Στο μικροσκόπιο της βρετανικής Competition and Markets Authority (CMA) περνά η συμφωνία ύψους περίπου 38,1 δισ. ευρώ μεταξύ της Unilever και της McCormick, καθώς η αρμόδια Αρχή εξετάζει τις πιθανές επιπτώσεις της συναλλαγής στον ανταγωνισμό στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου. Η CMA ανακοίνωσε στις 16 Σεπτεμβρίου την έναρξη έρευνας Phase 1, έπειτα από τη διαδικασία συλλογής σχολίων από ενδιαφερόμενα μέρη. Η Αρχή είχε καλέσει τις επιχειρήσεις και τους λοιπούς ενδιαφερόμενους να καταθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με τον αντίκτυπο που θα μπορούσε να έχει η συναλλαγή στον ανταγωνισμό στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η προθεσμία για την ολοκλήρωση της αρχικής έρευνας έχει οριστεί για τις 11 Νοεμβρίου. Τότε η CMA θα αποφασίσει εάν θα προχωρήσει σε πιο αναλυτική εξέταση, μέσω Phase 2.

Η Colman’s στο επίκεντρο των ανησυχιών
Η συμφωνία, που ανακοινώθηκε τον Μάρτιο, προβλέπει την απόκτηση από τη McCormick του μεγαλύτερου μέρους των δραστηριοτήτων τροφίμων της Unilever. Στο υπό απόκτηση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα Knorr και Hellmann’s, ενώ εκτός συναλλαγής παραμένουν η Lipton και οι δραστηριότητες της Unilever σε Ινδία, Νεπάλ και Πορτογαλία. Παράλληλα, τον Αύγουστο οι δύο εταιρείες ανακοίνωσαν ότι αναζητούν αγοραστή για τη βρετανική μάρκα μουστάρδας Colman’s. Η Unilever ανέφερε ότι η απόφαση ελήφθη προληπτικά, προκειμένου να αντιμετωπιστούν πιθανές ανησυχίες για τον ανταγωνισμό που θα μπορούσαν να προκύψουν από τον συνδυασμό των δραστηριοτήτων τροφίμων των δύο ομίλων. Η Colman’s προστίθεται έτσι στις δραστηριότητες που δεν περιλαμβάνονται πλέον στη συμφωνία, μαζί με τη Lipton, τη διατροφική δραστηριότητα lifestyle nutrition της Unilever, τη μονάδα Buavita και τις δραστηριότητες σε Ινδία, Νεπάλ και Πορτογαλία.

Πώς διαμορφώνεται ο νέος Όμιλος
Με την ολοκλήρωση της συναλλαγής, το διευρυμένο σχήμα θα συνδυάζει τα brands τροφίμων της Unilever που περιλαμβάνονται στη συμφωνία με το χαρτοφυλάκιο της McCormick, στο οποίο ανήκουν μεταξύ άλλων τα Schwartz, French’s και Cholula. Βάσει των όρων της συναλλαγής, η Unilever και οι επενδυτές της θα λάβουν συνδυασμό μετοχών της McCormick, που αντιστοιχεί στο 65% της νέας εταιρείας, ενώ προβλέπεται και καταβολή περίπου 13,3 δισ. ευρώ σε μετρητά προς την Unilever, υπό τις σχετικές προσαρμογές κατά το κλείσιμο. Μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας, οι μέτοχοι της Unilever αναμένεται να κατέχουν το 55,1% του διευρυμένου ομίλου, οι μέτοχοι της McCormick το 35% και η ίδια η Unilever το 9,9%. Τη διοίκηση της νέας εταιρείας θα αναλάβει η McCormick, με CEO τον Brendan Foley και CFO τον Marcos Gabriel, ενώ προβλέπεται συμμετοχή ανώτερων στελεχών από τον κλάδο τροφίμων της Unilever.

Ακολουθήστε μας σε LinkedIn & Facebook και γίνετε μέλος της μεγαλύτερης ελληνικής κοινότητας του κλάδου.