Τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα (2009-2019) ο περιορισμός του δημόσιου ελλείμματος βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιονομικής πολιτικής και πραγματοποιήθηκε μέσω της εφαρμογής τριών προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής. Στον πυρήνα τους περιλαμβάνονταν μέτρα φορολογικού χαρακτήρα, προκειμένου να εξορθολογιστεί η σχέση δημοσίων δαπανών-δημοσίων εσόδων. Στο πλαίσιο της εφαρμογής τους, οι μεν δημόσιες δαπάνες μειώθηκαν από 51% σε 48% του ΑΕΠ τα δε δημόσια έσοδα, βασισμένα στη φορολόγηση, αυξήθηκαν από 41% σε 49% του ΑΕΠ.

Ωστόσο, το αποτέλεσμα της ανατροπής της σχέσης εσόδων-εξόδων υπέρ της αύξησης των εσόδων ήταν πως επιδεινώθηκε η θέση των κατώτερων και μεσαίων εισοδηματικών κλιμακίων, ενώ βελτιώθηκε η αύξηση της κερδοφορίας όσων επιχειρήσεων κατάφεραν να ανταπεξέλθουν στις συνθήκες κρίσης, ιδιαίτερα των μεγάλων.

Σύμφωνα με τους κυρίαρχους οικονομικούς ταγούς, η κυβέρνηση την περίοδο 2019-2023, αναγνωρίζοντας την αδικία, μείωσε πενήντα φόρους, αφαιρώντας από τις πλάτες των φορολογούμενων 7 δισ. ευρώ. Όμως, οι μειώσεις είχαν επιχειρηματικό πρόσημο, αφού οι περισσότερες εξ αυτών αφορούσαν τις μεγάλες επιχειρήσεις (η μείωση του Φόρου Επιχειρήσεων από 29% στο 22%, η μείωση του εισαγωγικού συντελεστή έως 10.000 από 22% στο 9%, του φόρου των μερισμάτων από 15% στο 5%, του φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου κατά 50%, της απαλλαγής νομικών προσώπων υπό όρους από φόρο υπεραξίας μεταβίβασης τίτλων συμμετοχής κ.ά.). Επιπλέον, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, το 2019 τα έσοδα από φόρους ανήλθαν στα 51,4 δισ. ευρώ, το 2020 έπεσαν στα 43,19 δισ. ευρώ, το 2021 ανήλθαν στα 48,13 δισ. ευρώ, το 2022 εκτοξεύτηκαν στα 55,25 δισ. ευρώ, ενώ το δεκάμηνο από την έναρξη του 2023 είχαν φτάσει ήδη τα 46,9 δισ. ευρώ με την προοπτική να φτάσουν τα 56,75 δισ. ευρώ στο τέλος του έτους. Το δε πρωτογενές πλεόνασμα εκτοξεύτηκε στα 6,084 δισ. ευρώ έναντι στόχου 1,746 δισ. ευρώ! Η περιγραφόμενη συνθήκη θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα μιας μεγάλης αύξησης των εισοδημάτων και καλύτερης απόδοσης των φόρων εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων. Αλλά δεν ήταν! Σύμφωνα με έρευνα της Eurobank, οι πραγματικές αμοιβές ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα, μετά τις απώλειες που υπέστησαν την περίοδο 2010-2014 (-20,1% σε τρέχουσες τιμές και -25,1% σε σταθερές) παρέμειναν κατά μέσο όρο στάσιμες μεταξύ 2015 και 2020 και, μετά από μια αύξηση μόλις 1,9% το 2021, συρρικνώθηκαν κατά 7,1% το 2022 και το πρώτο τρίμηνο του 2023 η μείωση ήταν 0,7%.

