Το «σημείο πώλησης της μικρής λιανικής» («εξυπηρέτησης» στη Β. Ευρώπη) έχει ταυτιστεί στη συνείδηση μας με τη μικρή οικογενειακή επιχείρηση. Και δυστυχώς τις περισσότερες φορές μικρής εμβέλειας είναι και οι επαγγελματικοί στόχοι του ιδιοκτήτη ή του διαχειριστή ενός τέτοιου σημείου πώλησης. Όμως, όλες οι μελέτες και η εμπορική πραγματικότητα δείχνουν ότι θα εξακολουθήσει στο μέλλον να ικανοποιεί σημαντικές ανάγκες μεγάλου μέρους του καταναλωτικού κοινού.

Aυτό που άλλαξε δραματικά στο σχετικό κανάλι διανομών την τελευταία δεκαετία είναι το κανονιστικό πλαίσιο, που το επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα. Οι μεταβολές του αφορούν πολύ περισσότερο τα περίπτερα –τα «καταστήματα πεζοδρομίου».

Πρώτα απ’ όλα με τον ν. 4257/2014 αποδόθηκε η διαχείριση των περιπτέρων από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας στην τοπική αυτοδιοίκηση. Με απόφαση πλέον του δημοτικού συμβουλίου καθορίζονται οι θέσεις τους και αποτυπώνονται σε τοπογραφικά διαγράμματα το κουβούκλιο του περιπτέρου και ο περιβάλλων χώρος του. Για την έκδοση της απόφασης απαιτείται έγκριση της αστυνομικής αρχής, η οποία εξετάζει την καταλληλότητα του χώρου από άποψη ασφάλειας της κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων. Για τον καθορισμό των θέσεων περιπτέρων λαμβάνονται υπόψη κριτήρια προστασίας του φυσικού, πολιτιστικού και αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος, των δασικών περιοχών, των αρχαιολογικών και ιστορικών τόπων, της δημόσιας κυκλοφορίας, της αισθητικής και λειτουργικής φυσιογνωμίας του αστικού περιβάλλοντος. Με δημοτικές κανονιστικές αποφάσεις καθορίζονται οι προδιαγραφές κατασκευής και τοποθέτησης των κουβουκλίων, ανάλογα με τις τοπικές ιδιαιτερότητες.

Ο διοικητικός ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης οδήγησε αρκετές φορές σε «βίαιες» απομακρύνσεις περιπτέρων, όμως τελικά επέτρεψε την πιο ορθολογική προσέγγιση των τελών και των παραχωρήσεων. Παράλληλα, απελευθερώθηκε η λιανική πώληση σημαντικών κατηγοριών προϊόντων, άλλοτε …προϊόντων περιπτέρου. Παρότι κάποιοι θεώρησαν ότι αυτό θα τα έπληττε, καθώς έχασαν λ.χ. το μονοπώλιο της πώλησης καπνικών προϊόντων και Τύπου, τελικά τα περίπτερα συνέχισαν να είναι το κυρίαρχο κανάλι πώλησής τους, ενώ «κέρδισαν» και από την πώληση άλλων προϊόντων, όπως διαφόρων τροφίμων-ποτών. Ακόμη και αυτή η απορρύθμιση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων δεν προκάλεσε σοβαρό αντέρεισμα στη μικρή λιανική, που κερδίζει τις ώρες και τις ημέρες αργίας των μεγαλύτερων στεγασμένων καταστημάτων.

Μεγάλη λιανική vs μικρής λιανικής
Παρά τον καθόλου αρνητικό αντίκτυπο των μεταβολών στο κανονιστικό πλαίσιο, ο αριθμός των περιπτέρων φθίνει συνεχώς. Σε σύγκριση με το 2008, σύμφωνα με τη Circana, ο αριθμός των μίνι μάρκετ και εν γένει των λεγόμενων «καταστημάτων ευκολίας» έχει μειωθεί περίπου κατά 23%, των περιπτέρων κατά 50% και των μεμονωμένων καταστημάτων τροφίμων, ο αριθμός των οποίων έχει ελαττωθεί σε 4.108, κατά 35,75%. Αντίθετα, ο αριθμός των σούπερ μάρκετ έχει αυξηθεί, από 2.520 στην έναρξη της περιόδου σε 2.704 στα τέλη του 2021. Βασική υπαίτιος είναι προφανώς η οικονομική κρίση, που ξεκίνησε στα τέλη του 2008, και οι επιπτώσεις της πανδημίας και του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, η συγκέντρωση του λιανεμπορίου και η μεγάλη έκταση των προωθητικών ενεργειών στη χώρα μας ευνόησε τις μαζικές αγορές από τα μεγάλα καταστήματα. Παράλληλα, το λαθρεμπόριο, η μείωση της κατανάλωσης τσιγάρων και Τύπου, η στροφή στα ηλεκτρονικά προϊόντα και οι αγορές από απόσταση αύξησαν περαιτέρω τις πιέσεις στην κερδοφορία της μικρής λιανικής.

