Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ για την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας η χώρα αντιμετωπίζει ένα διαχρονικό και δομικό πρόβλημα παραγωγικότητας, το οποίο περιορίζει τις αναπτυξιακές της δυνατότητες και την ικανότητά της να συγκλίνει με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).
Παρότι η ελληνική οικονομία έχει ανακάμψει τα τελευταία χρόνια και παρουσιάζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η πρόοδος αυτή δε συνοδεύτηκε από αντίστοιχη βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας. Αντίθετα, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο το 2024 βρίσκεται περίπου στα ίδια επίπεδα με εκείνα του 2000, ενώ η ΕΕ έχει καταγράψει σημαντική άνοδο στο ίδιο διάστημα. Ως αποτέλεσμα, η απόσταση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έχει διευρυνθεί σημαντικά.
Συγκεκριμένα, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 54% του μέσου όρου της ΕΕ-27 όταν μετριέται ανά εργαζόμενο και στο 43% όταν μετριέται ανά ώρα εργασίας. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι το πρόβλημα δε συνδέεται μόνο με τη διάρκεια της εργασίας αλλά κυρίως με την αποτελεσματικότητα της παραγωγικής διαδικασίας και τον τρόπο οργάνωσης της οικονομίας. Η Ελλάδα κατατάσσεται στις χαμηλότερες θέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, γεγονός που περιορίζει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και τις δυνατότητες αύξησης των εισοδημάτων.
Η μελέτη επισημαίνει ότι η οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων ετών στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης και όχι στη βελτίωση της παραγωγικότητας. Παρότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι σήμερα υψηλότερο σε σχέση με το 2000, η βελτίωση αυτή οφείλεται κυρίως στη μείωση της ανεργίας και στην αύξηση του ποσοστού των απασχολούμενων στον πληθυσμό. Ωστόσο, αυτή η πηγή ανάπτυξης δεν μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον, καθώς η ανεργία έχει ήδη περιοριστεί αισθητά, ενώ οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις μειώνουν τη διαθέσιμη προσφορά εργασίας. Επομένως, η μελλοντική αναπτυξιακή πορεία της χώρας, ή πιο σωστά η οικονομική της μεγέθυνση, θα εξαρτηθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από την αύξηση της παραγωγικότητας.
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας, είναι η στενή σχέση μεταξύ παραγωγικότητας και μισθών. Η σύγκριση των χωρών της ΕΕ δείχνει ότι οι οικονομίες με υψηλότερη παραγωγικότητα προσφέρουν και υψηλότερες αμοιβές στους εργαζόμενους. Αντίστοιχα, στην Ελλάδα οι μισθοί ακολούθησαν διαχρονικά την πορεία της παραγωγικότητας, καθώς αυξήθηκαν την περίοδο πριν από την κρίση, μειώθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης και επανήλθαν σε θετικούς ρυθμούς μετά το 2017.
Ακολούθως, η ανάλυση ανά κλάδο αποκαλύπτει σημαντικές διαφοροποιήσεις στην παραγωγικότητα. Υψηλότερες επιδόσεις καταγράφονται στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στις κατασκευές, στην πληροφορική, στις επικοινωνίες και σε ορισμένες επαγγελματικές υπηρεσίες, ενώ χαμηλότερες στον αγροτικό τομέα, στα καταλύματα και την εστίαση, στο εμπόριο και σε υπηρεσίες χαμηλής έντασης γνώσης. Η συγκέντρωση μεγάλου μέρους της απασχόλησης σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας επιβαρύνει το συνολικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, οι περισσότεροι ελληνικοί κλάδοι εξακολουθούν να υπολείπονται των ευρωπαϊκών, με εξαίρεση τον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Η εξέλιξη της παραγωγικότητας διακρίνεται σε τρεις φάσεις: άνοδο και σύγκλιση με την ΕΕ την περίοδο 2000-2008, έντονη επιδείνωση κατά την περίοδο της κρίσης 2009-2016 και περιορισμένη ανάκαμψη μετά το 2017. Παρά τις θετικές επιδόσεις ορισμένων κλάδων, όπως οι κατασκευές και η μεταποίηση, η συνολική πρόοδος παραμένει άνιση και ανεπαρκής για ουσιαστική σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας, ένα από τα σημαντικότερα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας είναι η κυριαρχία πολύ μικρών επιχειρήσεων. Πάνω από το 94% των επιχειρήσεων απασχολούν έως εννέα εργαζομένους, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι ελάχιστες. Η παραγωγικότητα αυξάνεται σημαντικά όσο μεγαλώνει το μέγεθος της επιχείρησης, καθώς οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις διαθέτουν περισσότερους πόρους για επενδύσεις, τεχνολογία, καινοτομία και καλύτερη οργάνωση. Η πολυδιάσπαση του επιχειρηματικού τοπίου λειτουργεί συνεπώς ως βασικός ανασταλτικός παράγοντας για τη συνολική παραγωγικότητα της χώρας.
Επίσης, η μελέτη αναδεικνύει το επενδυτικό έλλειμμα ως έναν από τους κυριότερους λόγους της χαμηλής παραγωγικότητας. Το καθαρό απόθεμα παγίου κεφαλαίου ανά εργαζόμενο έχει μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες και παραμένει πολύ χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι στη χώρα χρησιμοποιούν λιγότερο και συχνά παλαιότερο εξοπλισμό, λιγότερες τεχνολογικές υποδομές, και συχνά έχουν μικρότερη πρόσβαση σε σύγχρονα μέσα παραγωγής.