Για το μέλλον το οικονομικό επιτελείο κατέθεσε νέες φορολογικές διατάξεις, αποβλέποντας στην περαιτέρω αύξηση των φορολογικών εσόδων μέσω της πάταξης της φοροδιαφυγής, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα για νέα μείωση των φορολογικών συντελεστών και αύξηση των διατιθέμενων πόρων σε τομείς κοινωνικής αναπαραγωγής, όπως η υγεία, η παιδεία κ.ά. Όμως, η αύξηση των δαπανών για την υγεία και την παιδεία είναι θέμα πρωτίστως πολιτικής κι όχι οικονομικής επιλογής. Διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί πώς μετά το «μαξιλάρι» των 37 δισ. ευρώ το 2019 και την αύξηση των φορολογικών εσόδων και των πρωτογενών πλεονασμάτων μέχρι σήμερα, στα δημόσια νοσοκομεία δεν υπάρχουν γάζες και σεντόνια και στα σχολεία πέφτουν οι σοβάδες και πλημμυρίζουν οι αυλές, ενόσω οι ελλείψεις προσωπικού στους δύο τομείς υποβαθμίζουν όλο και περισσότερο το μέσο επίπεδο της απόδοσής τους…

Η οριζόντια φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών
Στον πυρήνα του νέου νομοσχεδίου βρίσκεται η φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών, με σημείο αναφοράς του τον κατώτατο μισθό. Προβλέπεται συγκεκριμένα ότι τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα των αυτοαπασχολούμενων μαζί με τυχόν εισοδήματα από μισθωτή εργασία, δεν μπορεί να είναι μικρότερα από μια ελάχιστη αμοιβή, η οποία προσδιορίζεται με αντικειμενικό τρόπο σε σημείο που ανακλά την ελάχιστη εισφερόμενη αξία της προσωπικής εργασίας του αυτοαπασχολούμενου στην επιχείρησή του. Το ποσό αυτό αυξάνεται κατά 10% μετά τα πρώτα έξι χρόνια της επαγγελματικής δραστηριότητας, επιπλέον 10% μετά την πάροδο μιας τριετίας και επιπλέον 10% μετά την πάροδο και δεύτερης τριετίας μετά τα πρώτα έξι έτη. Επιπλέον, αυξάνεται κατά 35%, εφόσον το δηλωθέν ακαθάριστο εισόδημα υπερβαίνει τον μέσο όρο του ΚΑΔ του κλάδου.

Σύμφωνα με το υπουργείο, το αποτέλεσμα των νέων ρυθμίσεων για τους 735.000 ελεύθερους επαγγελματίες θα σημάνει τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης κατά 560 ευρώ μεσοσταθμικά για καθέναν από τους 138.000 εξ αυτών, καμία επιβάρυνση ή ελάφρυνση για 124.000 και για 473.000 αύξηση φόρου κατά μέσο όρο 1.444 ευρώ στον καθένα. Σημειώνουμε πως η επιβάρυνση αφορά εισοδήματα μέχρι 35.000 ευρώ, ενώ η ελάφρυνση από 35.000 ευρώ και άνω!

