Στις 26 Ιουνίου 1974, ένα πακέτο τσίχλες Wrigley’s έγινε το πρώτο προϊόν με γραμμωτό κώδικα barcode, που αναγνώστηκε με scanner σε σούπερ μάρκετ. Όμως η ιστορία του barcode είχε ξεκινήσει έναν χρόνο νωρίτερα, στις 3 Απριλίου του 1973, όταν οι ηγέτες της αγοράς στις ΗΠΑ επέλεξαν ένα ενιαίο πρότυπο για την αναγνώριση των προϊόντων, που είναι ο γνωστός σε όλους μας κωδικός barcode GS1. Σήμερα συμπληρώνονται λοιπόν πενήντα χρόνια από εκείνη την ημερομηνία που αποτέλεσε ορόσημο για τον παγκόσμιο κλάδο του λιανεμπορίου και την παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού. Με αυτήν την αφορμή, το FOODReporter συνομίλησε με τον Δημήτρη Χρήστου, Director, Market Development του GS1 Association-Greece, του μοναδικού νόμιμου και εξουσιοδοτημένου φορέα στην Ελλάδα για την έκδοση και διαχείριση κωδικών barcodes GS1.

Μπορεί οι σημερινοί τριαντάρηδες και οι ακόμα νεότεροι να θυμούνται από πάντα τα ταμεία των σούπερ μάρκετ να δουλεύουν με σκανάρισμα barcodes, όμως οι παλιότεροι (όπως ο υπογράφων) θυμόμαστε τα αυτοκόλλητα ταμπελάκια πάνω στα προϊόντα που ήταν κάποτε ο κανόνας, με τους ταμίες να πρέπει να «χτυπούν» χειροκίνητα τις τιμές, με αποτέλεσμα αφενός να γίνονται συχνά λάθη, αφετέρου να είναι χρονοβόρα η διαδικασία του check-out. «Είναι εντυπωσιακό να δεις πώς αυτό το μικρό, μαγικό πραγματάκι που σκέφτηκε κάποιος στην ανάγκη του να εξαφανίσει την ουρά από το σούπερ μάρκετ το 1973, σήμερα φτάνει να λέει τα πάντα για την ιστορία ενός προϊόντος, προκειμένου να μας δείχνει ότι όντως αυτό το προϊόν έχει σεβαστεί το περιβάλλον γύρω του, δεν περιέχει εκατομμύρια επικίνδυνα λιπάσματα, άρα έχει παραχθεί με διαδικασίες ασφαλείς για μένα, είναι φρέσκο – όλες αυτές οι πληροφορίες είναι στα δικά μας χέρια, όταν κρατάμε ένα προϊόν με GS1 barcode, ή ακόμα κι όταν το αγοράζουμε διαδικτυακά», παρατήρησε ο κ. Χρήστου.

Περισσότερη πληροφορία για όλους
Πράγματι, μέσα σε αυτά τα πενήντα χρόνια έχουν αλλάξει πολλά στον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουμε, και οι ανάγκες έχουν εξελιχθεί θεαματικά. Αντίστοιχα, εξελίσσεται και το barcode. «Το barcode ήρθε και κάλυψε τις ανάγκες της αγοράς, δούλεψε πολύ καλά για την αγορά, ακόμα υπάρχει και εξυπηρετεί την αγορά. Παρ’ όλα αυτά, η αγορά αλλάζει, τρέχει πολύ γρήγορα, το Internet είναι πια βασικό κομμάτι της ζωής μας και πια ο πελάτης θέλει να ξέρει πολύ περισσότερα πράγματα για να επιλέξει ένα προϊόν», ανέφερε ο κ. Χρήστου, εξηγώντας πως πλέον ο λιανέμπορος θέλει περισσότερη πληροφορία από τον παραγωγό, αλλά και ο καταναλωτής με τη σειρά του θέλει περισσότερη πληροφορία για τα προϊόντα που επιλέγει να αγοράσει. Την ανάγκη αυτή ήρθε να καλύψει το 2D (δισδιάστατο) barcode, που με ένα σκανάρισμα μπορεί να δώσει πολυποίκιλη πληροφορία. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο ισχυρισμός ενός προϊόντος ότι είναι βιολογικής καλλιέργειας: «Πώς μπορώ να σου δείξω ότι το προϊόν μου είναι βιολογικό; Μπορώ να βάλω ένα QR code και να σου δείξω πού είναι το χωράφι μου, τι το λίπασμα χρησιμοποίησα, ακόμη και να σου δείξω τα πιστοποιητικά που επιβεβαιώνουν ότι αυτό το χωράφι είναι όντως βιολογικό. Το 2D barcode δίνει τη δυνατότητα να επιλέξεις από αυτά που είναι πολύ σημαντικά για τον πελάτη σου ή τον προμηθευτή σου, ή τον ΕΦΕΤ ή οποιονδήποτε απέναντί σου, και να του δείξεις όλη την πληροφορία που χρειάζεται».

Βέβαια, το barcode μπορεί να δουλέψει όχι μόνο για το κομμάτι της ασφάλειας και της πιστοποίησης, π.χ. πληροφορίες για το αν περιέχονται αλλεργιογόνα, αλλά και για το κομμάτι της πώλησης, δείχνοντας τα διαφορετικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. «Φανταστείτε ένα σούπερ μάρκετ όπου αγοράζεις κάτι και την ώρα που πας στο ταμείο, σου λένε “αυτό μην το πάρετε, έχει λήξει”, ή σου λένε “αυτό αν το πάρετε, είναι ειδική προσφορά επειδή είναι κοντολήξιμο.”. Φανταστείτε τα πλεονεκτήματα για την αγορά, για τους καταναλωτές αλλά και την ασφάλεια για ολους μας. Και βεβαίως όλοι ακούμε αυτό τον καιρό για το food waste, σκεφτείτε πόσο θα βοηθήσει!», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Όσο για το τι θα δούμε τα επόμενα πενήντα χρόνια στο «μέτωπο» των barcodes, ο κ. Χρήστου είναι σαφής: «Τα καλύτερα έρχονται. Βλέπουμε μπροστά μας το μέλλον να έρχεται με πολλές απαιτήσεις, και τα barcodes της επόμενης γενιάς είναι έτοιμα για να αλλάξουν τις ζωές μας – ξανά».


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter