άλλο όχημα. Ο πελάτης ελέγχει, όπως έχει δικαίωμα, αν τα προϊόντα που έχει παραλάβει είναι τα σωστά και ο χρόνος κυλάει, καθώς το επόμενο λεωφορείο πλησιάζει…

Η εικόνα αυτή είναι βελτιωμένη σε σχέση με το σχετικά πρόσφατο παρελθόν. Πριν από μερικά χρόνια, το βανάκι θα ήταν σε κάποιες περιπτώσεις φορτηγό και εκτός από το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα δημιουργούσε στην κυκλοφορία, θα είχε καταναλώσει διπλάσια ποσότητα καυσίμων για να ολοκληρώσει την παράδοση. Η εικόνα θα μπορούσε όμως να είναι καλύτερη, αν για παράδειγμα στη θέση του βαν υπήρχε ένα μικρό δίτροχο όχημα και μάλιστα ηλεκτρικό, αν στις μεταφορές από τις κεντρικές αποθήκες προς τις αποθήκες των καταστημάτων χρησιμοποιούνταν ηλεκτρικά βαν και τέλος αν οι μεταφορές από τους μακρινούς προμηθευτές στις αποθήκες γίνονταν με ηλεκτρικά φορτηγά. Στην πλήρη ανάπτυξη μιας τέτοιας αλυσίδας, τα οφέλη από τη μείωση των ρύπων που παράγει η καύση ορυκτών καυσίμων θα ήταν τεράστια. Ή μήπως όχι;

Αυτοκινητοβιομηχανίες και κυβερνήσεις προωθούν την ηλεκτροκίνηση
Κάποιος που παρακολουθεί την ειδησεογραφία, είναι πλέον αδύνατο να μη διαβάσει καθημερινά τον τίτλο ενός άρθρου που έχει σχέση με την ηλεκτροκίνηση. Από ό,τι λένε οι συντάκτες των άρθρων και οι εταιρείες αναλύσεων, μέχρι το 2030, ένα τεράστιο ποσοστό των ιδιωτικών και επαγγελματικών οχημάτων που κινούνται στον πλανήτη θα είναι ηλεκτροκίνητα. Διαπιστώνουμε πως σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και στη χώρα μας, στην οποία ίσως απαιτηθούν περισσότερα χρόνια για να καταγράψει υψηλό ποσοστό ηλεκτροκίνησης, τα περισσότερα αυτοκίνητα λειτουργούν αμιγώς με ορυκτά καύσιμα ή είναι υβριδικά, δηλαδή χρησιμοποιούν για την κίνησή τους και ορυκτά καύσιμα. Τα υβριδικά, μάλιστα, σε σχέση με τα αμιγώς ηλεκτροκίνητα δεν χρειάζονται φόρτιση, γιατί όταν καίνε ορυκτά καύσιμα ένα μέρος της ενέργειας διοχετεύεται στη φόρτιση των μπαταριών τους.

Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία του Συνδέσμου Εισαγωγέων Αντιπροσώπων Αυτοκινήτων, σύμφωνα με τα οποία το 2020 ταξινομήθηκαν ως καινούργια ελαφρά φορτηγά (δηλαδή με μικτό βάρος μέχρι και 3,5 τόνους) 14 αμιγώς ηλεκτρικά και 24 υβριδικά οχήματα, ενώ το πρώτο πεντάμηνο του 2021 ταξινομήθηκαν στην ίδια κατηγορία 25 αμιγώς ηλεκτρικά και 96 υβριδικά. Διαπιστώνουμε, δηλαδή, μια αύξηση πάνω από 100% στις δύο κατηγορίες, αλλά και πάλι οι απόλυτοι αριθμοί απέχουν αρκετά από τα μεγέθη που θα μας επέτρεπαν να φανταστούμε την ηλεκτροκίνηση να είναι κυρίαρχη το 2030.

Τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα είναι ακριβά και δεν υπάρχει ακόμα επάρκεια σημείων φόρτισης. Αυτοί είναι οι δύο βασικοί λόγοι που διατυπώνονται από τους εκπροσώπους των εταιρειών. Όσον αφορά τον πρώτο, ναι μεν είναι αληθής, αλλά το τι σημαίνει ακριβό για μια επιχειρηματική δραστηριότητα είναι σχετικό. Με εξαίρεση, δηλαδή, το ενδεχόμενο μια εταιρεία να μην έχει κεφάλαιο για να αγοράσει καινούργια οχήματα, ακριβό είναι, σε σχέση με μια αντίστοιχη αγορά, ό,τι αποσβένει το κόστος αγοράς και συντήρησής του σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Σε άρθρο που είχε δημοσιευτεί στο σελφ σέρβις τον περασμένο Μάρτιο, ο κ. Σταύρος Αναγνωστάτος, διευθυντής ενέργειας, περιβάλλοντος και εγκαταστάσεων της Metro, είχε αναλύσει μέσα από μια μελέτη που είχε πραγματοποιήσει το κόστος λειτουργίας ενός ηλεκτρικού αυτοκινήτου, που η εταιρεία χρησιμοποιούσε πιλοτικά. Το συμπέρασμα ήταν ότι η χρήση του ηλεκτροκίνητου οχήματος συνεπάγεται σημαντική εξοικονόμηση κόστους, με ταυτόχρονο περιορισμό του περιβαλλοντικού αντίκτυπου, ενισχύοντας έτσι το πράσινο προφίλ της εταιρείας. Η δε διαφορά του κόστους αγοράς σε σχέση με ένα συμβατικό όχημα θα μπορούσε να καλυφθεί σύντομα με τη συχνή χρήση του οχήματος.

Μένει λοιπόν το πρόβλημα της φόρτισης. Η αλήθεια είναι ότι ένα έτος μετά τη δημοσίευση του παραπάνω άρθρου, δεν έχουν αλλάξει πολλά. Παρότι το δίκτυο φορτιστών μεγαλώνει με δράσεις, όπως αυτή που έχει ξεκινήσει η ΑΒ Βασιλόπουλος με τη ΔΕΗ, η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται στην τελευταία θέση σταθμών φόρτισης, αναλογικά με την επιφάνειά της, μεταξύ των χωρών της ΕΕ (πηγή: ACEA). Το γεγονός ότι το Πράσινο Ταμείο έδωσε παράταση κατάθεσης για τα Σχέδια Φόρτισης Ηλεκτρικών Οχημάτων έως τις 30 Σεπτεμβρίου, είναι μια ακόμα ένδειξη του περιορισμένου ενδιαφέροντος για σχετικές επενδύσεις, παρότι από το ταμείο έχουν δεσμευτεί 11,5 εκατ. ευρώ ως συμμετοχή στην υλοποίηση των έργων.

Η ΔΕΗ, με μια πιο αισιόδοξη ματιά, προβλέπει ότι η κατάσταση αυτή είναι προσωρινή και μέχρι το 2025, μέσω της ΔΕΗ Blue, θα έχουν εγκατασταθεί περισσότεροι από 10.000 δημόσιοι φορτιστές, δηλαδή 2.500 φορτιστές κατά μέσο όρο κάθε χρόνο για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Δεδομένου ότι κι άλλοι πάροχοι ενέργειας έχουν ανακοινώσει ανάλογα σχέδια ανάπτυξης, θεωρητικά τα ερχόμενα χρόνια ιδιώτες και επαγγελματίες οδηγοί θα έχουν απαλλαγεί πλήρως από το άγχος της φόρτισης του οχήματος. Ή μήπως δεν είναι έτσι;

