Αυξήθηκαν οι οικογενειακές δαπάνες των νοικοκυριών πέρυσι συγκριτικά με το 2023 κατά 3,6% σε τρέχουσες τιμές, σύμφωνα με την Έρευνα των Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2024 της ΕΛΣΤΑΤ, αλλά μόλις κατά 1% σε σταθερές τιμές, εφόσον ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός. Η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών το 2024 ήταν μειωμένη κατά 9,7% συγκριτικά με το 2010 και κατά 16,6% συγκριτικά με το 2008, ενώ οι εισοδηματικές ανισότητες διευρύνθηκαν, καθώς το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης καταναλωτικής δαπάνης του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού διαπιστώθηκε ότι ήταν κατά 5,68 φορές μεγαλύτερο (έναντι 5,64 το 2023) του αντίστοιχου μεριδίου δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσμού.
Σύμφωνα με την έκθεση της ΤτΕ, η ελληνική οικονομία το 2024 αναπτύχθηκε με ικανοποιητικό ρυθμό, σημαντικά υψηλότερο του αντίστοιχου της Ευρωζώνης για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ σε πραγματικούς όρους ανήλθε σε 2,3% (στα ίδια επίπεδα με το 2023) και ήταν περίπου 2,5 φορές μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο ρυθμό της Ευρωζώνης. Κατά την ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 το ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές ανήλθε στα 237,573 εκατ. ευρώ (201,459 εκατ. ευρώ σε σταθερές) έναντι 225,197 εκατ. ευρώ το 2023 (196,984 εκατ. ευρώ σε σταθερές τιμές). Ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή υποχώρησε στο 3% –από 4,2% το 2023– έναντι 2,4% του αντίστοιχου μέσου όρου της Ευρωζώνης. Η μείωση αυτή, ωστόσο, απλώς σταθεροποίησε την υψηλή αξία (ακρίβεια) των αγαθών και υπηρεσιών στην χώρα. Το πρωτογενές αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης το 2024 διαμορφώθηκε με υπερ-πλεόνασμα 11.401 εκατ. ευρώ (ισοδύναμου με το 4,8% του ΑΕΠ) έναντι στόχου 4.635 εκατ. ευρώ (ή 2,5% του ΑΕΠ) ως αποτέλεσμα της αύξησης των φορολογικών εσόδων και της μείωσης των δαπανών (από 49,51% του ΑΕΠ το 2023 στο 47,98% το 2024). Όπως συμπεραίνουν οι οικονομικοί μας ταγοί, οι διεθνείς οργανισμοί και οι οίκοι αξιολόγησης, η ελληνική οικονομία το 2024 αναπτύχθηκε με ικανοποιητικό ρυθμό, σημαντικά υψηλότερο του αντίστοιχου της Ευρωζώνης για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά. Ωστόσο, η αξιοπιστία των μεθόδων έρευνας της κεντρικής μας στατιστικής υπηρεσίας επισημαίνουμε ότι αφενός αμφισβητείται από άλλους συστημικούς οικονομικούς παράγοντες και αφετέρου πως λανθάνει μια υπόνοια υπερεκτίμησης της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας στην κριτική τους. Παρ’ όλα αυτά, και ελλείψει άλλων στοιχείων, είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθήσουμε τα επίσημα στοιχεία των κρατικών υπηρεσιών. Βάσει αυτών λοιπόν, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 η αγορά εργασίας βελτιώθηκε σημαντικά, αφού η ανεργία το 2024 μειώθηκε στο 10,1% έναντι 11,1% το 2023, αν και το μέγεθός της παραμένει το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ.
