Πολύς λόγος γίνεται εν μέσω πανδημίας για τα dark stores ή κατ’ άλλους pick up points, δηλαδή για τα καταστήματα «χωρίς βιτρίνα», που «στήνονται» με σκοπό απλώς την ετοιμασία και παράδοση στους καταναλωτές των παραγγελιών τους, τις οποίες αποστέλλουν στα e-shops διαδικτυακά. Μάλιστα, η συζήτηση έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις μετά την πρόσφατη εξαγορά απ’ τον γερμανικό online delivery όμιλο Delivery Hero, έναντι 360 εκατ. δολαρίων, της εφαρμογής παντοπωλείων InstaShop, μιας ελληνικής startup που δραστηριοποιείται στο Ντουμπάι.

Πρόκειται για ένα deal που αποκτά μεγαλύτερες διαστάσεις, εφόσον αναλογιστεί κανείς ότι ο γερμανικός όμιλος έχει ήδη προβεί σε τρεις ακόμη εξαγορές e-shops στην Ελλάδα, των clickdelivery.gr, deliveras.gr και e-food.gr, οπότε το νέο και σαφώς ακριβότερο αυτή τη φορά εγχείρημά του φέρνει ακόμη πιο κοντά στο παρόν το μέλλον του online delivery, η ανάπτυξη του οποίου προϋποθέτει την οργάνωση ειδικού τύπου δομών, των dark stores ή pick up points.

Πώς λειτουργούν τα dark stores και πότε θα τα δούμε στην Ελλάδα; Ένα κάπως διαφοροποιημένο μοντέλο, το Home Shop Center, έθεσε ήδη σε εφαρμογή η ΑΒ Βασιλόπουλος. Αυτό αποτελεί μια σαφώς ακριβότερη επένδυση. Ως μονάδα ακολουθεί διαφορετική λογική στη διαχείριση των παραγγελιών απ’ ό,τι ένα κλασικού τύπου pick up point κατάστημα. Ωστόσο, εφόσον η Ελλάδα ακολουθήσει τα βήματα άλλων μεγάλων εθνικών αγορών, είναι βέβαιο ότι θα κατακλιστεί από μικρότερα κέντρα παράδοσης των ψηφιακών παραγγελιών, μέσω των οποίων θα διακινείται κάθε είδους αγαθό, από τρόφιμα και ποτά μέχρι λουλούδια, φάρμακα, είδη bazaar, ανταλλακτικά, ακόμη κι η αλληλογραφία.

Ουσιαστικά πρόκειται για μια «νέα» αγορά στον τομέα της εμπορίας και της διακίνησης προϊόντων σε επίπεδο τόσο B2B συναλλαγών όσο και B2C, στην οποία εύκολα μπορεί να εισέλθουν οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ, καθώς διαθέτουν πολυετή εμπειρία στη διαχείριση μιας ευρείας γκάμας αγαθών, εκμεταλλευόμενες έναν μεγάλο αριθμό σύγχρονων κεντρικών αποθηκών και περισσότερα από 2.5000 καταστήματα σε όλη την Ελλάδα.

Όπως λένε οι ειδήμονες, μόνο η Αθήνα μπορεί να «σηκώσει» περίπου 7.000 dark stores και στο σύνολό της η χώρα 14.000 ή 15.000 τέτοιες μονάδες. Τα dark stores στο εξωτερικό είναι συνήθως έκτασης περίπου 60-100τμ και επενδυτικού κόστους 70.000-100.000 ευρώ ανά μονάδα, είναι οργανωμένα στη λογική μιας απόλυτα αυτοματοποιημένης αποθήκης, στην οποία συγκεντρώνονται τα προς παράδοση προϊόντα από διαφορετικές πηγές, συλλέγονται και οργανώνονται ανά παραγγελία με τη συνεργασία ρομπότ και χαμηλού μισθολογικού κόστους προσωπικού και εν συνεχεία παραδίδονται στους πελάτες.

Συνήθως εδρεύουν σε μη εμπορικές περιοχές, άρα στεγάζονται φτηνά, ενώ κάποιες φορές συναντώνται ακόμα και σε ορόφους κτιρίων για επαγγελματική χρήση ή υπόγεια, αρκεί να το επιτρέπουν οι προσβάσεις.

Η προσέγγιση του καταναλωτή
Ο εκάστοτε παραγγελιοδόχος καταναλωτής ενημερώνεται με ψηφιακό μήνυμα (sms ή e-mail) για την ώρα παραλαβής της παραγγελίας του. Όταν προσέλθει στο dark store, συνήθως με τη χρήση ειδικής «πλαστικής» κάρτας εισέρχεται στο χώρο παραλαβής, οπότε με μια δεύτερη ανάλογη κάρτα «καλεί» την παραγγελία του, η οποία του παραδίδεται από ρομπότ. Η υπόθεση παραπέμπει σε σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά δεν είναι. Στο εξωτερικό, τουλάχιστον σε ορισμένες από τις πιο προηγμένες δυτικές οικονομίες, οι καταναλωτές αρχίζουν να εξοικειώνονται με τέτοιες ή παραπλήσιες εφαρμογές.

