Μια νέα «μορφή εξουσίας» έχει σιωπηλά εγκατασταθεί στο ελληνικό κράτος την τελευταία οκταετία, οι ιδιωτικές συμβουλευτικές εταιρείες. Με συμβάσεις που ξεπερνούν το 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ οι εν λόγω εταιρείες συμμετέχουν στον στρατηγικό σχεδιασμό, στη νομοθεσία και λαμβάνουν κρίσιμες αποφάσεις, χωρίς να υπόκεινται σε ουσιαστικό έλεγχο ή λογοδοσία.

Στο διάστημα 2010-2025 η ελληνική οικονομία διένυσε μια διαδρομή έντονων αναταράξεων και αντιφάσεων. Από τη βαθιά κρίση και τον κίνδυνο χρεοκοπίας την περίοδο 2010–2015, όταν το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά περίπου 25% και η ανεργία εκτινάχθηκε στο 27%, πέρασε σε μια φάση σταδιακής σταθεροποίησης και μεταρρυθμίσεων την περίοδο 2016–2019. Ωστόσο, τα βασικά προβλήματα παρέμειναν, υψηλό δημόσιο χρέος, χαμηλοί μισθοί και μια παραγωγική βάση που δεν κατάφερε να ανακάμψει ουσιαστικά.

Το σοκ της πανδημίας της COVID-19 την περίοδο 2020–2021 επιβάρυνε εκ νέου την οικονομία, ανακόπτοντας την εύθραυστη ανάκαμψη. Στα χρόνια που ακολούθησαν (2022–2025), καταγράφηκε βελτίωση σε βασικούς δείκτες, κυρίως χάρη στα ευρωπαϊκά κονδύλια και το Ταμείο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρ’ όλα αυτά, τα διαρθρωτικά προβλήματα επιμένουν, όπως το υψηλό χρέος, η απαξίωση των μισθών, το αυξημένο κόστος ζωής, η εκρηκτική άνοδος των ενοικίων και το έντονο δημογραφικό πρόβλημα.

Στο ήδη σύνθετο αυτό περιβάλλον προστίθενται το τελευταίο διάστημα νέες προκλήσεις. Οι αλλαγές που προωθεί η ΕΕ, με στροφή σε μια πιο «πολεμική οικονομία» υπό το βάρος της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, συνεπάγονται πιέσεις για αυξημένες αμυντικές δαπάνες, περιορίζοντας τα περιθώρια για κοινωνικές πολιτικές. Παράλληλα, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο τη σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης και την επικίνδυνη κλιμάκωση με το Ιράν, εντείνει τις πιέσεις στην οικονομία. Ήδη, τη ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και της ενέργειας μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος για τη βιομηχανία, τις μεταφορές και τα νοικοκυριά. Σε αυτό το πλαίσιο, οι κοινωνικές δαπάνες στην Ελλάδα παραμένουν γύρω στο 23% του ΑΕΠ, αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που προσεγγίζει το 28%. Το αποτέλεσμα είναι η περαιτέρω επιδείνωση της καθημερινότητας των πολιτών και η ενίσχυση των πιέσεων στην αγορά.

Θα ανέμενε κανείς ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, το κράτος θα υιοθετούσε μια πιο συνετή και στοχευμένη διαχείριση των «εσωτερικών» του δαπανών, με προτεραιότητα τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι διαφορετική, αφού σημαντικοί πόροι κατευθύνονται στην αντικατάσταση της δημόσιας γραφειοκρατίας με ιδιωτικές δομές και υπηρεσίες.

Η έκθεση «Consultocracy, «Χαρτογράφηση των Συμβουλευτικών Υπηρεσιών στο Ελληνικό Δημόσιο», συντασσόμενη από επιστήμονες του Vouliwatch και του Solomon, αποτελεί την πρώτη συστηματική προσπάθεια καταγραφής και ανάλυσης της χρήσης ιδιωτικών συμβούλων από το ελληνικό κράτος για την περίοδο 2017–2025. Μέσα από ποσοτική ανάλυση χιλιάδων συμβάσεων από το Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων και παράλληλη δημοσιογραφική έρευνα, επιχειρεί να αναδείξει το εύρος, τη δομή και τις θεσμικές επιπτώσεις της αυξανόμενης εξάρτησης της δημόσιας διοίκησης από εξωτερικούς συνεργάτες.

