Ο κατατρεγμός των λιγότερο ισχυρών χαρακτηρίζει ανθρώπους και ομάδες κάθε χώρου -πολιτικού, κοινωνικού, επιχειρηματικού-, που συνήθως εξυπηρετούν έναν ιδιοτελή, αντικοινωνικό σκοπό, όπως η ενίσχυση της δικής τους εξουσίας και περιουσίας ή των εντολοδόχων τους.

Στον χώρο της επιχειρηματικής κοινότητας, οι πολιτικές συρρίκνωσης των λιγότερο ισχυρών μελών της, μέχρι εξαφάνισης, διαφημίζονται συνήθως με πρόσχημα τη μεγέθυνση δομών, δραστηριοτήτων και κερδοφορίας. Το «τυράκι», που προσφέρεται στο ευρύ κοινό, ώστε να ενστερνιστεί αυτές τις λογικές, είναι η προοπτική μείωσης των τιμών, λόγω αύξησης του ανταγωνισμού, παρά το ότι συνήθως το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το αντίθετο.

Έτσι, υπάρχει η προσδοκία να γίνει αποδεκτή, ως φυσική εξέλιξη, η αφομοίωση μικρών επιχειρήσεων από μεγάλους ομίλους και η ενσωμάτωσή τους στις συνήθως δαιδαλώδεις και δυσκίνητες γραφειοκρατικές διαδικασίες, που στοχεύουν στην ομοιομορφία και την αυτοματοποίηση. Ο ενδυναμωμένος οργανισμός, που έχει μάθει να καταβροχθίζει τους εύγευστους μικρότερους, εκπέμπει σε μια μόνο συχνότητα το βασικό του μήνυμα, εντός και εκτός του, απονευρώνοντας τη δυνατότητα δημιουργικής διαφοροποίησης των πρώην αυτόνομων μονάδων έναντι του όλου…

Αν πιστέψουμε άκριτα στο προπαγανδιζόμενο ευρέως δόγμα πως οι μικροί είναι ατελέσφορο και αντιπαραγωγικό να προσπαθούν να επιβιώσουν μόνοι τους και ότι η μόνη λύση είναι να στραφούν προς τους μεγάλους και ισχυρούς, κινδυνεύουμε να βρεθούμε σε ακόμη χειρότερη θέση από ό,τι είμαστε σήμερα σε ζωτικούς για κάθε κοινωνία τομείς, όπως της υγείας, της παιδείας, της παραγωγής, του περιβάλλοντος… Κι αυτό γιατί, μεταξύ άλλων, η συγκέντρωση του ελέγχου σε λίγους οδηγεί στην ισχυροποίηση ενός όλο και μικρότερου αριθμού ατόμων και οργανισμών, δυσχεραίνοντας, όπως διαπιστώνουμε παρακολουθώντας και τις διεθνείς εξελίξεις, κάθε προσπάθεια ελέγχου τους, έστω και προσχηματική, από κράτη και θεσμούς.

Στην περίπτωση που η μεγέθυνση, όπως αυτή εντάσσεται σήμερα ως μια ελκυστική προοπτική στη συζήτηση για τα πλάνα ανάπτυξης της οικονομίας της χώρας, επικρατήσει ως λογική, θα πρέπει να προετοιμαστούμε για μια νέα επιδείνωση όχι μόνο στο πεδίο της οικονομίας, αλλά σε κάθε τομέα του οποίου η εξέλιξη και η σχέση του με την κοινωνία θα ορίζεται από μια μειονότητα ισχυρών οργανισμών, εθνικών ή διεθνών.

Θα πρέπει να δεχθούμε ακόμη πως οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις θα είναι τα εύκολα θύματα επιχειρηματικών σχηματισμών, που επενδύουν κεφάλαια με δαιδαλώδεις διαδρομές σε φορολογικούς παράδεισους, με ό,τι αυτό σημαίνει για την οικονομία, αλλά και τον δημόσιο έλεγχο…

Το ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ, είχε καταγράψει τον Απρίλιο του 2019, στην εκτενή έκθεσή του για την εικόνα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στη χώρα μας, πως «οι μικρές επιχειρήσεις διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην ελληνική εμπορική μη χρηματοπιστωτική οικονομία, αφού παράγουν το 63,6% της προστιθέμενης αξίας και το 85,2% της απασχόλησης, υπερβαίνοντας και στους δύο αυτούς τομείς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με 56,8% και 66,4% αντίστοιχα.

Στην εξαμηνιαία έρευνα οικονομικού κλίματος των ΜΜΕ του Ινστιτούτου, που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο, τα ποσοστά των επιχειρήσεων που είτε έχουν μειωμένη ρευστότητα είτε δεν έχουν καθόλου, παραμένουν υψηλά. Τέσσερις στις δέκα μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (42,4%) έχουν ταμειακά διαθέσιμα το πολύ για ένα μήνα και μία στις πέντε (21,4%) δεν έχει καθόλου ρευστότητα. Εξηγείται έτσι και το γεγονός ότι το ποσοστό των επιχειρήσεων που εκφράζει φόβο για ενδεχόμενη διακοπή της δραστηριότητας του το επόμενο διάστημα παραμένει ιδιαίτερα υψηλό (36,7%).

Οι μικρές επιχειρήσεις που κατάφεραν, παρά τις δύο απανωτές κρίσεις, να δώσουν νέα εικόνα ακόμη και σε ρημαγμένα κτίρια και εγκαταλελειμμένους χώρους ενός κλασικού μπακάλικου ή μιας μικρής αγροτικής παραγωγικής μονάδας, θα πιεστούν, αδυνατώντας να εξασφαλίσουν ουσιαστική χρηματοδότηση από εθνικούς ή ευρωπαϊκούς πόρους, να κλείσουν ή να ενταχθούν σε ένα μεγαλύτερο σχήμα, που θα φροντίσει να θέσει και πάλι τα πράγματα στη… σωστή τους βάση, δίνοντας προτεραιότητα στη μεγιστοποίηση του κέρδους. Αυτή είναι άλλωστε η προτροπή της ελληνικής πολιτείας, όπως εκφράζεται για παράδειγμα σε τοποθετήσεις αρμόδιων να μιλήσουν για τις προϋποθέσεις χρηματοδότησής τους από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Αν σε μια χώρα που οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τον κορμό της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, επιλέγουμε στις εποχές κρίσης να στηρίξουμε τους ήδη ισχυρούς, χαρακτηρίζοντας συχνά με τη λέξη ζόμπι όσους αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης, μήπως άραγε να μιλήσουμε και για βαμπίρ, που απομυζούν ό,τι πιο δημιουργικό παράγει η επιχειρηματική κοινότητα και η οικονομία στο σύνολό της;

Ξένια Μαντζιώρη
Διευθύντρια Σύνταξης