Στην Ελλάδα θεωρείται σχεδόν σίγουρο ότι θ’ αργήσουμε να τις δούμε. Όχι όμως και τα dark stores ημιαυτοματοποιημένης δομής που, όπως εκτιμούν υψηλόβαθμα στελέχη του λιανεμπορίου, είναι πολύ πιθανό να κάνουν την εμφάνισή τους στην εγχώρια αγορά το 2022 ή το αργότερο το 2023. Εξάλλου, ως μοντέλο τα dark stores έχουν δοκιμαστεί ήδη στο εξωτερικό. Η πρόταση είναι συγκεκριμένη: Ακολουθεί τη λογική ενός «listing shop», που διαφοροποιεί την πολιτική προσέγγισης του πελάτη έναντι του φυσικού παραδοσιακού καταστήματος. Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι έως ένα βαθμό θυμίζει μονάδα hard discount. Η βασική διαφορά είναι ότι πια ο πελάτης δεν έχει πρόσβαση στο χώρο πώλησης, καθώς δε συλλέγει αυτός την παραγγελία του. Η συλλογή της είναι υπόθεση συνεργασίας εφαρμογών ρομποτικής και μισθωτών γι’ αυτή τη δουλειά. Εύλογα τα dark stores βασίζονται σε άλλη φιλοσοφία οργάνωσης από το φυσικό κατάστημα και σε νέα σύγχρονα μοντέλα category management και πολιτικές τιμολόγησης, υιοθετώντας μάλιστα στρατηγική απόλυτα προσωποποιημένου marketing.

Δυνητικοί επενδυτές-δυνητικός ηλεκτρονικός τζίρος
Σε ανάλογες αποθήκες μπορούν κάλλιστα να επενδύσουν τα μεγάλα δίκτυα πώλησης φαρμάκων, παιδικών παιχνιδιών, ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών, βιβλίων, ειδών τέχνης, όπως και εταιρείες ταχυμεταφορών, αλυσίδες σούπερ μάρκετ, εταιρείες logistics κ.ά., χρηματοδοτούμενα/-ες είτε από ίδιους πόρους είτε από funds, ξένα ή ελληνικά, που ενδιαφέρονται να επενδύσουν σε μια νέα και αναπότρεπτων εξελίξεων αγορά. Το βέβαιο είναι ότι δίκτυα των dark stores δεν θα αργήσουν να κάνουν την εμφάνισή τους στη χώρα. Το κύριο ζητούμενο είναι ποιος θα κάνει την αρχή, διότι η συνέχεια είναι βέβαιη: Τέτοια αγορά θα θελήσουν να την κατακτήσουν αρκετοί, εφαρμόζοντας διαφοροποιημένα μοντέλα ανάπτυξης. Όλα αυτά τίθενται επί τάπητος σε μια εποχή, που οι ηλεκτρονικές πωλήσεις πήραν φωτιά, λόγω της κρίσης στη δημόσια υγεία. Υπολογίζεται ότι, ενώ πριν την πανδημία ως κανάλι συμπληρωματικής πώλησης η ηλεκτρονική στα είδη του σούπερ μάρκετ κάλυπτε περίπου το 1,5% ενός τζίρου της τάξης των 11 δισ. ευρώ, την περίοδο του lockdown κέρδισε μια συμμετοχή που έφθασε το 30%, για να αρχίσει κατόπιν να αποκλιμακώνεται σταδιακά, μέχρι το 7% σήμερα, στην προοπτική μιας περαιτέρω ακόμα «διόρθωσης», περιορισμένης πάντως. Βέβαια, προοδευτικά εκτιμάται ότι οι ηλεκτρονικές πωλήσεις θ’ αυξηθούν, καλύπτοντας σε βάθος δεκαετίας περίπου το 10%-11% των συνολικών πωλήσεων του κλάδου, φθάνοντας σε αξία το 1 έως 1,2 δισ. ευρώ. Όσο, λοιπόν, οι ισχυροί του εμπορίου θα καπαρώνουν μερίδες τζίρου των μικρών της ευρύτερης κλαδικής αγοράς, που όμως εκτιμάται πραγματοποιούν ετησίως περί τα 13 δισ. ευρώ, τόσο θα εξαπλώνεται η δράση των e-shops. Σημειώνουμε ότι πριν ξεσπάσει η κρίση στη δημόσια υγεία οι ηλεκτρονικές πωλήσεις εκτιμάτο ότι θα έφθαναν το 1 δισ. ευρώ μετά την πάροδο σαφώς μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος.

Ο καταναλωτής του αύριο θα δρα ψηφιακά
Όσο οι σημερινοί νεαροί καταναλωτές, που είναι εξ απαλών ονύχων εξοικειωμένοι με το διαδίκτυο κι έχουν μάθει να ζουν και να αγοράζουν μέσω του κινητού τους τηλεφώνου ή του υπολογιστή τους, θα μεγαλώνουν, τόσο τα ψηφιακά καταστήματα θα κερδίζουν μερίδια αγοράς. Φανταστείτε και μόνο πόσο θα έχει αλλάξει η αγοραστική κουλτούρα, όταν οι σημερινοί εικοσιπεντάρηδες σαρανταρίσουν. Όλοι οι καταναλωτές έως τα σαράντα θα επιλέγουν με απόλυτη φυσικότητα προϊόντα κυρίως από το διαδίκτυο. Τότε, ο ένας στου δύο θα ψωνίζει σχεδόν αποκλειστικά μέσω internet. Σε αυτό, βέβαια, θα συμβάλουν πρωταγωνιστικά οι ίδιες οι επιχειρήσεις, που με τις πολιτικές προσέγγισης των πελατών τους, θα ενισχύουν την τάση των e-αγορών.

Μια ακόμη αλλαγή, που φέρνει μαζί του το e-shop, σχετίζεται με την εξειδίκευσή του ως επιχειρηματική οντότητα. Η τάση θέλει τα εν λόγω καταστήματα να εστιάζουν στη διακίνηση προϊόντων συγκεκριμένων κατηγοριών. Δεν θα αργήσουμε, λοιπόν, να δούμε ηλεκτρονικά δίκτυα, που θα διακινούν μόνο καλλυντικά ή αποκλειστικά FMCG. Άλλωστε, ήδη βλέπουμε e-shops που διαθέτουν αποκλειστικά φαρμακευτικά προϊόντα.