Ένας σταθμός φόρτισης, εξασφαλίζει ότι το όχημα θα βρει παροχή ενέργειας, όμως με τα σημερινά δεδομένα για την πλήρη φόρτισή του απαιτούνται μερικές ώρες, ενώ για το πλήρες γέμισμα ενός ρεζερβουάρ με ορυκτά καύσιμα αρκούν μερικά λεπτά. Θεωρητικά πάλι, με την κατάλληλη διαχείριση, θα μπορούσαν οι εταιρείες, αξιοποιώντας τα «κενά» του 24ωρου, να έχουν διαρκώς φορτισμένα οχήματα. Όμως κάτι τέτοιο δεν έχει δοκιμαστεί επαρκώς, ώστε να αποδειχθεί αν είναι εφικτό. Αν για παράδειγμα, το όχημα δαπανήσει για κάποιο λόγο περισσότερη ενέργεια σε μια μεταφορά και ακινητοποιηθεί πριν από τον προβλεπόμενο χρόνο, θα είναι στην πράξη σαν να παθαίνει μια βλάβη, η «επισκευή» της οποίας θα κρατήσει πάνω από 2 ώρες.

Τι γίνεται με τα σκουπίδια της ηλεκτροκίνησης και πώς φορτίζουν οι μπαταρίες;
Σε μια συζήτηση που είχαμε πριν από μερικά χρόνια, στο πλαίσιο εργασιών συνεδρίου, με τον κ. Μιχάλη Μπλέτσα, διευθυντή πληροφορικής στο Media Lab του MIT, διαπιστώσαμε πως ο προβληματισμός του όσον αφορά την ηλεκτροκίνηση ήταν έντονος. Μας είχε επισημάνει τότε ότι αφενός η ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη φόρτιση των ηλεκτροκίνητων οχημάτων συνεχίζει να προέρχεται σε μεγάλο ποσοστό από ορυκτά καύσιμα και αφετέρου μπορεί ένα ηλεκτροκίνητο όχημα να μην παράγει ρύπους, αλλά οι μπαταρίες του αποτελούν επικίνδυνα απόβλητα.

Όπως θα δούμε σε έναν λογαριασμό ρεύματος, το ποσοστό ενέργειας από ΑΠΕ στη χώρα μας έχει φτάσει ήδη στο 36% και αναμένεται να αυξηθεί αρκετά τα ερχόμενα χρόνια, με εγκαταστάσεις κυρίως ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών συστημάτων. Επομένως, το πρόβλημα της παραγωγής «πράσινης» ενέργειας φαίνεται να βρίσκει λύση. Ωστόσο, σε παγκόσμιο επίπεδο δεν υπάρχει ακόμα βιώσιμη λύση σχετικά με τη διαχείριση των μπαταριών, ειδικά όταν αυτές θα φτάσουν στα μεγέθη που απαιτούν τα υψηλά ποσοστά ηλεκτροκίνησης. Το πρόβλημα των σκουπιδιών που δεν μπορούμε να διαχειριστούμε το βιώνουμε ήδη ως αποτέλεσμα επιλογών του παρελθόντος. Το να προσθέσουμε ένα ακόμα σκουπίδι με το σκεπτικό «βλέποντας και κάνοντας» δεν συνάδει με τη σύγχρονη οικολογική συνείδηση.

Στις φωνές που ακούγονται το τελευταίο διάστημα από επιστήμονες και από κάποιες τολμηρές κυβερνήσεις, ξεχωρίζει η λέξη υδρογόνο. Ωστόσο, ακόμα και αν ξεπεραστούν τα προβλήματα της ασφαλούς καύσης του, η χρήση του θα σημαίνει ότι οι εταιρείες που έχουν επενδύσει σε ηλεκτροκίνηση θα δουν τις επενδύσεις τους να σβήνουν, χωρίς να έχουν αποκομίσει τα προσδοκώμενα κέρδη. Θα το αντέξουν άραγε αυτό για το καλό του πλανήτη;

Εργασία: Ανατροπές στη σκιά της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης

Η νέα εποχή που σηματοδοτεί η 4η Βιομηχανική Επανάσταση για την εργασία, έχει φέρει στο κέντρο των συζητήσεων θεωρίες που υποβαθμίζουν τον ρόλο της στην παραγωγική διαδικασία. Ήδη από τη δεκαετία του 1980 πανεπιστημιακοί καθηγητές, όπως ο Αλέν Τουρέν και ο Ντάνιελ Μπελ, καθιέρωσαν τον όρο «μεταβιομηχανική κοινωνία», ενώ ο Τζέρεμι Ρίφκιν προανήγγειλε «το τέλος της εργασίας» στο ομότιτλο βιβλίο του, κατεβάζοντας την εργασία από το βάθρο των θεμελίων της σύγχρονης κοινωνίας και δίνοντας τη θέση της στην επιστήμη και την τεχνολογία.

