Ούζο ή τσίπουρο; Αλλάζουν άραγε οι προτιμήσεις των καταναλωτών; Οι πωλήσεις, τουλάχιστον μέσω των σούπερ μάρκετ, δείχνουν ότι το ούζο σαφώς υπερτερεί. Ωστόσο, το τσίπουρο και το ρακί διακινούνται σε μεγάλες ποσότητες μέσω των άτυπων καναλιών διανομής. Πέρυσι ήταν χρονιά ρεκόρ για τις εξαγωγές των ελληνικών αλκοολούχων ποτών, καθώς ξεπέρασαν τα προ πανδημίας επίπεδα. Το μερίδιο του ούζου ανήλθε στο 70% σε όγκο και στο 61% σε αξία επί του συνόλου των εξαγωγών του κλάδου.

Tο πρώτο τετράμηνο του 2023 οι πωλήσεις του μεν ούζου εμφάνισαν άνοδο σε όγκο κατά 4,4% και σε αξία κατά 11,3%, του δε τσίπουρου πτώση σε όγκο κατά 2,7%, αλλά άνοδο σε αξία 4,4% συγκριτικά με αντίστοιχο τετράμηνο του 2022. Οι πωλήσεις τσίπουρου χωρίς γλυκάνισο, που συγκεντρώνει την πλειονότητα των προτιμήσεων σε ποσοστό άνω του 80%, είχαν μικρή υποχώρηση σε όγκο (1,1%), αλλά σε αξία ανέβηκαν κατά 6,5%. Στη ρακή και την τσικουδιά υποχώρησαν κατά 7,4% σε όγκο και 5,8% σε αξία, ενώ οι πωλήσεις του τσίπουρου με γλυκάνισο υποχώρησαν ακόμα περισσότερο, κατά 9,9% σε όγκο και 4,3% σε αξία το ίδιο διάστημα.

«Η χρονιά που πέρασε ήταν ιδιαίτερα απαιτητική, λόγω των επιπτώσεων του πολέμου στην Ουκρανία –κυρίως της ενεργειακής κρίσης–, που επηρέασαν σημαντικά τη λειτουργία της ποτοποιίας μας και την καταναλωτική δύναμη. Βέβαια, υπήρξαν και θετικά μηνύματα, όπως η πορεία του τουρισμού στη χώρα μας, που είχε θετικό αντίκτυπο στη μαζική εστίαση», σημειώνει ο κ. Νίκος Καλογιάννης, πρόεδρος της Ποτοποιίας Πλωμαρίου «Ισίδωρος Αρβανίτης».

Σταθερή κατανάλωση εγχωρίως, αύξηση εξαγωγών
«Το ούζο και το τσίπουρο έχουν μια σχετικά σταθερή κατανάλωση στην Ελλάδα και ανοδική πορεία στις εξαγωγές. Το εμφιαλωμένο τσίπουρο έχει σταθερά ανοδική τάση κάθε χρόνο συγκριτικά με το χύμα αγνώστου προελεύσεως, που έχει καθοδική τάση. Όμως, γενικά το τσίπουρο, λόγω μόδας, έχει πάρει μερίδιο από το ούζο. Οι τιμές και των δύο ποτών τον τελευταίο χρόνο ανέβηκαν περίπου κατά ένα ευρώ ανά φιάλη των 700ml», λέει ο κ. Γεώργιος Τζούδας εκ μέρους της ποτοποιίας Βαντάνα –μαζί με τον αδερφό του, Παναγιώτη, είναι ιδιοκτήτες της εταιρείας που ίδρυσε ο παππούς τους, Παναγιώτης Βαντάνας.

