Τα πρώτα δείγματα γραφής για το τι μέλει γενέσθαι το επόμενο έτος δόθηκαν τόσο με τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης όσο και με την κατάθεση του προσχεδίου του νέου προϋπολογισμού στη Βουλή. Στόχος της νέας κυβέρνησης είναι η ανάπτυξη και η προσέλκυση επενδύσεων, όπως διεκήρυττε ο πρωθυπουργός στη Βουλή, αλλά επί της ουσίας η ελληνική οικονομία το 2016 θα κινηθεί σε συνθήκες λιτότητας και ύφεσης με αύξηση της ανεργίας, έκρηξη φόρων και περικοπές σε συντάξεις και εφάπαξ. Το προσχέδιο του προϋπολογισμού ενσωματώνει μέτρα συνολικού ύψους 6,379 δισ. ευρώ για τη διετία 2015-2016, εκ των οποίων τα 4,346 δισ. προβλέπονται για το 2016. Από τα 4,346 δισ. των νέων μέτρων του 2016, τα 1,268 δισ. θα προέλθουν από περικοπές σε συντάξεις, εισφορές και παροχές κοινωνικής ασφάλισης. Τα υπόλοιπα 2,494 δισ. ευρώ είναι νέοι φόροι, που θα πλήξουν επιχειρήσεις, νοικοκυριά, ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ιδιοκτήτες ακινήτων.
Το πιθανότερο είναι ο φορολογικός λογαριασμός να είναι ακόμη μεγαλύτερος, μιας και το επόμενο έτος θα ενεργοποιηθούν μέτρα που προβλέπονται στο μνημόνιο, όπως οι αλλαγές στη φορολογία εισοδήματος, η ενσωμάτωση της εισφοράς αλληλεγγύης στη φορολογική κλίμακα, η κατάργηση των φοροαπαλλαγών κλπ. Τα μέτρα αυτά θα εξειδικευτούν και θα κοστολογηθούν με το νέο φορολογικό νομοσχέδιο. Το προσχέδιο προβλέπει ύφεση 2,3% φέτος και 1,3% το 2016, με αύξηση της ανεργίας από το 25,4% φέτος στο 25,8% το επόμενο έτος. Επίσης, η ιδιωτική κατανάλωση που πέρσι αυξήθηκε 1,3%, θα μειωθεί κατά 1,6% φέτος και 2,3% του χρόνου. Το 2016 η ελληνική οικονομία θα περάσει και πάλι σε πληθωρισμό 1,3% μετά από αποπληθωρισμό σε μέσα επίπεδα 0,5% φέτος.
Έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ
Τις τελευταίες εβδομάδες πολλή συζήτηση γίνεται για την ανάγκη αύξησης των συναλλαγών με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής (ΗΜΠ: πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες, ηλεκτρονικό χρήμα, ηλεκτρονική τραπεζική κλπ), με στόχο την ενίσχυση των φορολογικών εσόδων και τη μείωση της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας. Σχετική μελέτη για το θέμα συντάσσει το ΙΟΒΕ, το οποίο επισημαίνει ότι με βάση την αξία συναλλαγών με ΗΜΠ ανά κάτοικο το 2013, η Ελλάδα βρισκόταν ψηλότερα μόνο από την Κροατία και τη Βουλγαρία, ενώ σε όρους αριθμού συναλλαγών ανά κάτοικο η χώρα μας κατείχε την τελευταία θέση στην κατάταξη. Το ΙΟΒΕ τάσσεται υπέρ της θέσπισης κινήτρων και μέτρων για την αύξηση των συναλλαγών με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής, επισημαίνοντας ότι υπάρχει θετική εμπειρία από χώρες με δημοσιονομικά προβλήματα που έπραξαν κάτι ανάλογο.
Η ποιοτική και όχι ποσοτική επίπτωση των capitals controls και της πολύμηνης αβεβαιότητας που προηγήθηκε, απεικονίζεται με παραστατικό τρόπο στα ευρήματα της μηνιαίας Έρευνας Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ. Ειδικότερα, όπως φαίνεται, ο δείκτης οικονομικού κλίματος κινήθηκε ανοδικά το 2014, σε μία πορεία σχεδόν παράλληλη με της ΕΕ-28 και της Ευρωζώνης. Τον προεκλογικό Ιανουάριο σημειώθηκε μια σημαντική πτώση, ενώ η ευφορία των εκλογικών αποτελεσμάτων ώθησε σε ανοδική πορεία τον δείκτη. Όμως, στη συνέχεια η ευφορία μειωνόταν όσο οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους «θεσμούς» δεν είχαν αποτέλεσμα και οι εταίροι έκλειναν τις στρόφιγγες χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας, με αποτέλεσμα η πορεία του δείκτη να πάρει την κατηφόρα, κατηφόρα που έγινε γκρεμός με την εφαρμογή των capital controls τον Ιούλιο. Η καθοδική πορεία φρέναρε τον Σεπτέμβριο, χωρίς κανείς να μπορεί να προεξοφλήσει ότι η αύξηση που καταγράφηκε αυτό το μήνα θα έχει συνέχεια.