Μετά από επεξεργασία των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ και του ΕΦΚΑ, προκύπτει ότι ο πραγματικός μέσος τακτικός μισθός το 2024 ανήλθε στα 956 ευρώ έναντι 1.232 ευρώ το 2011, 1.156 ευρώ το 2012, 983 ευρώ το 2015, 909 ευρώ το 2018 και 953 ευρώ το 2021. Με άλλα λόγια, η απόλυτη μεταβολή μεταξύ 2011 και 2024 ήταν 276 ευρώ λιγότερα ή μείωση κατά 22,4%. Σε ό,τι αφορά τον πραγματικό κατώτατο μισθό, σημειώνουμε ότι από τα 732 ευρώ το 2011 έπεσε στα 563 ευρώ το 2012, όπου και παρέμεινε ως το 2015, το 2018 ανήλθε στα 580 ευρώ, το 2021 στα 642 ευρώ και το 2024 στα 704 ευρώ, μειωμένος δηλαδή κατά 28 ευρώ συγκριτικά με το 2011 ή κατά 3,8%. Μάλιστα, εφόσον τα μισθωτά εισοδήματα υπολογιστούν με όρους αγοραστικής δύναμης, σύμφωνα με τη Eurostat, η Ελλάδα βρίσκεται 30% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και στην προτελευταία θέση της σχετικής κατάταξης στην ΕΕ.
Μέσο επίπεδο δαπανών
Τα προαναφερθέντα δεδομένα αποτυπώνονται με εμφατικό τρόπο –ακόμα μία χρονιά δυστυχώς– στα ευρήματα της ετήσιας Έρευνας των Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024. Σύμφωνα με αυτήν, επί δείγματος 6.198 ιδιωτικών νοικοκυριών στο σύνολο της χώρας η μέση ετήσια δαπάνη τους για αγορές λιανικής ανήλθε στα 20.694,48 ευρώ ή στα 1.724,54 ευρώ τον μήνα, εμφανίζοντας ετήσια αύξηση 3,6% σε τρέχουσες τιμές συγκριτικά με το 2023, οπότε ήταν 1.663,82 ευρώ τον μήνα. Σε σταθερές τιμές η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 1% ή κατά 213,55 ευρώ, λόγω της επίδρασης του πληθωρισμού, που σύμφωνα με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, το 2024 ήταν 2,6%.
Η μέση ετήσια δαπάνη για κάθε άτομο ανήλθε στα 8.740,20 ευρώ, αυξημένη κατά 3,7% ή κατά 310,68 ευρώ συγκριτικά με το 2023 (8.429,52 ευρώ). Ωστόσο, για να εκτιμηθεί ολοκληρωμένα η πορεία του επιπέδου κατανάλωσης των νοικοκυριών δεν αρκεί η σύγκριση μόνο με την περσινή χρονιά, αλλά απαιτείται η ένταξη των δαπανών σε μια συγκριτική απεικονιστική σειρά των εν λόγω δαπανών την περίοδο 2008-2024. Σύμφωνα λοιπόν με τα σχετικά αποτελέσματα, η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών πέρυσι ήταν μειωμένη κατά 9,7% συγκριτικά με το 2010 (1.910,45 ευρώ) και κατά 16,6% συγκριτικά με το 2008 (2.067,62 ευρώ)!