Η ανάλυση των παραγόντων της παραγωγικότητας δείχνει ότι το πρόβλημα δεν οφείλεται κυρίως στη διάρθρωση των κλάδων της οικονομίας αλλά στις επιδόσεις των ίδιων των επιχειρήσεων μέσα σε κάθε κλάδο. Η υστέρηση αποδίδεται κυρίως στη χαμηλή τεχνολογική αναβάθμιση, στις περιορισμένες παραγωγικές επενδύσεις, στη μικρή διάχυση της καινοτομίας και στις αδυναμίες οργάνωσης και διοίκησης. Με άλλα λόγια, ακόμη και στους ίδιους κλάδους όπου δραστηριοποιούνται οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι ελληνικές επιχειρήσεις εμφανίζουν χαμηλότερη αποδοτικότητα.
Παρά τα παραπάνω, η μελέτη αναγνωρίζει ότι η διάρθρωση της απασχόλησης επηρεάζει επίσης το τελικό αποτέλεσμα. Εάν η Ελλάδα είχε κατανομή εργαζομένων ανά κλάδο παρόμοια με αυτήν της ΕΕ, με μεγαλύτερη συμμετοχή της βιομηχανίας, της πληροφορικής και των επαγγελματικών υπηρεσιών και μικρότερη εξάρτηση από τον αγροτικό τομέα και ορισμένες χαμηλής παραγωγικότητας υπηρεσίες, η συνολική παραγωγικότητα της εργασίας θα μπορούσε να είναι περίπου 23% υψηλότερη.
Συμπερασματικά, η μελέτη του ΙΟΒΕ υποστηρίζει ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική που θα συνδυάζει αύξηση των επενδύσεων, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, βελτίωση του θεσμικού πλαισίου, αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού και επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού των επιχειρήσεων. Η παραγωγικότητα αναδεικνύεται ως η βασική προϋπόθεση για την αύξηση των μισθών, τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη διατηρήσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας τις επόμενες δεκαετίες.
Ωστόσο, οι παραπάνω εκτιμήσεις έχουν δεχθεί έντονη κριτική από διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις, όπως αποτυπώνεται και στις θέσεις του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ. Η βασική κριτική προς τις θεωρίες της παραγωγικότητας δεν αφορά μόνο το επίπεδο της παραγόμενης αξίας, αλλά και τις κοινωνικές σχέσεις και τους θεσμικούς όρους μέσα στους οποίους αυτή διαμορφώνεται. Στο πλαίσιο αυτό, αμφισβητείται η χρήση του δείκτη Συνολικής Παραγωγικότητας των Συντελεστών (TFP), που χρησιμοποιείται στη μελέτη του ΙΟΒΕ, υποστηρίζοντας ότι παρουσιάζεται ως ουδέτερο μέτρο τεχνολογικής προόδου, ενώ στην πραγματικότητα ενσωματώνει κοινωνικές, θεσμικές και λογιστικές μεταβολές. Κατά την άποψή τους, η παραγωγικότητα δεν μπορεί να αποσπαστεί από τις σχέσεις εξουσίας, τις συνθήκες αξιοποίησης της εργασίας και τη χρήση των φυσικών πόρων.
Παράλληλα, ορισμένες προσεγγίσεις θεωρούν ότι η έμφαση στην παραγωγικότητα αποκρύπτει το γεγονός ότι στις ανεπτυγμένες οικονομίες το κεντρικό ζήτημα δεν είναι η ανεπάρκεια παραγωγής, αλλά ο τρόπος με τον οποίο κατανέμεται ο παραγόμενος πλούτος. Από αυτή την οπτική, η φτώχεια και οι κοινωνικές ανισότητες αποδίδονται κυρίως σε πολιτικές και θεσμικές επιλογές και λιγότερο σε περιορισμούς της παραγωγικής ικανότητας. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τα επίπεδα φτώχειας και τις εισοδηματικές ανισότητες στην Ελλάδα ενισχύουν το επιχείρημα ότι η οικονομική μεγέθυνση δεν οδηγεί αυτομάτως σε ευρύτερη κοινωνική ευημερία.
Αντίστοιχα, οι κριτικές που προέρχονται από την πλευρά της εργασίας επισημαίνουν ότι τα οφέλη της τεχνολογικής προόδου δε διαχέονται κατ’ ανάγκη ισότιμα στους εργαζομένους. Συχνά, μάλιστα, συνοδεύονται από εντατικοποίηση της εργασίας, αυξημένο έλεγχο και μεγαλύτερη επιτήρηση στον χώρο εργασίας. Υπό αυτό το πρίσμα, το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά μόνο την αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά και τη διανομή των ωφελειών που αυτή παράγει, καθώς και τους κοινωνικούς σκοπούς που τελικά εξυπηρετεί.
Εν κατακλείδι, κανείς δεν αμφισβητεί ότι η Ελλάδα έχει χαμηλή παραγωγικότητα, αλλά και κανείς δεν αμφισβητεί πως η μελέτη του ΙΟΒΕ εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην πλευρά της παραγωγής και των επενδύσεων και πολύ λιγότερο στη διανομή του παραγόμενου πλούτου, στην ποιότητα της εργασίας, στη μείωση του χρόνου εργασίας, στις περιβαλλοντικές συνέπειες της μεγέθυνσης και τέλος, στο ποιος καρπώνεται τα κέρδη από τις αυξήσεις παραγωγικότητας.
Ακολουθήστε μας σε LinkedIn & Facebook και γίνετε μέλος της μεγαλύτερης ελληνικής κοινότητας του κλάδου.