Σύμφωνα με τις κυρίαρχες αντιλήψεις σχετικά με την εξέλιξη των οικονομικών συστημάτων και των κοινωνιών, το νέο δεδομένο που διαφοροποιεί τη νέα Βιομηχανική Επανάσταση από τις προηγούμενες είναι ο εκθετικός ρυθμός των αλλαγών, πράγμα που αποτελεί πρόκληση για επιχειρήσεις και εργαζόμενους. Στο πλαίσιο αυτό, η νέα σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ ψηφιακού μετασχηματισμού και εργασίας έγινε αντικείμενο ανάλυσης από το σχετικό Παρατηρητήριο του ΣΕΒ, σε συνεργασία με τη Deloitte.

Σύμφωνα με την έρευνα, οι τεχνολογίες της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης μετασχηματίζουν τόσο την οργάνωση της εργασίας όσο και το επιχειρηματικό μοντέλο λειτουργίας. Στο πεδίο της οργάνωσης της εργασίας εντοπίζονται τρεις βασικές διαταραχές: Του αντικειμένου της εργασίας υπό την έννοια, δηλαδή, τι θα είναι πλέον αυτό (βαθμός αυτοματοποίησης), του εργατικού δυναμικού, δηλαδή ποιος θα το επιτελεί (εναλλακτικές μορφές συνεργασίας επιχειρήσεων-εργαζομένων) και του φυσικού χώρου της εργασίας, δηλαδή πού θα πραγματοποιείται (τηλεργασία).

Τα νέα τεχνολογικά δεδομένα, επαναπροσδιορίζοντας τη φύση της ανθρώπινης εργασίας, δημιουργούν μια συνεχή ανάγκη για νέες δεξιότητες, δεξιότητες τεχνικές, όπως η γνώση προγραμματισμού και ανάλυσης δεδομένων, και ταυτόχρονα «πιο soft ικανότητες», όπως η επικοινωνία, η συνεργατικότητα, η δημιουργικότητα, ο σχεδιασμός, η επίλυση προβλημάτων κι η φαντασία.

Στο ίδιο πλαίσιο, κατά την έρευνα η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού γίνεται πιο πολύπλοκη, καθώς χαρακτηρίζεται «από πολύ μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τις μορφές συνεργασίας, αλλά και ποικιλομορφία ως προς τα χαρακτηριστικά των εργαζομένων», πράγμα που «δημιουργεί την ανάγκη για πρακτικές προσέλκυσης, διακράτησης και εξέλιξης των εργαζομένων, οι οποίες θα ανταποκρίνονται στα νέα δεδομένα και τις απαιτήσεις αυτού του εναλλακτικού εργατικού δυναμικού».

Τέλος, η απομακρυσμένη εργασία απαιτεί νέες μορφές σύνδεσης και «σύμπνοιας» μεταξύ των συνεργατών, αφού απαιτεί μια νέα εργασιακή κουλτούρα, που θα διέπει τη σχέση των εργαζομένων μεταξύ τους και με την επιχείρηση. Παράλληλα επιβάλλεται η θέσπιση ενός κανονιστικού πλαισίου, που θα εξασφαλίζει την αύξηση της παραγωγικότητας και ταυτόχρονα την ισορροπία της σχέσης μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής ζωής.

Αναφορικά με το επιχειρηματικό μοντέλο λειτουργίας, κατά την έρευνα, «ο οργανισμός του μέλλοντος είναι ο οργανισμός που συνδυάζει την τεχνολογία με την ευελιξία και την προσαρμοστικότητα και επαναπροσδιορίζει τη φύση της εργασίας, προκειμένου να μεγιστοποιεί την απόδοσή του και το ανταγωνιστικό του πλεονέκτημα εντός του ευρύτερου επιχειρηματικού οικοσυστήματος».