Φορολογική διοίκηση εκτός πραγματικότητας
Το Υπουργείο Οικονομικών δημοσίευσε ένα κείμενο δώδεκα ερωτοαπαντήσεων αναφορικά με τον δίκαιο χαρακτήρα του νομοσχεδίου, όπου σημειώνεται πως από τους 500.000 ελεύθερους επαγγελματίες που έχουν εισοδήματα μόνο από την άσκηση του επαγγέλματός τους, οι μισοί (54%) δηλώνουν μηδενικό εισόδημα, ενώ κατά το 85% δηλώνουν ετήσιο εισόδημα κάτω των 10.000 ευρώ. Το βασικό λοιπόν επιχείρημα των αναλύσεων του υπουργείου, πρωτίστως ηθικό και κατόπιν πραγματιστικό, λέει ότι αφενός είναι ανέντιμο η πλειονότητα των ελευθέρων επαγγελματιών να φοροδιαφεύγει και αφετέρου ότι είναι αδύνατο ένας ελεύθερος επαγγελματίας να δηλώνει λιγότερα από έναν εργαζόμενο που αμείβεται με το ελάχιστο εισοδηματικό όριο επιβίωσης, δηλαδή τον κατώτατο μισθό. Έτσι όμως οι συντάκτες του νομοσχεδίου δείχνουν να ξεχνούν τους εργαζόμενους που «επιβιώνουν» δουλεύοντας σε καθεστώς μερικής απασχόλησης ή τους 900.000 εγγεγραμμένους ανέργους στη ΔΥΠΑ και τους οικονομικά μη ενεργούς. Επίσης, αγνοούν την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών το 2022 της ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα με την οποία η φτώχεια αγκάλιασε το 26,3% του πληθυσμού της χώρας ήτοι 2.722.000 άτομα. Το κατώφλι της φτώχειας ανήλθε στο ποσό των 5.712 ευρώ ετησίως (476 ευρώ τον μήνα) για μονοπρόσωπα νοικοκυριά και σε 11.995 ευρώ (1.000 ευρώ τον μήνα) για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών. Επίσης αγνοούν πως από τα Μη Φτωχά νοικοκυριά κατά το 28,4% δυσκολεύθηκαν να καλύψουν τις ανάγκες τους με το μηνιαίο ή το εβδομαδιαίο εισόδημά τους, κατά το 30,1% δήλωσαν δυσκολία αποπληρωμής των λογαριασμών ενέργειας και νερού, κατά το 14,1% δήλωσαν αδυναμία ικανοποιητικής θέρμανσης, κατά το 24,7% δυσκολεύθηκαν πολύ στην αποπληρωμή των δανείων τους κ.λπ.

Εξάλλου, ασύμβατη με τη φιλελεύθερη αντίληψη των συντακτών του νομοσχεδίου είναι η διάταξη σύμφωνα με την οποία η άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας ατομικά δεν «επιτρέπεται» να είναι ζημιογόνα. Αυτό, όπως διατείνονται οι θεσμικοί εκπρόσωποι των ελεύθερων επαγγελματιών (ΕΒΕ, επιστημόνων κ.ά.), αντιβαίνει το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, τους κανόνες της επιχειρηματικής δραστηριότητας, αδιαφορεί για την οικονομική συγκυρία και θέτει την πολιτεία και τη φορολογική διοίκηση εκτός πραγματικότητας.

Φορολογική ανισότητα
Στοιχείο φορολογικής ανισότητας, που δε θίγεται από το νομοσχέδιο, είναι το υψηλό επίπεδο των έμμεσων φόρων. Η Ελλάδα έχει τον πέμπτο υψηλότερο συντελεστή ΦΠΑ στην ΕΕ (24%) και από τους υψηλότερος Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (0,70%), ενώ σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, το μερίδιο των έμμεσων φόρων στο ΑΕΠ αυξήθηκε από 13,9% το 2009 σε 17,5% το 2019 και επιδεινώθηκε ο λόγος άμεσων προς έμμεσους φόρους από 0,74 σε 0,56 (0,98 στην ΕΕ). Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, οι έμμεσοι φόροι το 2022 αντιστοιχούσαν στο 64,94% των φορολογικών εσόδων έναντι 63,95% το 2021, 56,64% το 2017, 54,04% το 2016 και 53,75% το 2014. Ο ρυθμός αύξησης των εισπράξεων φόρων κατανάλωσης –ειδικά του ΦΠΑ– επιταχύνθηκε από τα μέσα του 2021 εξαιτίας του πολύ μεγάλου πληθωρισμού αλλά και της μεγάλης αύξησης των ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Σημειωτέον ότι, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα είχε το 2022 το ένατο υψηλότερο ποσοστό μεικτών αποδοχών (33,2%) που απορροφά το δημόσιο σε φόρους και εισφορές από τα φυσικά πρόσωπα…