Η πορεία ολοκλήρωσης της Ευρώπης είναι μια δυναμική διαδικασία εξασφάλισης της «αυτοσυντήρησης» του κοινωνικοοικονομικού της συστήματος. Σήμερα, όπως οι ίδιοι οι ταγοί της εκτιμούν, αναζητείται εκείνο το στοιχείο της οικονομικής και πολιτικής «σοφίας», που θα επιτρέψει στο σύστημα να αναστοχαστεί πάνω στις προϋποθέσεις του και να ξεπεράσει τις κακοτοπιές.

Σύμφωνα με πέντε σημαντικά κείμενα της ΕΕ –την Έκθεση Letta για την Ενιαία Αγορά, την Έκθεση Draghi για την Ανταγωνιστικότητα, τη Λευκή Βίβλο για την Άμυνα και τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δημιουργία μιας Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και τη στρατηγική ανταγωνιστικότητας–, η διετία 2024-2025 αποτελεί σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αφού η Ευρώπη βρίσκεται σε κατάσταση υπαρξιακής αδυναμίας και η επιβίωσή της ως γεωπολιτικού δρώντος προϋποθέτει μια τριπλή στρατηγική με ταυτόχρονη ενεργοποίηση όλων των επιπέδων της πολιτικής, της οικονομίας και της κοινωνίας.

Οι ευρωπαϊκές αδυναμίες
Η Ευρώπη έχει έρθει σε αυτή την κατάσταση εξαιτίας της εξαρτημένης αρχιτεκτονικής της οικοδόμησής της, που ευθύνεται για τη στήριξη της εσωτερικής της κατανάλωσης στην εισαγωγή φθηνών αγαθών, για τη βιομηχανική της ανάπτυξη στην προμήθεια φθηνού ρωσικού αερίου και για τη στρατιωτική προστασία της στην αρωγή των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Και οι τρεις πυλώνες έχουν μεταβληθεί, με αποτέλεσμα η ΕΕ να παρουσιάζει στρατηγικά μειονεκτήματα έναντι των παγκόσμιων ανταγωνιστών της στους τομείς της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας, της ενεργειακής εξάρτησης, της άμυνας και της γεωπολιτικής ασφάλειας, της χρηματοδότησης των επενδύσεων και της οικονομικής της ανάπτυξης.

Σύμφωνα με εν λόγω τα κείμενα, στον τομέα της ανταγωνιστικότητας και της τεχνολογικής καινοτομίας η ΕΕ, αν και διαθέτει στρατηγικά πλεονεκτήματα σε ανθρώπινο δυναμικό, επιστημονική έρευνα και θεσμικό πολιτισμό, δεν μπορεί να τα μετουσιώσει σε ισχύ. Σε σχέση με τις ΗΠΑ η συνολική παραγωγικότητά της είναι 20% χαμηλότερη, ενώ οι ιδιωτικές επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη υπολείπονται κατά 270 δισ. ευρώ. Από τις πενήντα μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες παγκοσμίως μόλις οι τέσσερις είναι ευρωπαϊκές και καμία δεν υπερέβη σε αξία τα 100 δισ. ευρώ την τελευταία εικοσαετία. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί και οι υποδομές clound ελέγχονται από τις ΗΠΑ και την Κίνα. Συγκεκριμένα η Κίνα υπερέχει στην επεξεργασία πρώτων υλών, αφού ελέγχει το 90% των σπάνιων γαιών, το 80% του επεξεργασμένου λιθίου και το 60% του γραφίτη, προηγείται στις παγκόσμιες επενδύσεις σε λιμάνια, data centers κ.ά, ασκεί βιομηχανική πολιτική με πλήρη κρατική στήριξη και αναπτύσσει τεχνολογικούς κολοσσούς παγκόσμιας εμβέλειας, εξασφαλίζοντας τεχνολογική αυτάρκεια και παγκόσμια εξαγωγική ισχύ. Επιπλέον, η ΕΕ παρουσιάζει και ενδογενή προβλήματα, αφού είναι εγκλωβισμένη σε θεσμικά όρια και στον κατακερματισμό, με αποτέλεσμα να διαπιστώνεται αποσπασματικότητα της ενιαίας αγοράς στις ψηφιακές υπηρεσίες και στα κεφάλαια. Έτσι, υπονομεύεται η κλίμακα που απαιτεί η τεχνολογική καινοτομία και δυσκολεύονται οι ευρωπαϊκές startups να αναπτυχθούν εκτός των εθνικών τους πλαισίων.