Με άλλα λόγια, μία επιχείρηση πρέπει να είναι ψηφιακά ενεργοποιημένη (κάτοχος εξελιγμένων γνωσιακών τεχνολογιών και συστημάτων cloud), ευέλικτη και προσαρμοστική (να καταργεί τις παραδοσιακές ιεραρχικές δομές και να βασίζεται σε ευέλικτα, ενδυναμωμένα δίκτυα ομάδων και μορφές διακυβέρνησης) και ανθρωποκεντρική ως προς τον τρόπο λειτουργίας.

Εν κατακλείδι, σύμφωνα πάντα με την έρευνα του Παρατηρητήριου του ΣΕΒ, για να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις της μελλοντικής εργασίας πρέπει όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς να μετασχηματιστούν. Οι μεν εργαζόμενοι ως άτομα πρέπει να αναπτύσσουν διαρκώς τις δεξιότητές τους, τις ικανότητές τους και το πάθος για την εργασία τους, οι δε επιχειρήσεις πρέπει να επανασχεδιάσουν την εργασία, να οργανώνουν την επανακατάρτιση των εργαζομένων και την ανάπτυξη των ικανοτήτων τους, όπως και να δημιουργήσουν νέας μορφής οργανωτικά μοντέλα.

Τέλος, η πολιτεία από την πλευρά της πρέπει να προσαρμόσει το εκπαιδευτικό σύστημα στις ανάγκες των επιχειρήσεων, να καταπολεμήσει το brain drain και κυρίως να αναπτύξει ένα νομοθετικό πλαίσιο γύρω από τις νέες μορφές εργασίας και την ευελιξία, όπως επιτάσσει το μέλλον της εργασίας. Ως βασική προϋπόθεση υποδεικνύεται η ανάληψη πρωτοβουλίας για τη μετάβαση του δημόσιου τομέα στα νέα δεδομένα της εργασίας (ευέλικτες δομές, σχεδιασμός καθηκόντων, καταγραφή και αξιολόγηση των δεξιοτήτων των εργαζομένων κ.ά.) και ιδίως για τη διευκόλυνση της μετάβασης του ιδιωτικού τομέα (πλήρης νομοθετική κάλυψη των νέων μορφών εργασίας, τεχνολογικά κίνητρα για τις επιχειρήσεις, κατάρτιση και εκπαιδευτικό σύστημα εναρμονισμένο με τις ανάγκες των επιχειρήσεων).

Οι υποδείξεις έγιναν νόμος
Στην κατεύθυνση αυτή, λοιπόν, βρίσκεται ο νέος εργασιακός νόμος, μετά την ψήφισή του από την κυβέρνηση στα μέσα του Ιουνίου, περιλαμβάνοντας οκτώ βασικές τομές ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων. Συγκεκριμένα προβλέπεται η διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου μέσω ατομικής σύμβασης εργαζόμενου/εργοδότη, όπως και η δυνατότητα αύξησης του ημερήσιου χρόνου εργασίας στις δέκα ώρες, ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης, και η καταγραφή των επιπλέον ωρών σε μια τράπεζα χρόνου. Επίσης προβλέπεται η αύξηση του αριθμού των υπερωριών στις 150 τον χρόνο (από 96 στη βιομηχανία και 120 στις μη βιομηχανικές επιχειρήσεις), με προσαυξημένο ημερομίσθιο κατά 40% (από 60%). Το τρίτο και τέταρτο σημείο αφορούν τη ρύθμιση ενός μη ευνοϊκού καθεστώτος κήρυξης απεργιών και λειτουργίας σωματείων, ενώ το πέμπτο σημείο σχετίζεται με τη διεύρυνση των κλάδων στους οποίους επιτρέπεται η λειτουργία τις Κυριακές.