Κάτι ανάλογο συνέβη και με το Δείκτη Εμπιστοσύνης των καταναλωτών, η ανοδική πορεία του οποίου ανακόπηκε μετά τον Φεβρουάριο, ανοίγοντας υπέρμετρα την ψαλίδα ανάμεσα στην Ελλάδα και τους εταίρους. Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης στο σύνολο της ΕΕ, από -5,9 που ήταν τον περασμένο Φεβρουάριο μειώθηκε σε -5,5 τον Σεπτέμβριο, ενώ στην Ελλάδα από το -30,6 κατρακύλησε στο -64,2. Το ΙΟΒΕ στη σχετική του έκθεση σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η έντονη διαταραχή που προκάλεσε στην οικονομία η ακραία αβεβαιότητα και η επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων, οδήγησε σε σφοδρή επιδείνωση των επιχειρηματικών προσδοκιών και της καταναλωτικής εμπιστοσύνης των Ιούλιο και τον Αύγουστο.
Ωστόσο στη μέτρηση του Σεπτεμβρίου οι επιχειρηματικές προσδοκίες φαίνεται να διορθώνουν σχετικά την τάση τους, αλλά η καταναλωτική εμπιστοσύνη παραμένει στην χαμηλότερη επίδοση της τελευταίας τριετίας». Ειδικότερα, στο λιανικό εμπόριο ο δείκτης οικονομικών προσδοκιών βελτιώθηκε ελαφρά τον Σεπτέμβριο σε σχέση με τον Ιούλιο, αλλά παραμένει 20 μονάδες χαμηλότερος από τον Ιούνιο (69 έναντι 89,4 μονάδων). Οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις επιδεινώθηκαν, αλλά καταγράφηκε βελτίωση στις προβλέψεις για την βραχυπρόθεσμη εξέλιξη και την αποκλιμάκωση στα αποθέματα.
Στον υποκλάδο των τροφίμων, ποτών και καπνού, ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών τον Σεπτέμβριο αυξήθηκε σε σχέση με τον Ιούλιο, αλλά παραμένει σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα πέρσι (72 έναντι 87,5 μονάδων). Βελτιώθηκαν ελαφρά οι τρέχουσες πωλήσεις, ενώ αυξήθηκαν οι θετικές προβλέψεις για τις παραγγελίες προς προμηθευτές. Το 83% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι οι τιμές παραμένουν σταθερές. Αναφορικά με τον δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης, το ΙΟΒΕ επισημαίνει: «Μετά τις πρωτοφανείς, ταραχώδεις εξελίξεις γύρω από τη σύναψη νέας συμφωνίας με τους εταίρους τον Ιούλιο, που όξυναν ιδιαίτερα την αβεβαιότητα των νοικοκυριών, η οποία μετριάστηκε μόνο από την αποσόβηση τελικά μιας στάσης πληρωμών, τα μέτρα που περιέχονται στο νέο μνημόνιο, ενισχύουν έντονα της απαισιοδοξία των καταναλωτών σε κάθε επίπεδο: προσωπικό, για τη χώρα, τις τιμές, την ανεργία».
«Έλληνας», όπως «απαισιόδοξος»…
Οι πιο απαισιόδοξοι καταναλωτές στην ΕΕ είναι οι Έλληνες, ενώ ακολουθούν με μεγάλη διαφορά οι Βούλγαροι, οι Ούγγροι, οι Κροάτες και οι Πορτογάλοι. Οι Έλληνες καταναλωτές προβλέπουν:
- Επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών κατά το 70% (αμετάβλητη κατάσταση κατά το 17%).
- Επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας κατά το 74% (βελτίωση κατά το 5%).
- Κατά το 78% δεν θεωρούν καθόλου πιθανή την αποταμίευση στο επόμενο δωδεκάμηνο, ενώ μόλις κατά το 5% πιστεύουν ότι «κάτι μπορεί να αποταμιεύσεις».
- Κατά το 78% προβλέπουν άνοδο της ανεργίας και μόλις κατά το 4% το αντίθετο. Ως προς τις εκτιμήσεις για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών, το ποσοστό των καταναλωτών που δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζω πέρα» αυξήθηκε τον Σεπτέμβριο έναντι του Ιουλίου στο 71% (από 67%), ενώ το ποσοστό εκείνων που αναφέρουν ότι αντλούν από τις αποταμιεύσεις τους περιορίστηκε οριακά στο 12%. Οι καταναλωτές που δήλωσαν ότι αποταμιεύουν μειώθηκαν από 8% σε 5%.