Από την άλλη πλευρά, οι καταναλωτές επισκέπτονται τα μικρά μαγαζιά πιο συχνά συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν, πράγμα που καθιστά τη μικρή λιανική ελκυστική στους επενδυτές στο franchising, είτε πρόκειται για αλυσίδες σούπερ μάρκετ είτε για εταιρείες δραστηριοποιούμενες στο λεγόμενο quick commerce. Άλλωστε, το 27% της μηνιαίας δαπάνης για είδη παντοπωλείου οι καταναλωτές το αφήνουν στη μικρή λιανική (φούρνους-γαλακτοπωλεία, μίνι μάρκετ, περίπτερα, καταστήματα ψιλικών). Βάσει στοιχείων της NielsenIQ, η συμβολή της στον συνολικό τζίρο του λιανεμπορίου τροφίμων είναι περίπου 31%, με τις υψηλότερες επιδόσεις να καταγράφονται στα ενεργειακά ποτά, τον έτοιμο προς κατανάλωση καφέ, τα παγωτά, τις τσίχλες και τα προϊόντα καπνού.

Επιπλέον η πανδημία ενίσχυσε τον κλάδο της μικρής λιανικής, καθώς την ευνόησαν κυρίως οι αυστηροί περιορισμοί ως προς την τήρηση των αποστάσεων.

Μίνι μάρκετ vs περιπτέρων
Το «ελληνικό» περίπτερο, ανέκαθεν λιλιπούτειου μεγέθους και προνομιακής λειτουργίας, έγινε σημείο αναφοράς και παρακολούθησε την πορεία της αγοράς και των πελατών. Αφού απελευθερώθηκε κανονιστικά και έβγαλε τα μέσα προϊόντα έξω (ανοιχτή ραφιέρα), απέκτησε επιπλέον προσωπικό και αναπτύχθηκε εξωτερικά με δάνειο εξοπλισμό, που «πακτώθηκε» στο πεζοδρόμιο, στο οποίο και επεκτάθηκε χωρικά. Έτσι όμως, έγινε πιο ευάλωτο σε κλοπές, «έκρυψε» τον περιπτερά πίσω από το «φινιστρίνι», χωρίς επικοινωνία με τον πελάτη, ενώ περιόρισε την οπτική επαφή του πελάτη, πίσω από τέντες και ντουλάπες!

Με τη μείωση των ενοικίων επαγγελματικής στέγης και τη μεγάλη διαθεσιμότητα σχετικών χώρων, η μικρή λιανική εγκαταλείπει το πεζοδρόμιο (με εξαιρέσεις), στεγαζόμενη!

Παράλληλα, μετασχηματίζεται μελετώντας τις ανάγκες των πελατών, πουλά τα πάντα και επιλέγει τον πιο ανταγωνιστικό προμηθευτή, αγοράζοντας από παντού (προμηθευτικές εταιρείες, χονδρέμπορους, c&c, σούπερ μάρκετ κ.ά.).

Μικρή λιανική και χονδρεμπόριο
Σε συνακόλουθο vertigo βρίσκεται πλέον και η εφοδιαστική αλυσίδα που εξυπηρετεί τη μικρή λιανική. Το χονδρεμπόριο που για δεκαετίες ήταν εξειδικευμένο και με στεγανά, είτε ως προς τα προϊόντα (ζαχαρώδη, καπνικά, νωπά κ.ά.) είτε ως προς τα κανάλια διανομής (περίπτερα, ho.re.ca. κ.ά.), μετατρέπεται σε ένα πολυμορφικό και πολυδιάστατο πάροχο υπηρεσιών logistics. Όντας στο μέσον της αλυσίδας εφοδιασμού, συμπιέζεται από την επέκταση αφενός των παραγωγών, που απευθύνονται χωρίς διαμεσολάβηση στον καταναλωτή, αφετέρου των μεγάλων αλυσίδων c&c, των e-shops, αλλά και των σούπερ μάρκετ. Στο πλαίσιο αυτό, χάνει συνεχώς πελάτες, αφού άλλα μαγαζιά κλείνουν κι άλλα εντάσσονται σε ομίλους που διαθέτουν δικά τους συστήματα εφοδιασμού. Εξάλλου, η αύξηση του λειτουργικού τους κόστους, λόγω αφενός των ανατιμήσεων των καυσίμων και της ανεπάρκειας (ποιοτικής και ποσοτικής) των ομάδων πωλήσεων και αφετέρου των κανονιστικών περιορισμών στις μετακινήσεις εντός του κέντρου των πόλεων, μειώνει περαιτέρω το περιθώριο κέρδους τους. Ανασφάλεια προκαλεί στο χονδρεμπόριο και η διαφοροποίηση της εμπορικής πολιτικής των προμηθευτών, που δεν επιθυμούν να διαχειρίζονται το παράλληλο εμπόριο κι έχουν διακόψει τις τοπικές «αποκλειστικότητες» ή επιλέγουν πολύ λίγους ως διανομείς τους (π.χ. στα καπνικά).

Βεβαίως, περιθώρια συνεχίζουν να υπάρχουν, αφού οι προμηθευτές δεν μπορούν και δεν πρόκειται να φτάσουν παντού στη μικρή λιανική –αυτό είναι ο κανόνας στην περιφέρεια, αλλά επανέρχεται σαν ευκαιρία και στην Αττική. Επίσης, κατά τόπους και γεωγραφικά υπάρχουν δυνατοί «ειδικοί» χονδρέμποροι, όπως στη Θράκη, όπου Πομάκοι πωλούν τούρκικα ή βουλγάρικα προϊόντα, και στην Αττική που δραστηριοποιούνται πλήθος εμπορικές μονάδες Πακιστανών, Αφγανών και Ρωσοπόντιων.

Το τελειωτικό κτύπημα έρχεται, δυστυχώς, από την ανομία, ήτοι την απουσία των προβλεπόμενων από τον νόμο ετικετών στις συσκευασίες των προϊόντων παράλληλης εισαγωγής, το εμπόριο προϊόντων-«μαϊμού» και το λαθρεμπόριο, τη φοροδιαφυγή κάποιων που προμηθεύονται είδη από τα σούπερ μάρκετ, πετυχαίνοντας αρκετές φορές καλύτερες τιμές από τους χονδρεμπόρους, αλλά και τη διακίνηση προϊόντων χωρίς σχετική άδεια (από τα πορτ-παγκάζ)…

Το «στοίχημα» της μικρής λιανικής
Η σημερινή εικόνα του μικρού σημείου πώλησης είναι σε μεγάλο βαθμό εκείνου που φθίνει, που είναι απαραίτητο μόνο για έκτακτες ανάγκες το βράδυ ή την Κυριακή. Για μια σημαντική μερίδα πελατών η υπηρεσία του είναι περιττή ή χρειάζεται λίγο. Όμως, διατηρεί τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα, καθώς οι άνθρωποι επιδιώκουν ολοένα και περισσότερο την ανθρώπινη επαφή μετά την πανδημία, περνούν πολύ χρόνο εκτός σπιτιού και σε περιοχές που δεν είναι λειτουργική η χρήση αυτοκινήτου.

Παράλληλα, η αυξανόμενη δύναμη των μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ ωθεί αρκετούς προμηθευτές να υποστηρίζουν το συγκεκριμένο κανάλι, καθώς τους προσφέρει προβολή προϊόντων σε περιοχές μεγάλης κυκλοφορίας καταναλωτών, μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους, είσπραξη απαιτήσεων με καλύτερους όρους και ευκαιρίες για νέα ειδικά προϊόντα (ανταγωνιστικά στα megabrands).

Το «στοίχημα» της μικρής λιανικής αφορά την καθαριότητα και την προστασία των προϊόντων, την εσωτερική και εξωτερική αισθητική, τις τιμές, την υποδομή, τη σωστή ποικιλία, τη διαφοροποίηση με εξειδίκευση, τις νέες υπηρεσίες και την οργάνωση του ραφιού της. 

Ο κ. Στέφανος Κομνηνός είναι αναλυτής αγοράς και επιχειρηματικός μέντορας, ιδρυτικός εταίρος της Netrino, και ο κ. Γιώργος Παπαγεωργακόπουλος, Founding Partner της Netrino.