Τα τρία τελευταία σημεία/τομές του νόμου αφορούν στην κατοχύρωση της ευελιξίας: Πρώτον, καταργείται το ΣΕΠΕ ως αρχή επιθεώρησης εργασίας και μετατρέπεται σε Ανεξάρτητη Αρχή με «λειτουργική ανεξαρτησία και διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια». Δεύτερον, προωθείται η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας η οποία, σύμφωνα με τον αρμόδιο υπουργό, αποτελεί το κλειδί για τη διευθέτηση των μεταρρυθμίσεων του χρόνου εργασίας. Τρίτον, θεσπίζεται η τηλεργασία που αποτελεί την πιο χαρακτηριστική ρύθμιση της νέας ευέλικτης εργασιακής κουλτούρας και πρακτικής.

Από τη στάμνα στην κλεψύδρα
Συνοπτικά, οι ψηφιακές τεχνολογίες στην παραγωγική διαδικασία δίνουν τη δυνατότητα για πάγιο κεφάλαιο «έξυπνο και ευαίσθητο». Η εξέλιξη αυτή δίνει τη ψευδαίσθηση πως η εργασία παύει να αποτελεί το θεμέλιο της παραγωγής, πως οι εργαζόμενοι δεν αποτελούν πλέον τη βασική παραγωγική δύναμη της κοινωνίας, αφού η επιστήμη και η τεχνολογία παίρνουν τη θέση τους, γεγονός που δικαιολογεί τις περικοπές σε μισθούς, επιδόματα κ.λπ. αλλά και τον ευέλικτο τρόπο χρήσης της εργατικής τους δύναμης από τις επιχειρήσεις. Με βάση τη μικροοικονομική λογική, οι συνθήκες αυτές θα κάνουν τις εταιρείες πιο ανταγωνιστικές και θα μπορούν να πουλούν περισσότερα και φτηνότερα εμπορεύματα.

Όμως, από μακροοικονομική σκοπιά μια οικονομία που διανέμει όλο και λιγότερους μισθούς, αφού απασχολεί λιγότερους εργαζόμενους και επιπλέον δεν πληρώνει την υπερωριακή εργατική δύναμη, καταλήγει στην ανεργία και στην εξαθλίωση. Εφόσον οι ευελιξίες στον χρόνο εργασίας επιφέρουν μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, η ζήτηση θα μειωθεί και τα προϊόντα θα μένουν απούλητα. Προσέτι, σύμφωνα με θεωρίες παραγωγής, εάν ο φορέας που παράγει αξίες, δηλαδή η κοινωνική εργασία, μειωθεί ποσοτικά συνεπεία της υποτιθέμενης υποκατάστασής του από τις τεχνολογίες, θα μειωθεί αντίστοιχα η παραγωγή αξιών και μαζί της η βάση της κερδοφορίας.

Ωστόσο, σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF), έως το 2025 ο νέος καταμερισμός των καθηκόντων μεταξύ ανθρώπων, μηχανών και αλγορίθμων θα έχει ως αποτέλεσμα τη μετεξέλιξη 85 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας, αλλά και τη δημιουργία 97εκατομυρίων νέων θέσεων με νέα χαρακτηριστικά. Κι αν, έστω, η εκτίμηση αυτή είναι ορθή και η επίδραση των νέων τεχνολογιών στην ανεργία υπερτιμάται, το πρόβλημα, σύμφωνα με τον μελετητή Πέτρο Παπακωνσταντίνου, δεν είναι το τέλος της εργασίας εν γένει, αλλά το τέλος της εργασίας με τη μορφή που την ξέραμε.

Οπότε μας μέλλει να ζήσουμε τη μετάβαση «από το σχήμα της στάμνας, όπου ο μεγάλος όγκος των εργαζομένων συγκεντρωνόταν σε σχετικά σταθερές δουλειές μέσων απολαβών και μέσης ειδίκευσης, στο μοντέλο της κλεψύδρας, όπου παραδοσιακές θέσεις εργασίας συρρικνώνονται και μεγαλώνει η ζήτηση στα δύο άκρα της κλίμακας: τις θέσεις υψηλής ειδίκευσης και ικανοποιητικών απολαβών και τις, σαφώς περισσότερες, θέσεις της εργασιακής επισφάλειας και της νέας φτώχειας».