Ανώτατα στελέχη της διοίκησης της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος επισήμαναν, στην καθιερωμένη ετήσια συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν προημέρων στους δημοσιογράφους, τις συνεχώς αυξανόμενες επενδύσεις, τις εντεινόμενες τάσεις συγκέντρωσης της αγοράς, το ζήτημα της ακρίβειας και τη μη συμμετοχή σε αυτή των αλυσίδων σούπερ μάρκετ, τα υψηλά λειτουργικά κόστη, καθώς και τη διατήρηση των περιθωρίων κέρδους σε σταθερά επίπεδα για περισσότερο από 15 χρόνια.

Ειδικότερα, τα στελέχη υπερασπίστηκαν τη θέση ότι ο κλάδος δεν αποτελεί την κύρια αιτία των συνεχών ανατιμήσεων, επισημαίνοντας ότι οι τιμές στην οργανωμένη λιανική ουσιαστικά ακολουθούν την εξέλιξη των τιμών χονδρικής. Παράλληλα, τόνισαν ότι τα λειτουργικά κόστη παραμένουν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, εμφανώς χαμηλότερα από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο.

ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Ο πρόεδρος της ΕΣΕ, κ. Αριστοτέλης Παντελιάδης, υπογράμμισε την επιμονή των αλυσίδων να επενδύουν ταυτόχρονα στην τεχνολογία, σε νέα κέντρα διανομής και σε σύγχρονα καταστήματα, χαρακτηρίζοντας τις ενέργειες αυτές απαραίτητες για την αύξηση της παραγωγικότητας. Όπως σημείωσε, οι υψηλού κόστους επενδύσεις πραγματοποιούνται παρά το γεγονός ότι τα λειτουργικά κόστη των εταιρειών επιβαρύνονται σημαντικά από την ακριβή ενέργεια, τις υπέρογκες αυξήσεις ενοικίων, τον διπλασιασμό των δημοτικών τελών και το μισθολογικό κόστος. Πρόσθεσε ότι αυτά τα βάρη καταλήγουν στον καταναλωτή, υπογραμμίζοντας όμως ότι η απαξίωση του οικογενειακού εισοδήματος δεν οφείλεται μόνο στις συνεχείς ανατιμήσεις, αλλά και στη μερική καθυστέρηση της αύξησης των μισθών σε σχέση με τον ρυθμό των τιμών.

Σχετικά με το ζήτημα των μισθωμάτων, εξήγησε ότι οι μέσες αυξήσεις φτάνουν περίπου το 20%, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις οι μεταβολές φτάνουν το 170% και, σε ορισμένες, ξεπερνούν ακόμη και το 260%.

ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ 3,5 ΔΙΣ. ΕΥΡΩ
Οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ, πρόσθεσε, παρά τις έντονες αυξήσεις στα λειτουργικά τους κόστη και λειτουργώντας με καθαρά περιθώρια κέρδους μόλις 1,65%, δεν διστάζουν να προχωρούν σε σημαντικές επενδύσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας πενταετίας, το συνολικό ύψος τους ανήλθε στα 3,5 δισ. ευρώ. Ειδικότερα, για την περσινή χρήση, τα επενδυτικά κεφάλαια ανήλθαν σε 400 εκατ. ευρώ, εμφανίζοντας μείωση σε σχέση με το 2023, όταν το αντίστοιχο ποσό είχε φτάσει τα 592 εκατ. ε υρώ.

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι ο κλάδος αναπτύσσεται σε υγιή βάση, ωστόσο υπάρχουν μικρές και μικρομεσαίες εταιρείες που δέχονται σημαντικές πιέσεις στα καθαρά τους αποτελέσματα, κυρίως λόγω του έντονου ανταγωνισμού και των υψηλών λειτουργικών εξόδων, όπως το ενεργειακό κόστος, τα μισθώματα και οι δημοτικές επιβαρύνσεις.

ΕΡΧΕΤΑΙ ΝΕΟ ΚΥΜΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ
Συνέπεια του σφοδρού ανταγωνισμού, όπως εξήγησε ο αντιπρόεδρος της ΕΣΕ, κ. Ιωάννης Μασούτης, είναι ότι το οργανωμένο λιανεμπόριο αναμένεται να οδηγηθεί, τα επόμενα χρόνια, σε μεγαλύτερη συγκέντρωση. Μάλιστα, προανήγγειλε ότι και το 2026 αναμένονται νέες συμφωνίες εξαγορών, ενώ στο μέλλον ο αριθμός των ισχυρών δικτύων πιθανότατα θα περιοριστεί σε τέσσερα έως έξι μεγάλα εταιρικά σχήματα. Η τάση αυτή αναμένεται να είναι πιο έντονη σε εταιρείες με ετήσιο τζίρο άνω των 80 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα, διευκρίνισε ότι εκτός από τους εμφανώς ισχυρούς παίκτες, στην οργανωμένη λιανική θα συνεχίσουν να διατηρούν σημαντικούς όγκους και οι εταιρείες που επιλέγουν να διαφοροποιηθούν μέσω της ανάπτυξης δραστηριοτήτων με ιδιαίτερο χαρακτήρα και διαφοροποιημένα καταστήματα, προσφέροντας έτσι πιο στοχευμένες υπηρεσίες και προϊόντα στους καταναλωτές.