Ως γνωστόν το χύμα τσίπουρο και η ρακή, που σε αντίθεση με το ούζο παράγονται σε μικρά η οικογενειακά αποστακτήρια, διατηρούν ακόμα μεγάλο μερίδιο αγοράς. Ως προς τα εμφιαλωμένα αποστάγματα, πέραν των πωλήσεών τους μέσω των σούπερ μάρκετ, όπως λέει ο κ. Τζούδας, «σήμερα η σχέση ούζου/τσίπουρου είναι περίπου 50/50, όταν τα προηγούμενα χρόνια υπερτερούσε το ούζο».
Για τους διαχειριστές της ιστορικής ποτοποιίας «Βαρβαγιάννη», κ.κ. Βάγια Βαρβαγιάννη-Φρυδά, Γιάννη Ευστ. Βαρβαγιάννη και Γιάννη Εμμαν. Βαρβαγιάννη, «υπάρχει κάποια στροφή στο τσίπουρο στα κακής ποιότητας αποστάγματα. Η ηγετική θέση του ούζου είναι διαχρονική, όσο ενισχύεται η ποιότητα. Άλλωστε, το ούζο κατέχει το 99% των εξαγωγών ελληνικών αποσταγμάτων, παραμένοντας ο κύριος «πρεσβευτής» της Ελλάδας στο εξωτερικό (Εξαγωγές ούζου Ιαν.-Ιουν. 2021, πηγή Eurostat, επεξεργασία ΣΕΑΟΠ)».

Όπως σημειώνει ο κ. Καλογιάννης, «το ούζο εξακολουθεί να είναι ο «βασιλιάς» των αποσταγμάτων, αν και τα τελευταία χρόνια αυξάνεται η κατανάλωση του τσίπουρου. Όμως, τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτό δεν γίνεται εις βάρος του ούζου, αλλά άλλων αλκοολούχων ποτών. Συνεπώς η αγορά των αποσταγμάτων μεγαλώνει».

Οι καταναλωτικές τάσεις
«Υπάρχει μία σαφής ενίσχυση των ποιοτικών προϊόντων στα πεδία και της παραγωγής και της κατανάλωσης. Οι τιμές θεωρούμε ότι θα ισορροπήσουν σε λογικά επίπεδα, όταν ηρεμήσει η παγκόσμια οικονομία», εκτιμούν οι διαχειριστές της εταιρείας «Βαρβαγιάννης», προσθέτοντας ότι «οι καταναλωτές θέλουν πολύ καλή ποιότητα σε λογική τιμή. Οι ανατιμήσεις λόγω συνθηκών ήταν απαραίτητες, χωρίς να παραβλέπουμε ότι κάποιες απ’ αυτές ήταν αδικαιολόγητες και ευκαιριακές».

Οι καταναλωτικές τάσεις είναι σύνθετες και πολύπλοκες, σύμφωνα με τον κ. Τζούδα, ο οποίος υποστηρίζει πως οι καταναλωτές «αγοράζουν οποιοδήποτε ποτό, από PL έως επώνυμο και ακριβό, ανάλογα το βιοτικό τους επίπεδο και την οικονομική τους κατάσταση». Όπως εξηγεί, ο ισχυρισμός ότι το τσίπουρο είναι πιο φυσικό προϊόν από το ούζο, ένας ισχυρισμός που θεωρείται ότι διαμορφώνει τάση, «δεν ισχύει, διότι οι σωστοί ποτοποιοί παράγουν το ούζο από απόσταξη αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης, η οποία είναι φυσικό προϊόν με αρωματικούς καρπούς και βότανα (γλυκάνισο, μάραθο κ.ά.), που είναι επίσης φυσικά προϊόντα». Ακόμα τονίζει ότι οι ανατιμήσεις επηρέασαν την κατανάλωση «όχι λόγω της αύξησης περίπου ενός ευρώ ανά φιάλη των 700ml, αλλά λόγω της γενικότερης αύξησης των τιμών των τροφίμων και της ενέργειας, που πίεσαν σημαντικά το εισόδημα».

Ο κ. Καλογιάννης επισημαίνει τη «στροφή των νέων σε ηλικία στα αυθεντικά, παραδοσιακά προϊόντα», ενώ σχετικά με τον πληθωρισμό και τις ανατιμήσεις των πρώτων υλών σχολιάζει: «Ομολογουμένως η εξίσωση είναι πάρα πολύ δύσκολη! Παρ’ όλα αυτά καταφέραμε να απορροφήσουμε το μεγαλύτερο μέρος του κόστους».