Στον πυλώνα της ενεργειακής εξάρτησης η ΕΕ εισήγε το 2023 ορυκτά καύσιμα (LNG και πετρέλαιο) αξίας 390 δισ. ευρώ, δηλαδή το 3% του ΑΕΠ της. Το φυσικό αέριο στην ΕΕ είναι πολλαπλάσια ακριβότερο από τις ΗΠΑ, οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος για τη βιομηχανία είναι δύο έως τρεις φορές υψηλότερες από τις ΗΠΑ και την Κίνα, ενώ το 2022 η Νορβηγία κέρδισε 50 δισ. ευρώ από εξαγωγές ενέργειας στην ΕΕ. Η ενεργειακή ακρίβεια κοστίζει πολύ στην ΕΕ, αφού αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη της βιομηχανίας (πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες μεταφέρουν την παραγωγική τους δραστηριότητα σε ΗΠΑ, Ασία και Μέση Ανατολή) και υπονομεύει τα όποια επενδυτικά σχέδια (για το 60% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων το ενεργειακό είναι παράγοντας ανάσχεσης των επενδύσεων).

Επίσης, η ΕΕ αντιμετωπίζει πρόβλημα εξάρτησης ως προς την ασφάλειά της, αφού μόνο δέκα κράτη δαπανούν το 2% του ΑΕΠ τους για στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Συγκριτικά με τις ΗΠΑ ο αμυντικός προϋπολογισμός της ΕΕ ήταν το 1/3 του αμερικάνικου (886 δισ. δολάρια) και κατακερματισμένος σε 27 εθνικά κράτη, το 90% των εξοπλιστικών της αναγκών καλύπτεται από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ενώ δεν υπάρχουν ενιαία αμυντική αγορά, κοινό R&D και διαλειτουργικότητα των οπλικών συστημάτων.

Ο τέταρτος πυλώνας υποχώρησης της ΕΕ αφορά τη χρηματοοικονομική ανεπάρκειά της. Αν και στην ΕΕ υπάρχει πλούτος, δεν κατευθύνεται σε παραγωγικές επενδυτικές δραστηριότητες. Από τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις, που ανέρχονται στα 33 τρισ. ευρώ, τα 10 τρισ. ευρώ βρίσκονται σε καταθέσεις με αρνητική πραγματική απόδοση. Επίσης, σύμφωνα με τους ταγούς της ΕΕ, τα συνταξιοδοτικά αποθεματικά του δεύτερου και τρίτου πυλώνα ασφάλισης όχι μόνο δεν αξιοποιούνται για στρατηγικές επενδύσεις, αλλά όταν επενδύονται, αναζητούν προορισμούς εκτός ΕΕ. Επιπλέον, η ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά είναι κατακερματισμένη, δεν υπάρχει ενιαία εποπτεία, οι μικροεπενδυτές ουσιαστικά αποκλείονται και οι ΜμΕ δε βρίσκουν φτηνά επενδυτικά κεφάλαια.

Οι προτεινόμενες λύσεις
Οι προτάσεις των κειμένων της Επιτροπής επιχειρούν να συνθέσουν μια ενιαία στρατηγική με πυλώνες την ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη χρηματοδότηση. Οι βασικές προτάσεις για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και την τεχνολογική ανασυγκρότηση αφορούν: την εμπλοκή του δημοσίου σε επενδύσεις τεχνολογικά κρίσιμων τομέων, τη δημιουργία οικονομιών κλίμακας μέσω συγχωνεύσεων επιχειρήσεων, επενδύσεις αξίας 750-800 δισ. ευρώ ετησίως στην τεχνητή νοημοσύνη, τους ημιαγωγούς, τις υποδομές δεδομένων κ.λπ. και την ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς Υπηρεσιών και Κεφαλαίων, προκειμένου να μπορέσει να λειτουργήσει πανευρωπαϊκά η καινοτομία. Συνολικά απαιτούνται κατ’ ελάχιστο 5 τρισ. ευρώ μέχρι το 2030!

