Παρά τις πληθωριστικές πιέσεις που δοκιμάζουν τις αντοχές των καταναλωτών σε όλη την Ευρώπη, το ελληνικό οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων καταφέρνει να διατηρεί τις τιμές του τυπικού καλαθιού σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τη Δυτική, αλλά και την Ανατολική Ευρώπη. Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΕΛΚΑ για τον Μάιο του 2026, η Ελλάδα παραμένει φθηνότερη σε μια αντιπροσωπευτική σύγκριση 40 κατηγοριών προϊόντων έναντι οκτώ χωρών-κλειδιών: της Γαλλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Γερμανίας, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας.
Η Ευρώπη «ακριβαίνει» ταχύτερα: Οι αποκλίσεις στις τελικές τιμές
Η σύγκριση των μέσων τιμών των καλαθιών με ενσωματωμένο τον ΦΠΑ αποκαλύπτει ότι οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές είναι αισθητά ακριβότερες από την ελληνική. Συγκεκριμένα, το μέσο τυπικό καλάθι είναι ακριβότερο στη Γερμανία κατά 39%, στη Γαλλία κατά 36%, στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά 26%, στη Ρουμανία κατά 20%, στη Βουλγαρία κατά 17%, στην Ισπανία κατά 14%, στην Ιταλία κατά 8% και στην Πορτογαλία κατά 4%. Η τάση παρουσιάζει σταθερότητα τη τελευταία 12ετία και αντικατοπτρίζει τη διαρκή προσπάθεια των εγχώριων λιανεμπόρων και των προμηθευτών να συγκρατήσουν το κόστος στο ράφι.
Το παράδοξο του ΦΠΑ: Δεύτερη σε υψηλότερη φορολόγηση η Ελλάδα
Η εικόνα της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών σούπερ μάρκετ αναδεικνύεται ακόμα πιο έντονα όταν αφαιρεθεί ο αναλογούντας ΦΠΑ. Χωρίς τον φόρο, η ψαλίδα των τιμών ανοίγει εντυπωσιακά υπέρ της Ελλάδας. Το εξωτερικό γίνεται ακόμη πιο ακριβό, με τη Γερμανία στο συν 46%, τη Γαλλία στο συν 44%, το Ηνωμένο Βασίλειο στο συν 35%, τη Ρουμανία στο συν 26%, την Ισπανία στο συν 23%, την Ιταλία στο συν 15%, τη Βουλγαρία στο συν 13% και την Πορτογαλία στο συν 6%. Η Ελλάδα καταγράφει τον δεύτερο υψηλότερο μέσο συντελεστή ΦΠΑ για το καλάθι με 15,6%, ενώ οι περισσότερες χώρες κινούνται στο 9-10% και η Ισπανία μόλις στο 7,4%.
Προϊόντα που στην Ελλάδα υπάγονται στο 13%, αλλού απολαμβάνουν υπερχαμηλούς ή μηδενικούς συντελεστές. Μόνο η Βουλγαρία έχει υψηλότερο φόρο με οριζόντιο 20%. Παρά τις ανταγωνιστικές τιμές, η αγορά επηρεάζεται από ασύμμετρους παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται. Η γεωγραφική πολυπλοκότητα της Ελλάδας, η απόσταση από τα μεγάλα ευρωπαϊκά παραγωγικά κέντρα, το κόστος ενέργειας και το μικρό μέγεθος της αγοράς που περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας, πιέζουν τα περιθώρια κέρδους. Επιπλέον, οι καιρικές συνθήκες, η κλιματική αλλαγή και το μισθολογικό κόστος επηρεάζουν τη βιομηχανία.