Βασικό εύρημα της μελέτης είναι ότι οι συμβουλευτικές υπηρεσίες δεν αποτελούν πλέον συμπληρωματικό εργαλείο, αλλά κεντρικό μηχανισμό λειτουργίας του κράτους. Οι αναθέσεις αφορούν κρίσιμους τομείς, όπως ο στρατηγικός σχεδιασμός, η πληροφορική, η διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού και η υλοποίηση δημόσιων έργων.

Την περίοδο 2017–2025, υπουργεία και φορείς της γενικής κυβέρνησης συνήψαν χιλιάδες συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών, γεγονός που υποδηλώνει μια δομική μεταβολή στον τρόπο άσκησης δημόσιας πολιτικής. Συγκεκριμένα, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, καταγράφηκαν συνολικά 3.079 συμβάσεις, συνολικής αξίας 1.559.326.602 ευρώ, οι οποίες ανατέθηκαν σε 1.266 διαφορετικές εταιρείες. Σε επίπεδο μέσων μεγεθών, η μέση αξία σύμβασης ανέρχεται σε περίπου 518.000 ευρώ. Πρόκειται για ένα ποσό που αντιστοιχεί σε σημαντικό μέρος του προϋπολογισμού πολλών υπουργείων και το οποίο διοχετεύεται σε ιδιωτικές εταιρείες για υπηρεσίες που, κατά κανόνα, θα έπρεπε να παρέχονται από τη δημόσια διοίκηση.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συχνότητα των απευθείας αναθέσεων, οι οποίες αποτελούν την πλειονότητα των συμβάσεων (62,4%). Η πρακτική αυτή περιορίζει τον ανταγωνισμό, δυσχεραίνει τον έλεγχο της ποιότητας και ενισχύει τους κινδύνους αδιαφάνειας. Παράλληλα, η εκτεταμένη ανάθεση κρίσιμων λειτουργιών σε ιδιώτες δημιουργεί ασάφεια ως προς την κατανομή ευθυνών και αποδυναμώνει τους μηχανισμούς λογοδοσίας, καθώς παρατηρείται περιορισμένη διαφάνεια στα παραδοτέα των συμβούλων, δυσκολία ελέγχου πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων, ενώ οι ιδιωτικές εταιρείες δεν υπόκεινται στους ίδιους ελέγχους με τις δημόσιες υπηρεσίες και συχνά επικαλούνται εμπιστευτικότητα. Επιπλέον, παρατηρείται πως ένας πυρήνας κυρίαρχων παρόχων απορροφούν δυσανάλογο μέρος της συνολικής δημόσιας δαπάνης. Συγκεκριμένα οι δέκα πρώτες εταιρείες, λιγότερο από το 1% του συνόλου των εταιρειών, συγκεντρώνουν συνολική αξία συμβάσεων που προσεγγίζει τα 895 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 57,36% της συνολικής αξίας των συμβάσεων συμβουλευτικών υπηρεσιών που καταγράφηκαν την περίοδο 2017–2025.

Η έκθεση αναδεικνύει επίσης την εμπλοκή συμβουλευτικών εταιρειών στη νομοπαρασκευαστική διαδικασία, έναν πυρήνα της δημόσιας εξουσίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιωτικοί φορείς συμμετέχουν στη σύνταξη νομοσχεδίων ή στην ενσωμάτωση ευρωπαϊκών οδηγιών, γεγονός που εγείρει σοβαρά ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων. Η συμβολή τους δεν είναι πάντα εμφανής στις συμβάσεις, αλλά προκύπτει μέσα από ποιοτική έρευνα και συνεντεύξεις. Επιπλέον, ένα από τα κεντρικά συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι η υπερβολική εξάρτηση από εξωτερικούς συμβούλους οδηγεί σε σταδιακή απώλεια εσωτερικής τεχνογνωσίας της δημόσιας διοίκησης. Το κράτος γίνεται λιγότερο ικανό να σχεδιάζει και να υλοποιεί πολιτικές αυτόνομα, ενώ ενισχύεται ο κίνδυνος «συστημικής εξάρτησης».

Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται διεθνώς ως «consultocracy», δηλαδή μια μορφή διακυβέρνησης όπου σημαντικές αποφάσεις επηρεάζονται ή καθορίζονται από ιδιώτες συμβούλους χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση. Σύμφωνα με τα λόγια των συντακτών της έκθεσης «βρισκόμαστε μπροστά στην εξέλιξη ενός δημοκρατικού παρασιτισμού: ένας ιδιωτικός μηχανισμός εγχώριων και διεθνών συμβουλευτικών εταιρειών θρέφεται στην ουσία από το κράτος, επηρεάζει πολιτικές, απομυζά πόρους και ενδεχομένως επηρεάζει αποφάσεις — χωρίς να φαίνεται».

Ενδεικτικά αναφέρονται δέκα φορείς του δημοσίου με τη μεγαλύτερη δαπάνη από το 2017-2025. Οι φορείς αυτοί είναι: Κοινωνία της Πληροφορίας με 483.169.264 ευρώ, Υπουργείο Περιβάλλοντος με 371.355.705 ευρώ, Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών με 119.157.321 ευρώ, το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου με 87.216.293 ευρώ, ο ΕΦΚΑ με 74.662.077 ευρώ, το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης με 55.190.152 ευρώ, το Υπουργείο Οικονομικών με 54.031.418 ευρώ, το Υπουργείο Τουρισμού με 47.758.522 ευρώ, το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με 44.484.205 ευρώ και το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με 36.077.557 ευρώ.

Επιπλέον, ανά κατηγορία δαπανών στη Διοικητική Συμβουλευτική διατέθηκαν 749.715.298 ευρώ ή το 45,6% των συνολικών δαπανών, στη Συμβουλευτική Πληροφορικής 670.520.073 ευρώ ή το 40,8%, για Μάρκετινγκ και Διαφήμιση 109.918.036 ευρώ ή το 6,7%, για Νομικές Υπηρεσίες 32.115.111 ευρώ ή το 2%, για Άλλες συμβουλευτικές Υπηρεσίες 21.572.538 ευρώ ή το 1,3%, για Έρευνα και Ανάπτυξη 21.273.199 ευρώ ή το 1,3%, για Χρηματοοικονομική Συμβουλευτική 19.485.838 ευρώ ή το 1,2%, για Μηχανολογική Συμβουλευτική 17.774.272 ευρώ ή το 1,1% και για Περιβαλλοντική Συμβουλευτική 1.102.567 ευρώ ή το 0,1%.

Τέλος, η μελέτη δεν απορρίπτει τη συνεργασία κράτους και ιδιωτών, αλλά υπογραμμίζει την ανάγκη θεσμικού πλαισίου που θα διασφαλίζει διαφάνεια, σαφή όρια αρμοδιοτήτων και αποτελεσματικό έλεγχο. Προτείνει την ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας του Δημοσίου, την επένδυση σε ανθρώπινο δυναμικό και τη διατήρηση της θεσμικής αυτονομίας. Συνολικά, θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα για τη δημοκρατία, ποιος τελικά σχεδιάζει τις δημόσιες πολιτικές και με ποια λογοδοσία.

Η έρευνα και τα αποτελέσματα αυτής είναι διαφωτιστικά. Ωστόσο, παραμένει το ερώτημα αν η «συμβουλοκρατία» είναι (άλλο ένα) δομικό σύμπτωμα του οικονομικού συστήματος ή μια εξαίρεση της «οικονομίας της αγοράς» ή κατάχρηση εντός ενός, κατά τα άλλα, αποτελεσματικού και «υγιούς οικονομικού συστήματος».


Το Vouliwatch είναι ένας ανεξάρτητος, μη κερδοσκοπικός οργανισμός. Το Solomon είναι μια μη κερδοσκοπική ερευνητική δημοσιογραφική ομάδα με έδρα την Ελλάδα.