Το προσχέδιο του προϋπολογισμού 2026 δίνει προβάδισμα στη δημοσιονομική σταθερότητα, όμως σύμφωνα με τους επικριτές του, αυτή η επιλογή γίνεται εις βάρος της κοινωνικής πολιτικής και της πραγματικής ανακούφισης των νοικοκυριών. Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι κρίσιμα: κατά πόσο οι προβλέψεις του προϋπολογισμού είναι ρεαλιστικές και αν η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης μπορεί ή και επιδιώκει πράγματι να ισορροπήσει ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και την κοινωνική προστασία.

Η αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών αντιστοιχεί μόλις στο 70% του μέσου όρου της Ε.Ε.. Παράλληλα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο αυξήθηκαν κατά 4,5 δισ. ευρώ από τον Αύγουστο του 2024 έως τον Αύγουστο του 2025, φθάνοντας τα 111,829 δισ. ευρώ, ενώ ο αριθμός των οφειλετών ανέρχεται σε 4.001.794 ΑΦΜ. Το 2024 οι πολίτες κατέβαλαν φόρους ύψους 68,3 δισ. ευρώ, ενώ για το 2025 εκτιμάται ότι οι φορολογικές υποχρεώσεις θα φτάσουν τα 70,8 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 40 δισ. αφορούν έμμεσους φόρους. Ταυτόχρονα, το 64% των πολιτών εκτιμά πως η οικονομική του κατάσταση θα επιδεινωθεί ελαφρά ή αισθητά το 2025, ενώ το 58% προβλέπει περαιτέρω επιδείνωση στο άμεσο μέλλον. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τους εισηγητές του προσχεδίου του Κρατικού Προϋπολογισμού 2026, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε σημείο αναφοράς για τη σταθερότητα και τη συνέπεια της οικονομικής της πολιτικής, αφού η διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας, σε συνδυασμό με τη συνέχιση των επενδύσεων και των διαρθρωτικών αλλαγών, αποτελεί το έναυσμα για βιώσιμη ανάπτυξη και ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων των πολιτών (!!!).

Σύμφωνα με τις βασικές μακροοικονομικές προβλέψεις του προϋπολογισμού για το 2026 ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας αναμένεται να ανέλθει σε 2,4% το 2026, έναντι 2,2% το 2025 και το ονομαστικό ΑΕΠ από τα 249,6 δισ. ευρώ το 2025 θα φτάσει σε 260,9 δισ. ευρώ το 2026. Ο πληθωρισμός προβλέπεται πως θα μειωθεί στο 2,2% το 2026 από 2,6% που εκτιμάται πως θα κλείσει το 2025, ωστόσο εξακολουθεί να «ροκανίζει» την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να μειωθεί στο 8,6%, από το 9,1% του 2025, όμως η ποιότητα της απασχόλησης –μερική απασχόληση, εποχικότητα, χαμηλοί μισθοί– εξακολουθεί να χειροτερεύει. Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης από το εκτιμώμενο 3,6% του ΑΕΠ του 2025 θα ανέλθει στο 2,8% το 2026, ενώ το δημόσιο χρέος, από 145,4% του ΑΕΠ το 2025 ή 362,8 δις ευρώ, προβλέπεται πως θα μειωθεί στο 137,6% ή 359 δις ευρώ. Επίσης, ο ρυθμός μεταβολής των επενδύσεων, καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας της οικονομικής ανάπτυξης, προβλέπεται να αυξηθεί από 4,5% το 2024 σε 5,7% το 2025 και στο θηριώδες 10,2% το 2026 (!!!), ή με άλλα λόγια η Ελλάδα αναμένεται να «τρέξει» επενδύσεις περίπου 4-5 φορές ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (1,3% για το 2025 και 2,2% για το 2026).

Τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού σε δημοσιονομική βάση, προβλέπεται να διαμορφωθούν το 2026 στο ποσό των 79,947 δις ευρώ, αυξημένα κατά 3,121 δις ευρώ ή 4,1% έναντι της εκτίμησης του 2025, προερχόμενα κυρίως από τους φόρους, αφού οι τελευταίοι αναμένεται να ανέλθουν στο ύψος των 73,527 δις ευρώ, αυξημένοι κατά 2,649 δις ευρώ ή 3,7% έναντι του 2025 (!!!). Αντίστοιχα, οι συνολικές δαπάνες του προϋπολογισμού για το έτος 2026 προβλέπεται ότι θα διαμορφωθούν σε 86,529 δις ευρώ, αυξημένες κατά 5,074 δις ευρώ σε σχέση με την αντίστοιχη εκτίμηση του 2025, συμπεριλαμβανομένων των γλίσχρων φορολογικών ελαφρύνσεων ύψους 1,8 δις ευρώ που εξαγγέλθηκαν στη ΔΕΘ.

ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ, ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΚΑΙ ΑΔΙΚΙΕΣ
Ωστόσο, παρότι η κυβέρνηση χαρακτηρίζει το προσχέδιο ως «ρεαλιστικό και αναπτυξιακό», η αντιπολίτευση και αρκετοί οικονομικοί σχολιαστές επισημαίνουν αδυναμίες και κινδύνους που αποσιωπώνται. Συγκεκριμένα, έντονες είναι οι αμφιβολίες σχετικά με τη θεμελιακή βάση επιτυχίας του σχεδίου που είναι η τεράστια αύξηση των επενδύσεων. Για το 2026 προβλέπονται 7,219 δισ. ευρώ για έργα του ΤΑΑ (εθνική συμμετοχή για την εκταμίευση της τελευταίας δόσης από την ΕΕ), 6,2 δισ. ευρώ για συγχρηματοδοτούμενα έργα και 3,3 δισ. ευρώ αποκλειστικά από εθνικούς πόρους. Καθώς το πρόγραμμα λήγει το 2025, το υπουργείο ζητά από τους φορείς υλοποίηση τουλάχιστον του 95% των έργων ως τις 30 Νοεμβρίου για να μην χαθούν κοινοτικά κονδύλια. Σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις αρχές Σεπτεμβρίου 2025 η χώρα είχε εκπληρώσει το 60% των οροσήμων και των στόχων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης «Ελλάδα 2.0», ενώ η τελική προθεσμία είναι η 31η Αυγούστου 2026. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, απομένουν περίπου 234 ορόσημα από το σύνολο των 373 οροσήμων του σχεδίου (209 επενδύσεις + 164 μεταρρυθμίσεις). Πολλά έργα βρίσκονται ακόμα σε περίοδο διαγωνισμών ή πρώιμης υλοποίησης, μεταξύ τους παρεμβάσεις σε υγεία, κράτος, ψηφιακό μετασχηματισμό και πράσινη μετάβαση. Οποιαδήποτε καθυστέρηση μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια μέρους των κονδυλίων, καθώς η τελική προθεσμία είναι αυστηρή. Επιπλέον, ανησυχία προκαλεί η υποχώρηση των άμεσων ξένων επενδύσεων σε ακίνητα, οι οποίες σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, το πρώτο εξάμηνο του 2025 μειώθηκαν κατά 17,8% — στα 938 εκατ. ευρώ από 1,14 δισ. ένα χρόνο πριν. Πρόκειται για την πρώτη ουσιαστική μείωση μετά από πέντε χρόνια ανόδου, σε έναν κλάδο που αποτέλεσε βασικό μοχλό της οικονομικής ανάκαμψης, μαζί με τον τουρισμό. Παράλληλα, η οικοδομική δραστηριότητα υποχωρεί με διψήφια ποσοστά σε άδειες, επιφάνεια και όγκο.

Ορισμένοι φορείς σημειώνουν πως ο προϋπολογισμός, εκτός από υπεραισιόδοξος, είναι και άδικος, αφού η αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά 1,6 δισ. ευρώ το 2026 θα επιβαρύνει δυσανάλογα τους χαμηλόμισθους και τους συνταξιούχους, καθώς η αναλογία έμμεσης και άμεσης φορολογίας παραμένει δυσμενής, ενώ παράλληλα παραβλέπεται ή αγνοείται η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών καθώς και η αύξηση των οφειλών τους προς το δημόσιο.

Ο προϋπολογισμός δέχεται κριτική για τις περιορισμένες, σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες, δαπάνες για τους τομείς κοινωνικής αναπαραγωγής, όπως η υγεία και η παιδεία. Για παράδειγμα, ενώ αποτελεί κοινή παραδοχή πως τα υποστελεχωμένα από ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό νοσοκομεία και δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας της χώρας δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των ασθενών, τα ποσά που προβλέπει ο προϋπολογισμός για την υγεία, αν και είναι μεγαλύτερα από το 2025 κατά 237 εκατ. ευρώ, όχι μόνο δεν αρκούν, αλλά θα κατευθυνθούν στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, προκειμένου να μην οδηγηθεί η χώρα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και υποστεί κυρώσεις. Την ίδια ώρα, το εύρος των αμυντικών δαπανών που σχεδιάζει η Ελλάδα για τα επόμενα χρόνια. εκτιμώνται σε 1,7 δισ. ευρώ το 2025, ενώ για το 2026 προβλέπεται να φτάσουν τα 2,3 δισ. ευρώ, ενώ οι συνολικές αγορές πάγιου εξοπλισμού υπολογίζονται στα 1,88 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 0,3% του ΑΕΠ, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Συνοψίζοντας, δύο είναι τα βασικά ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν: το πρώτο αφορά στη ρεαλιστικότατα των προβλέψεων του προϋπολογισμού και το δεύτερο σχετίζεται με την επάρκειά του στην κάλυψη των κοινωνικών αναγκών. Αναφορικά με το πρώτο, ακόμα και αν ξεπεραστούν οι διαχρονικές παθογένειες στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής και η χώρα πετύχει το επενδυτικό θαύμα που απαιτείται, και αν εκλείψουν οι κίνδυνοι των εξωγενών παραγόντων, δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι οικονομικές επιλογές των συντακτών του προϋπολογισμού κινούνται στα πλαίσια των συνηθισμένων διαχειριστικών πολιτικών, εντός των ορίων της δημοσιονομικής πειθαρχίας, χωρίς σαφές σχέδιο αναδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης μιας διαρθρωτικά στρεβλής οικονομίας. Όσον αφορά τον κοινωνικό του χαρακτήρα, όχι μόνο δεν μπορεί, αλλά και δεν επιδιώκει να ανακουφίσει τα πολύπαθα νοικοκυριά. Αντιθέτως…

Ακολουθήστε μας σε LinkedIn & Facebook και γίνετε μέλος της μεγαλύτερης ελληνικής κοινότητας του κλάδου.