 

 

…ΑΛΛΟΥ ΟΙ ΤΙΜΕΣ, ΑΛΛΟΥ ΟΙ ΜΙΣΘΟΙ
Από την πλευρά του, ο γενικός διευθυντής της ΕΣΕ, κ. Απόστολος Πεταλάς, επικέντρωσε ιδιαίτερα στο ζήτημα της απαξίωσης του οικογενειακού εισοδήματος. Επισήμανε ότι, ενώ στην Ευρώπη τα εισοδήματα την περίοδο 2009-2024 αυξήθηκαν κατά 55% και ο πληθωρισμός κατά 59%, στην Ελλάδα η αύξηση των εισοδημάτων περιορίστηκε μόλις στο 5%, ενώ ο πληθωρισμός κατέγραψε συνολική άνοδο 42%.

Ο κ. Πεταλάς αναγνώρισε ότι για τα νοικοκυριά το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα είναι σήμερα η ακρίβεια, η οποία, όπως τόνισε χαρακτηριστικά, «προφανώς και δεν αποτελεί ψευδαίσθηση». Παράλληλα, υπογράμμισε με έμφαση ότι ο κλάδος των αλυσίδων σούπερ μάρκετ συμμετείχε ελάχιστα στη διαμόρφωση των έντονων ανατιμητικών τάσεων των τελευταίων ετών στη χώρα.

ΠΩΣ ΜΟΙΡΑΖΟΝΤΑΙ ΤΑ 100 ΕΥΡΩ
Για να τεκμηριώσει τη θέση του, ανέφερε ότι για κάθε 100 ευρώ που δαπανά ο καταναλωτής, τα 13,8 ευρώ αφορούν στο Φ.Π.Α., τα 63,1 ευρώ καταβάλλονται στους προμηθευτές, τα 23,7 ευρώ καλύπτουν τα λειτουργικά κόστη της οργανωμένης λιανικής και μόλις 1,4% αντιστοιχεί στα κέρδη προ φόρων του κλάδου. Σημείωσε ότι τα τελευταία οικονομικά στοιχεία για το 2024 καταδεικνύουν ότι το οργανωμένο λιανεμπόριο παρουσίασε συνολικά έσοδα 15,150 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα καθαρά προ φόρων κέρδη περιορίστηκαν σε μόλις 215 εκατ. ευρώ.

Όπως επεσήμανε, τα περιθώρια κέρδους της αγοράς, που κυμαίνονται γύρω στο 1,65%, παραμένουν σταθερά από το 2008, όταν το αντίστοιχο ποσοστό βρισκόταν οριακά κάτω από το 2%. Μάλιστα, λόγω της αρνητικής οικονομικής κατάστασης της χώρας το 2015, το μέσο περιθώριο κέρδους της οργανωμένης λιανικής ήταν αρνητικό κατά 3,5%. Το 2016 σημείωσε αύξηση άνω του 3% και το 2024 επανήλθε σε επίπεδα χαμηλότερα του 2%.

Σχετικά με το λειτουργικό κόστος της οργανωμένης λιανικής κατανέμεται ως εξής: 62,6% στο μισθολογικό κόστος, 6,4% στα ενοίκια, 6,8% στην ενέργεια, 5,7% στις μεταφορές και τα logistics, ενώ τα υπόλοιπα 18,5% καλύπτουν λοιπά έξοδα.

Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΡΤΕΛΑΚΙΑ ΤΙΜΩΝ
Στο πλαίσιο της συνέντευξης, τα ανώτατα στελέχη της ΕΣΕ σχολίασαν επίσης την πρόσφατη απόφαση του υπουργού Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκου, για την αναγραφή των τιμών παραγωγού στα καρτελάκια των σούπερ μάρκετ, κυρίως για τα νωπά προϊόντα. Υπογράμμισαν ότι, εφόσον εφαρμοστεί, το μέτρο ενδέχεται να αυξήσει επικίνδυνα τη διαφάνεια, υποχρεώνοντας τις αλυσίδες να δημοσιοποιήσουν απόρρητα εταιρικά στοιχεία, με ενδεχόμενο κίνδυνο για την επιβίωση μικρότερων επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα.

Όσον αφορά τα οπωροκηπευτικά, επισήμαναν ότι το κόστος προμήθειας για τα σούπερ μάρκετ είναι εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να υπολογίζεται με ακρίβεια σε καθημερινή βάση και να αποτυπώνεται στα καρτελάκια των καταστημάτων, λόγω των έντονων διακυμάνσεων και της εποχικότητας.