Η Ενδιάμεση Έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την οικονομία το γ’ τρίμηνο του 2025, αποτυπώνει μια οικονομία που, παρά τους θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, εμφανίζει έντονες διαρθρωτικές αδυναμίες και επίμονες κοινωνικές ανισότητες. Αναδεικνύει ότι η ανάπτυξη δε μεταφράζεται σε ουσιαστική βελτίωση μισθών, ποιότητας εργασίας και συνθηκών διαβίωσης. Το κυρίαρχο αναπτυξιακό πρότυπο παραμένει καταναλωκεντρικό, χαμηλής παραγωγικότητας και υψηλής επισφάλειας. Η έκθεση θέτει ως κεντρικό ζητούμενο την ανάγκη μετάβασης σε ένα βιώσιμο υπόδειγμα ανάπτυξης με επίκεντρο την αξιοπρεπή εργασία και την κοινωνική σύγκλιση.

Τα τελευταία τρίμηνα η Ελλάδα καταγράφει υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης από τον μέσο όρο της ΕΕ, γεγονός που χρησιμοποιείται επιλεκτικά από τους οικονομικούς ταγούς για να στηριχθεί το αφήγημα ενός συγκριτικά ανθεκτικού και κοινωνικά ισορροπημένου αναπτυξιακού υποδείγματος. Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν είναι ολοκληρωμένη, καθώς αφενός αντανακλά τη στασιμότητα των μεγάλων οικονομιών (Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας) και αφετέρου παραγνωρίζει την επίδοση χωρών με σαφώς υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια.

Συγκεκριμένα, το γ’ τρίμηνο του 2025 ο ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ στην Ελλάδα ανήλθε στο 2%, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ΕΕ (1,6%), αλλά υπολειπόμενος των επιδόσεων δεκατριών χωρών, με μεγαλύτερη επίδοση αυτή της Ιρλανδίας (10,9%). Σύμφωνα με τους οικονομολόγους του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, η όποια σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν αποτελεί ένδειξη μιας ισχυρής αναπτυξιακής δυναμικής, αφού υπονομεύεται από την περιορισμένη συμβολή της μεταποίησης, τη χαμηλή τεχνολογική ένταση των επενδύσεων, τη χαμηλή παραγωγικότητα, την αύξηση των υπηρεσιών χαμηλής προστιθέμενης αξίας, τη συμπίεση των μισθών και τη χαμηλή ποιότητα της εργασίας.

Επιπλέον, αν συγκρίνουμε το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας και της ΕΕ της περιόδου 2019-2024, τότε η διαχρονική υστέρηση της ελληνικής οικονομίας καθίσταται ακόμα πιο εμφανής. Συγκεκριμένα, το 2019 το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ανερχόταν στα 17.210 ευρώ έναντι 32.270 ευρώ στην ΕΕ. Κατά την περίοδο 2021-2024 καταγράφηκε ανάκαμψη και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο η απόκλιση παρέμεινε σημαντική, καθώς το απόλυτο χάσμα διαμορφώθηκε εκ νέου σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, περίπου στα 14.600 ευρώ το 2024 (19.020 και 33.650 αντίστοιχα). Αν συγκρίνουμε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) ως ποσοστό του μέσου όρου της ΕΕ, το 2019 η Ελλάδα κατέγραψε το 65,5% αυτού, ποσοστό που αυξήθηκε στο 68,5% το 2024. Παρά τη μερική αυτή σύγκλιση, το εισοδηματικό χάσμα εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό, με τη χώρα να κατατάσσεται δεύτερη από το τέλος μεταξύ των κρατών-μελών.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Όταν οι οικονομικοί ταγοί αναφέρονται στην αγορά εργασίας, συνήθως επικεντρώνονται σε βασικά ποσοτικά μεγέθη (π.χ. ποσοστό ανεργίας), ξεχνώντας τα χαμηλά επίπεδα ποιότητας εργασίας και την αποδόμηση βασικών προστατευτικών θεσμών. Το γ΄ τρίμηνο του 2025, το ποσοστό απασχόλησης στη χώρα ανήλθε σε 65,6%, υπερβαίνοντας το αντίστοιχο επίπεδο του 2019, καθώς και εκείνο της περιόδου πριν από την κρίση χρέους (2009). Ωστόσο, υστερεί έναντι του μέσου όρου της ΕΕ (κατά 5,7 ποσοστιαίες μονάδες), των νέων κρατών-μελών (8,5 π.μ.) και των Βαλκανίων (0,8 π.μ.), αντανακλώντας την υποχώρηση σε κρίσιμα κοινωνικά και αναπτυξιακά μεγέθη. Το ποσοστό υποαπόδοσης της αγοράς εργασίας (άνεργοι, υποαπασχολούμενοι, δυνητικά διαθέσιμοι, εργαζόμενοι που βρήκαν δουλειά αλλά δεν ξεκίνησαν) μειώθηκε στο 11,6%, αλλά παρέμεινε υψηλότερο από το αντίστοιχο των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (6,2%) και των Βαλκανίων (8%). Το 2024 η απασχόληση στη βιομηχανία παρέμεινε χαμηλή (12,2%), αυξημένη από το 2019, αλλά 0,9 π.μ. χαμηλότερη του 2009 και πολύ κάτω από την Ανατολική Ευρώπη (23,2%), τα Βαλκάνια (21,6%) και την Περιφέρεια (17,3%), δείχνοντας τη διαχρονική αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης.

