Με τη σειρά ζυμαρικών χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, στις λευκές-μπλε συσκευασίες, επιχειρεί η ΜΑΚΒΕΛ να αυξήσει την επώνυμη τοποθέτησή της στην αγορά του ελληνικού οργανωμένου λιανεμπορίου.

Η αναπτυσσόμενη κατηγορία, με ισχυρισμούς υγείας, εμφανίζει σημαντική ανάπτυξη. Ο κλάδος ζυμαρικών είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικός. Μεταξύ των niche υποκατηγοριών, που αποτελούν περίπου το 4% συνολικά, τα μακαρόνια χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη έχουν ανέλθει στο 0,6% της συνολικής αγοράς -τα προσφέρει μόνο η ΜΑΚΒΕΛ. Τα ζυμαρικά με πρωτεΐνη έχουν 0,25% και τα ζυμαρικά με όσπρια βρίσκονται κοντά στο 0,05%. Η ΜΑΚΒΕΛ λανσάρει ήδη τέσσερις κωδικούς, σύντομα έρχονται άλλοι δύο, έχει πιστοποιηθεί ακόμη ένας, έρχονται ακόμη περισσότεροι στο εγγύς μέλλον. Αποτελεί «όπλο» για ακόμη περισσότερο χώρο στο ράφι, καθώς πρόκειται για ζυμαρικά που συμβάλλουν σε όσους προσέχουν τα σάκχαρα που καταναλώνουν. Το κόστος παραγωγής τους υπολογίζεται 20% υψηλότερα από τα συμβατικά. Πρόσφατα η ΜΑΚΒΕΛ λάνσαρε το ready-to-cook γεύμα, Μάκβελ Mac & Cheese, που συντελεί στην ενίσχυση του brand, καθώς δεν σκοπεύει να λανσάρει σύντομα ανάλογα προϊόντα προστιθέμενης αξίας. Η ΜΑΚΒΕΛ, κατά δήλωση του CEO Οδυσσέα Παπαδόπουλου, έχει μερίδιο 30% στην ελληνική αγορά ζυμαρικών, εκ του οποίου το 20%, δηλαδή 6% του συνόλου, αποτελεί branded προϊόν Μάκβελ, 10% αφορά άλλα own-brands της βιομηχανικής εταιρείας και 70% (21% του συνόλου) ζυμαρικά ιδιωτικής ετικέτας, σε αντίστοιχες συμφωνίες με τους Έλληνες λιανέμπορους. Η ΜΑΚΒΕΛ παράγει κοντά στο 75% του όγκου ζυμαρικών ιδιωτικής ετικέτας που πωλούνται στην Ελλάδα. Συνεπώς, το συνολικό ποσοστό φαίνεται να βρίσκεται στο 28%.

Η στρατηγική branding, τιμολογιακής πολιτικής και εξαγωγών
Μεταξύ 2022 και 2025, η αγορά ζυμαρικών αυξήθηκε κατά 5,3% σε όγκο πωλήσεων, ενώ το brand ΜΑΚΒΕΛ σημείωσε ανάπτυξη 77,2%. Σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο, η πορεία συνεχίζεται και το 2026, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του brand και τη στρατηγική επιλογή να διατηρεί ανταγωνιστική τιμολογιακή πολιτική καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Η ΜΑΚΒΕΛ Eurimac παράγει το 50% των ελληνικών ζυμαρικών που εξάγονται. Δραστηριοποιείται σε 60 χώρες, με κυριότερη αγορά το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι πωλήσεις 2025 διαμορφώθηκαν σε 66,83 εκατ. ευρώ, έναντι 72,56 εκατ. ευρώ το 2024, με EBITDA 12,56 εκατ. ευρώ, έναντι 13,81 εκατ. ευρώ. Τα κέρδη προ φόρων έφτασαν τα 10,18 εκατ. ευρώ, έναντι 11,79 εκατ. ευρώ, με κέρδη μετά φόρων 8,63 εκατ. ευρώ. Η αποκλιμάκωση των οικονομικών μεγεθών συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική επιλογή της εταιρείας να επενδύσει στην ολοκλήρωση του επενδυτικού πλάνου και όχι στη βραχυπρόθεσμη μεγιστοποίηση αποτελεσμάτων.