Κατανομή των δαπανών
Από τις δεκατρείς κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών που παρακολουθεί η ΕΛΣΤΑΤ, το μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών, σε τρέχουσες τιμές, αφορά τα είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά (20,7%), τη στέγαση (14,4%) και τις μεταφορές (13,3%), ενώ ένα μικρότερο μερίδιο των δαπανών (2,2%) αφορά την ασφάλεια και τις οικονομικές υπηρεσίες. Αναφορικά με τη διαφορά της ποσοστιαίας κατανομής συγκριτικά με τις τιμές του 2023, έξι κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών παρουσίασαν ποσοστιαία μείωση [η μεγαλύτερη στα είδη διατροφής (-0.3%) και οι μικρότερες στα οινοπνευματώδη, τις μεταφορές και τον ατομικό ευπρεπισμό (-0,1%) ], τρεις κατηγορίες είχαν μηδενική μεταβολή (υγεία, εκπαίδευση και ασφάλεια), ενώ τέσσερις κατηγορίες παρουσίασαν μικρή αύξηση δαπανών [ένδυση, αναψυχή και εστιατόρια (0,3%) και στέγαση (0,2%)]. Σε ό,τι αφορά τις δαπάνες για είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά, το 21,3% αφορά τα κρεατικά, το 15,9% τα γαλακτοκομικά, το 14% τα λαχανικά και το 13,6% το αλεύρι και τα παρασκευάσματά του. Οι υπόλοιπες κατηγορίες καταλαμβάνουν μικρότερο μερίδιο στη μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών: φρούτα 7,9%, ψάρια 7%, έλαια και λίπη 5,8% –τη μικρότερη δαπάνη καταλαμβάνει ο καφές με μερίδιο 2,7%. Συγκριτικά με την αντίστοιχη έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2023, διαπιστώθηκε αύξηση της μέσης μηνιαίας δαπάνης σε τρέχουσες τιμές στα έλαια και λίπη (12,6%), στα ψάρια (9,3%), στα φρούτα (4,8%), σε ζάχαρη, μαρμελάδες, μέλι, σιρόπια, σοκολάτα (4,5%), σε μεταλλικά νερά, αναψυκτικά, χυμούς φρούτων και λαχανικών (3,6%), στα λαχανικά (3,3%), στο κρέας (3%) και σε καφέ, τσάι και κακάο (2,8%). Αντίθετα, μείωση της μέσης μηνιαίας δαπάνης σε τρέχουσες τιμές διαπιστώθηκε στα λοιπά είδη διατροφής (-11,9%), στα γαλακτοκομικά και τα αυγά (-1,7%) και σε αλεύρι, ψωμί, δημητριακά (-0,8%). Ως μεταβολή στη μέση μηνιαία κατανάλωση των ειδών διατροφής η μεγαλύτερη μείωση εντοπίστηκε στο ελαιόλαδο και ήταν της τάξης του 13,9%, φυσικά λόγω των τεράστιων αυξήσεων της τιμής του πέρυσι. Στις υπόλοιπες κατηγορίες της ομάδας των ειδών διατροφής μειώσεις ποσοτήτων καταγράφηκαν στα αυγά κατά 5,6%, στα οινοπνευματώδη ποτά κατά 5,5%, στα τσιγάρα κατά 4,2%, στο ψωμί και τα είδη αρτοποιίας κατά 3,7%, στο γάλα κατά 3,6%, στα φρούτα κατά 1,7%, στα λαχανικά κατά 0,8% και στο τυρί κατά 0,6%. Η μέση μηνιαία ποσότητα αυξήθηκε στις εξής προϊοντικές κατηγορίες της ομάδας ειδών διατροφής και οινοπνευματωδών: Στα ψάρια κατά 6,2%, στο γιαούρτι κατά 3,6%, στα ζυμαρικά κατά 0,7%, στο ρύζι κατά 0,5% και στο κρέας κατά 0,4%. Αναφορικά με τη μέση καταλισκόμενη μηνιαία ποσότητα ενέργειας στην κύρια κατοικία των νοικοκυριών, αύξηση διαπιστώθηκε στην ηλεκτρική ενέργεια κατά 8,3% και μείωση σε όλες τις άλλες κατηγορίες ενέργειας, δηλ. σε στερεά καύσιμα (καυσόξυλα, πέλετ, πυρήνα κ.ά.) κατά16,2%, φυσικό αέριο κατά 14,8%, υγρά καύσιμα κατά 8,3% και υγραέριο κατά 0,1%.