Θετικές οι προοπτικές των ελληνικών αποσταγμάτων
Το 2022 ήταν χρονιά ρεκόρ για τις εξαγωγές των ελληνικών αλκοολούχων ποτών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, που παραθέτει ο Σύνδεσμος Ελλήνων Παραγωγών Αποσταγμάτων και Αλκοολούχων Ποτών (ΣΕΑΟΠ), η άνοδος των εξαγωγών των αλκοολούχων ποτών (στην ΕΕ-27 και σε τρίτες χώρες) ξεπέρασε ακόμη και τα προ πανδημίας επίπεδα, καθώς ανήλθαν κατά 27% σε αξία και κατά 10% σε όγκο. Το μερίδιο του ούζου ανήλθε στο 70% σε όγκο και στο 61% σε αξία επί του συνόλου των εξαγωγών των ελληνικών αποσταγμάτων πέρυσι. Προβλήματα, ωστόσο, δημιουργεί η πρόσφατη νομοθετική απαγόρευση των εισαγωγών και της κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών στο Ιράκ, χώρα που ήταν η δεύτερη στον κόσμο, μετά την Γερμανία, στις εισαγωγές ελληνικού ούζου.

«Παρά την αναταραχή στην παγκόσμια οικονομία οι προοπτικές των ελληνικών αποσταγμάτων είναι καλές, αρκεί η πολιτεία να ενισχύσει περαιτέρω την υπόθεση της διεθνούς αναγνωσιμότητάς τους, μιας και ειδικά το ούζο κατέχει σημαντική θέση στο τουριστικό προϊόν της Ελλάδας, η αξία του οποίου συνεχώς αυξάνει», υποστηρίζουν οι διαχειριστές της «Βαρβαγιάννης», ενώ ο κ. Καλογιάννης τονίζει τη μεγάλη σημασία των εξαγωγών. Εξάλλου, όπως σχολιάζει, «όλα τα μέχρι τώρα στοιχεία δείχνουν ότι θα έχουμε άλλη μια καλή τουριστική σεζόν φέτος και πιστεύουμε ότι θα συμβάλλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη των πωλήσεών μας στη μαζική εστίαση, που είναι το σημαντικότερο κανάλι για εμάς».

Οι προτάσεις του ΣΕΑΟΠ για την ανάπτυξη και στήριξη της αγοράς
Ο Σύνδεσμος Ελλήνων Παραγωγών Αποσταγμάτων και Αλκοολούχων Ποτών προτείνει:
• Την προσαρμογή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης των αλκοολούχων ποτών στο μέσο όρο της ΕΕ.
• Τη διαύγεια του καθεστώτος απόσταξης διήμερων αποσταγματοποιών, την υιοθέτηση ενός νομοθετικού πλαισίου που θα θέτει συγκεκριμένους κανόνες σχετικά με τη λειτουργία τους και τη διακίνηση των προϊόντων τους, την πρόβλεψη υποχρεώσεων ανάλογων με τις ισχύουσες για τους συστηματικούς αποσταγματοποιούς και τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των παράνομων, με την επιβολή κυρώσεων. Επίσης, τον εκσυγχρονισμό και την απλοποίηση του νομοθετικού πλαισίου λειτουργίας των επιχειρήσεων του κλάδου σε θέματα παραγωγής και διακίνησης.
• Την άρση των εμπορικών εμποδίων, όπως είναι η αδύναμη προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, τα τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο και οι πολύπλοκες και χρονοβόρες τελωνειακές διαδικασίες που ισχύουν για όλα τα ευρωπαϊκά αλκοολούχα ποτά, και τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών με τρίτες χώρες, που δημιουργούν σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες.
• Τη λήψη μέτρων στήριξης των νόμιμων επιχειρήσεων της αλυσίδας αξίας του κλάδου, τόσο βραχυπρόθεσμα για να στηριχτεί άμεσα η βιωσιμότητά τους όσο και μεσοπρόθεσμα.
• Τη θέσπιση προγραμμάτων προβολής και προώθησης ελληνικών αποσταγμάτων σε χώρες εντός και εκτός ΕΕ, τη χρηματοδότηση προγράμματος στρατηγικής εισόδου σε αγορές εντός και εκτός ΕΕ και την αξιοποίηση του τουριστικού κύματος που δέχεται η Ελλάδα, μέσω της ένταξης των αποσταγμάτων σε προγράμματα ανάδειξης του γαστρονομικού τουρισμού.