Για την ενεργειακή απεξάρτηση και τη βιομηχανική ανθεκτικότητα τα προτεινόμενα μέτρα αφορούν: τη δημιουργία κοινών μηχανισμών ενέργειας, μακροπρόθεσμα συμβόλαια ενέργειας (PPAs) ειδικά για τις ΜμΕ, τη στήριξη των ενεργοβόρων βιομηχανιών, την αντικατάσταση του ρωσικού αερίου με ΑΠΕ, αποθήκευση, «πράσινο» υδρογόνο και διαφοροποίηση προμηθευτών, την κοινή στρατηγική για τις πρώτες ύλες με συμφωνίες εξαγοράς (off-take agreements), τις επενδύσεις στη διύλιση εντός της ΕΕ, την επένδυση στην κυκλική οικονομία και στη δημιουργία αποθεμάτων.

Η μετατροπή της ΕΕ σε στρατηγικά αυτόνομη γεωπολιτική δύναμη προϋποθέτει τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου εξοπλιστικής αυτοδυναμίας μέσω δύο προγραμμάτων (EDIRPA και ReARM), την ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Αγοράς, τη δημιουργία κοινής ευρωπαϊκής βάσης R&D και την αναδιάρθρωση της βιομηχανικής βάσης άμυνας. Βασικός στόχος είναι οι αμυντικές δαπάνες της ΕΕ να ανέλθουν στο 2% του ΑΕΠ των κρατών-μελών της και να συγκεντρωθεί το 35% των εξοπλιστικών της επενδύσεων σε ευρωπαϊκές κοινές πλατφόρμες μέχρι το 2030.

Η πιο φιλόδοξη πρόταση της Επιτροπής αφορά τη χρηματοδότηση, μέσω ενεργοποίησης του ιδιωτικού πλούτου. Συγκεκριμένα προτείνεται η ενεργοποίηση των 33 τρισ. ευρώ των αποταμιεύσεων, η μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών μηχανισμών (PEPP) αξίας 9-10 τρισ. ευρώ, η ενοποίηση της εποπτείας των κεφαλαιαγορών για τη βοήθεια κυρίως των μικροεπενδυτών και η δημιουργία safe assets μελών για να στηρίξουν ταμεία, ασφαλιστικά σχήματα και ιδιώτες.
Ωστόσο, η υλοποίηση των προαναφερθέντων προτάσεων συναντά πολιτικά και θεσμικά εμπόδια, όπως η έντονη ανομοιογένεια των κρατών-μελών σε ό,τι αφορά τους κανόνες και τις επενδυτικές δυνατότητές τους, η απουσία κοινής ενεργειακής διαφοροποίησης, η διαφορετική αντίληψη των κρατών-μελών αναφορικά με τις απειλές που αντιμετωπίζει η Ευρώπη και με το μοντέλο της αμυντικής της θωράκισης (ΝΑΤΟ ή ευρωπαϊκή αυτονομία;) και η απουσία κοινού χάρτη εφαρμογής των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Αναφορικά με τη χρηματοδότηση τα σημαντικότερα εμπόδια εντοπίζονται στην έλλειψη θεσμικής εμπιστοσύνης των πολιτών, στην απουσία ενιαίας εποπτείας και στον φόβο επένδυσης των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων. Επίσης, σημαντικό πρόβλημα είναι το περιορισμένο χρονικό όριο για την ολοκλήρωση των προαναφερθέντων σχεδίων (το 2030).

Ωστόσο, η εφαρμογή των προαναφερθέντων πολιτικών για την αντιμετώπιση των διεθνών κινδύνων στη βάση μιας πολιτικοοικονομικής-στρατιωτικής ορθολογικότητας δείχνει να απομονώνει το οικονομικό στοιχείο από τις κοινωνικές διαμεσολαβήσεις του. Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, οι λαοί της Ευρώπης, αφού κλήθηκαν να απαρνηθούν στοιχεία του εαυτού τους προκειμένου να «αυτοσυντηρηθούν» και υποχρεώθηκαν σε βίαιη λιτότητα για να εξασφαλιστούν οι όροι σύγκλισης των εθνικών οικονομιών, τώρα καλούνται –χάριν επανεκκίνησης του συστήματος, στο πλαίσιο ενός οικονομικού φορμαλισμού– να θυσιάσουν περεταίρω την ικανοποίηση των αναγκών τους (…ή μήπως και τις ζωές των παιδιών τους;).

 

Ακολουθήστε μας σε LinkedIn & Facebook και γίνετε μέλος της μεγαλύτερης ελληνικής κοινότητας του κλάδου.