Πρότυπα κατανάλωσης
Ο τρόπος με τον οποίο τα νοικοκυριά κατανέμουν τις μηνιαίες δαπάνες τους για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών συγκροτεί συγκεκριμένα πρότυπα κατανάλωσης. Η κατηγοριοποίησή τους γίνεται βάσει του τύπου νοικοκυριού από άποψη ηλικίας, αριθμού μελών και εισοδήματος, όπως και του βαθμού αστικότητας των περιοχών εγκατάστασής τους. Συγκεκριμένα, τα νοικοκυριά του ενός ατόμου κάτω των 65 ετών δαπανούν κατά μέσο όρο 1.450,45 ευρώ ή το 84,1% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της χώρας, ενώ τα αντίστοιχα νοικοκυριά των ηλικίας 65 και άνω ατόμων δαπανούν 851,44 ευρώ ή το 49,5% της μέσης δαπάνης. Επίσης, τα νοικοκυριά ζευγών χωρίς παιδιά δαπανούν 1.546,34 ευρώ ή το 89,7% της μέσης δαπάνης, εκείνα των ζευγαριών με ένα παιδί έως 16 ετών δαπανούν κατά μέσο όρο το 147,4% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της χώρας, ενώ με δύο παιδιά έως 16 χρονών δαπανούν 2.537,53 ευρώ ή το 147,1% της μέσης δαπάνης.
Με κριτήριο τη θέση στην εργασιακή διαδικασία του επικεφαλής του νοικοκυριού, τα νοικοκυριά με υπεύθυνο μισθωτό δαπανούν 2.071,30 ευρώ ή το 120,1% της μέσης δαπάνης των νοικοκυριών, ενώ εκείνα με υπεύθυνο αυτοαπασχολούμενο εργοδότη μισθωτών δαπανούν 3.933,88 ευρώ ή το 228,1% της μέσης δαπάνης. Η δαπάνη των νοικοκυριών με υπεύθυνο οικονομικά μη ενεργό ή άνεργο δαπανούν κατά μέσο όρο 1.227,20 ευρώ ή το 71,2% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της χώρας. Η τελευταία διαφέρει και ανάλογα με την ηλικία του υπευθύνου του νοικοκυριού, οπότε φαίνεται ότι όταν αυτός είναι ηλικίας 35-44 ετών το νοικοκυριό του δαπανά κατά μέσο όρο τα περισσότερα, και συγκεκριμένα το 133,6% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της χώρας (128,5% το 2023). Τα νοικοκυριά με τη μικρότερη ποσοστιαία συμμετοχή δαπανών (58,5%) ήταν πέρυσι αυτά των ηλικίας 75 ετών και άνω υπευθύνων (61,2% το 2023), όχι βεβαίως γιατί οι ανάγκες τους μειώθηκαν, αλλά γιατί οι συντάξεις τους εξακολούθησαν να είναι πενιχρές. Όντως, βάσει των στοιχείων της Έκθεσης του Υπουργείου Εργασίας (ΗΔΙΚΑ-Π/Σ «ΗΛΙΟΣ») τον Σεπτέμβριο πέρυσι προκύπτει ότι επί του συνόλου των συνταξιούχων (2.497.120 άτομα τον Σεπτέμβριο του 2024) συντάξεις έως 1.000 ευρώ μεικτά ελάμβαναν 1.427.914 συνταξιούχοι (57,1% επί του συνόλου τους), συντάξεις έως 700 ευρώ μεικτά ελάμβαναν 954.067 συνταξιούχοι (ποσοστό αντίστοιχα 38,2%), συντάξεις έως 500 ευρώ μεικτά(!) ελάμβαναν 492.324 συνταξιούχοι (ποσοστό 19,7%).
Τα νοικοκυριά των αγροτικών περιοχές δαπανούν κατά μέσο όρο 1.296,41 ευρώ το μήνα, ενώ των αστικών περιοχών 1.821,26 ευρώ. Επομένως, τα νοικοκυριά των αγροτικών περιοχών δαπανούν κατά μέσο όρο 28,8% λιγότερα από εκείνα των αστικών περιοχών. Τα νοικοκυριά της Περιφέρειας Αττικής δαπανούν κατά μέσο όρο το 117,7% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της χώρας, ενώ εκείνα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος το 68,7% αντίστοιχα. Το 2024 συγκριτικά με το 2023 τα νοικοκυριά της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας αύξησαν τις δαπάνες τους μεσοσταθμικά κατά 9,8%, ενώ εκείνα της Περιφέρειας Πελοποννήσου κατά 1,4%.