Προωθητικές ενέργειες
«Οι προωθητικές ενέργειες των προϊόντων Vantana αφορούν κυρίως προσφορές στο ράφι, ώστε να δοθεί η δυνατότητα ελάφρυνσης του βάρους των αυξημένων τιμών», λέει ο κ. Τζούδας, ενώ οι διαχειριστές της «Βαρβαγιάννης» σημειώνουν: «Συνεχίζουμε τις γευσιγνωσίες, έχοντας πάντοτε ανοιχτούς τους χώρους παραγωγής του ούζου μας στο κοινό. Η αποτελεσματικότερη προωθητική ενέργεια είναι η διάδοση του προϊόντος μας κυριολεκτικά στόμα με στόμα, γιατί ο επισκέπτης δοκιμάζει επί τόπου την απαράμιλλη ποιότητά του. Παράλληλα συνεχίζουμε την παρουσίαση των προϊόντων μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το βασικό κανάλι πώλησης των προϊόντων μας είναι η μαζική εστίαση, αλλά από την περίοδο της πανδημίας διαπιστώνουμε αύξηση των πωλήσεών μας και μέσω των σούπερ μάρκετ. Στο πλαίσιο αυτό, ακολουθούμε διαφορετικό πλάνο ενεργειών στα δύο κανάλια διανομής, αξιοποιώντας πλήρως όλα τα προωθητικά εργαλεία, τόσο στο ontrade όσο και στο offtrade κανάλι». Η καμπάνια του Ούζου Πλωμαρίου με τίτλο «Έχει ήλιο, έχει Πλωμάρι» συνδυάζει την κατανάλωση ούζου με το ελληνικό καλοκαίρι.

Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι το «new era tsipouro, O/PURIST», όπως το χαρακτηρίζουν οι δημιουργοί του –το όνομα O/PURIST είναι αναγραμματισμός της λέξης τσίπουρο, «δηλαδή το τσίπουρο αλλιώς, επαναπροσδιορισμένο». Όπως σημειώνουν, «πρόκειται για το project δέκα κορυφαίων Ελλήνων Bartenders, που ένωσαν τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν ένα εκλεπτυσμένο ελληνικό καινοτόμο απόσταγμα, το οποίο αποτελεί βάση για τη δημιουργία εξαιρετικών cocktails». Ήδη πραγματοποιούνται διάφορες εκδηλώσεις για την προώθησή του.

Μουσεία ούζου
Μια ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία της εταιρείας Βαρβαγιάννη ήταν η ίδρυση του πρώτου θεματικού Μουσείου Ούζου παγκοσμίως το 1996. Το μουσείο, που λειτουργεί πλάι στα αποστακτήρια Βαρβαγιάννη, ο επισκέπτης βλέπει το πρώτο καζάνι που κατασκευάστηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1858, καθώς και τα πρώτα εργαλεία για την εμφιάλωση των πρώτων φιαλών. Αποτελεί πόλο έλξης χιλιάδων επισκεπτών, ενώ το επισκέπτονται σχολεία, στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Αντίστοιχα στο Πλωμάρι λειτουργεί το μουσείο «Κόσμος του ούζου» της ποτοποιίας Ισιδώρου Αρβανίτου.