ΟΙ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ
Οι αποδοχές των εργαζομένων στην Ελλάδα υστερούν σημαντικά σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ. Συγκεκριμένα, ενώ το 2009 ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα μας σε όρους PPS (22.107) ανερχόταν στο 91,8% του μέσου ευρωπαϊκού (24.087), το 2019 η αναλογία αυτή μειώθηκε στο 61,2% (18.204 στην Ελλάδα, έναντι 29.738 στην ΕΕ), ενώ το 2024 υποχώρησε περαιτέρω στο 59,1% (21.486 στην Ελλάδα, έναντι 36.382 στην ΕΕ). Επίσης, επειδή πολύς λόγος γίνεται για το μισθολογικό κόστος των επιχειρήσεων καλό είναι να γνωρίζουμε πως το 2024 στους κλάδους της Βιομηχανίας το μέσο ωρομίσθιο σε όρους PPS στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 14,1 ποσοστιαίες μονάδες, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,1, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 15,2 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 21,4. Επιπλέον, στις υπηρεσίες, οι ωριαίες αποδοχές των μισθωτών στην Ελλάδα σε όρους PPS αντιστοιχούσαν μόλις στο 72% του αντίστοιχου μέσου επιπέδου των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στο 56,5% των κρατών-μελών των Βαλκανίων και στο 54,4% των οικονομιών της Περιφέρειας, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική συμπίεση των μισθών.

ΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ
Οι συγκριτικά χαμηλές εισοδηματικές επιδόσεις της Ελλάδας αποτυπώνονται και στο επίπεδο διαβίωσης των νοικοκυριών. Είναι αλήθεια, ότι σε σχέση με την περίοδο της κρίσης ορισμένοι δείκτες είναι βελτιωμένοι, ωστόσο, η απόσταση από τον μέσο όρο των κρατών – μελών της ΕΕ παραμένει μεγάλη.

Ενδεικτικά, το 2024 το ποσοστό των μισθωτών που ζούσε σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης διαμορφώθηκε στη χώρα μας στο 21% και ήταν με διαφορά το υψηλότερο μεταξύ των δεκαπέντε επιλεγμένων κρατών-μελών της ΕΕ, ξεπερνώντας κατά 12,6 ποσοστιαίες μονάδες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, 16,1 ποσοστιαίες μονάδες τα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και 11,8 μονάδες τα κράτη της Περιφέρειας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα πως στην Ελλάδα το 2024 το 18,5% των ατόμων που ζούσαν σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά δήλωναν ότι αδυνατούσαν να διατηρήσουν επαρκώς ζεστή την οικία τους, έναντι μέσου ποσοστού 12,9% στις οικονομίες της Περιφέρειας και 10,4% στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής (το δίμηνο 2/11/2025 έως 1/1/2026, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, δεκαεννέα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην προσπάθειά τους να ζεσταθούν με εναλλακτικές μορφές θέρμανσης). Επίσης, σχεδόν ένας στους δύο πολίτες (46,6%) που ζούσαν σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά αδυνατούσε το 2024 να ανταποκριθεί σε βασικές πάγιες υποχρεώσεις, όπως ενοίκιο ή δόσεις δανείων και λογαριασμούς κοινής ωφέλειας.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες του ΙΝΕ, το στεγαστικό πρόβλημα στην Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί παράγοντα οικονομικής και κοινωνικής αστάθειας. Συγκεκριμένα, το 2024 στην Ελλάδα οι δαπάνες στέγασης απορροφούσαν το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Ειδικότερα, τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά δαπανούσαν το 51,1% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες, ενώ τα τετραμελή νοικοκυριά δαπανούσαν αντίστοιχα το 34,8%. Αξίζει να σημειωθεί ότι, το κόστος στέγασης στη χώρα μας έχει δυσανάλογη επίδραση στην ευημερία των πολιτών διαφορετικής εισοδηματικής κατάστασης. Ενδεικτικά, το 2024 για τα άτομα που ανήκαν στο φτωχότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης ανερχόταν στο 88,6% (έναντι 27,8% στην ΕΕ), ενώ για τα πλουσιότερα στο 1,4% (συγκριτικά με 0,7% στην ΕΕ).

Συνολικά, η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ισχύον αναπτυξιακό πρότυπο δεν είναι βιώσιμο. Η Ελλάδα χρειάζεται μια στρατηγική μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης. Το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ υιοθετεί την έννοια της οικονομίας της αξιοπρέπειας, δηλαδή ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα στο οποίο η ποιότητα της εργασίας αντιμετωπίζεται ως θεμέλιο της παραγωγικότητας, της κοινωνικής συνοχής και της μακροοικονομικής ανθεκτικότητας. Η αξιοπρεπής εργασία, οι σταθερές συνθήκες απασχόλησης, τα επαρκή εισοδήματα και η θεσμική προστασία των εργαζομένων δεν αποτελούν απλώς κοινωνικούς στόχους, αλλά κρίσιμους παράγοντες για την αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης, την ενίσχυση της καινοτομίας, τη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και τη μετάβασή της σε ένα βιώσιμο υπόδειγμα ανάπτυξης. Ουσιαστική διέξοδος ή ανεπαρκής ουτοπία; .… 

Ακολουθήστε μας σε LinkedIn & Facebook και γίνετε μέλος της μεγαλύτερης ελληνικής κοινότητας του κλάδου.