Συνθήκες διαβίωσης, ανισότητες και κίνδυνος φτώχειας
Σύμφωνα με την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών της ΕΛΣΤΑΤ, πέρυσι ο πληθυσμός που βρέθηκε σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ανήλθε στο 26,9% του γενικού πληθυσμού της χώρας (δηλ. στα 2.740.051 άτομα), αυξημένος κατά 0,8% συγκριτικά με το 2023 (26,1%). Η αύξηση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (δείκτης που συντίθεται από τους επιμέρους δείκτες του κινδύνου φτώχειας, της υλικής και κοινωνικής στέρησης και της χαμηλής έντασης εργασίας) οφείλεται στην αύξηση του ποσοστού κινδύνου φτώχειας στο 19,6% πέρυσι έναντι 18,9% το 2023 (18,8% το 2022, 19,6% το 2021 και 17,7% το 2020) και της υλικής και κοινωνικής στέρησης στο 14% το 2024 έναντι 13,5% το 2023.
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, σε ό,τι αφορά την οικονομική ανισότητα στη χώρα ο δείκτης κατανομής του εισοδήματος (S80/S20) ανήλθε πέρυσι στο 5,27, δηλαδή το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ήταν 5,27 φορές μεγαλύτερο του μεριδίου του εισοδήματος του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. Η εν λόγω ένδειξη εμφανίζει την Ελλάδα ως μία εκ των ευρωπαϊκών χωρών με την μεγαλύτερη ανισότητα πλούτου, πράγμα που ανακλάται και στον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουν τα νοικοκυριά. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την έρευνα των οικογενειακών προϋπολογισμών, το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης (αγορές σε τρέχουσες τιμές) του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,68 φορές μεγαλύτερο του μεριδίου της μέσης ισοδύναμης δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσμού (5,64 το 2023). Τα νοικοκυριά του φτωχότερου 20% του πληθυσμού αύξησαν τις δαπάνες τους συγκριτικά με το 2023 κατά 4,8%, ενώ τα νοικοκυριά του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού κατά 5,4%. Το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης για είδη διατροφής των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανήλθε στο 33,5% των δαπανών των νοικοκυριών, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανήλθε στο 12,7%. Η μέση μηνιαία ισοδύναμη δαπάνη των φτωχών νοικοκυριών σταθμίστηκε στο 32,2% των δαπανών των μη φτωχών νοικοκυριών. Τα φτωχά νοικοκυριά φαίνεται ότι δαπανούν το 33,7% του μέσου προϋπολογισμού τους σε είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά, ενώ τα μη φτωχά δαπανούν αντίστοιχα το 19,7%. Συνολικά τα φτωχά νοικοκυριά δαπανούν το 69,3% του μέσου προϋπολογισμού τους για την κάλυψη των βασικών αναγκών κοινωνικής αναπαραγωγής (διατροφή, ένδυση, υγεία, εκπαίδευση, στέγαση), ενώ τα μη φτωχά το 54,1%.
Εν κατακλείδι, με βάση τα ευρήματα της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, επαναεπιβεβαιώνεται η διαπίστωση των τελευταίων 17 χρόνων, πως οι αποκλίσεις των δαπανών των νοικοκυριών για την κοινωνική αναπαραγωγή τους απέχουν πολύ από το επίπεδο των σύγχρονων αναγκών τους, αλλά και από το επίπεδο των δαπανών των πρώτων χρόνων της οικονομικής κρίσης. Η συνθήκη αυτή μπορεί να φαντάζει κοινότοπη, προβαλλόμενη διαχρονικά από τους ταγούς μας ως «φυσική» κατάσταση, όμως δεν είναι. Αντίθετα, αποτυπώνει παραστατικά όχι μόνο το μέγεθος του προβλήματος ποιοτικής επιβίωσης των νοικοκυριών, αλλά και την αναποτελεσματικότητα των οικονομικών πολιτικών ενίσχυσής τους.
