Αξιότιμε κ. υπουργέ του ΥΠΑΝ, κ. Χρ. Φώλια,

Διαβάζω την ειδησεογραφική σούμα των επιχειρήσεων που, ανταποκρινόμενες στα κελεύσματά σας, ανακοίνωσαν “πάγωμα” και “μειώσεις” στις τιμές λιανικής των προϊόντων, που είτε παράγουν είτε διανέμουν. Με τόσα “παγώματα” ήδη αισθάνομαι υπερήφανα κρυολογημένος και με τέτοιες “μειώσεις” νοιώθω ήδη πλούσιος, τόσο που αυθορμήτως τραγουδώ εκείνο το παλιό του ‘Ακη Πάνου “θα κλείσω τα μάτια /θ’ απλώσω τα χέρια/μακριά από τη φτώχεια/μακριά απ’ τη μιζέρια…”. Και αληθώς ομολογώ ότι -αν, φυσικά, δεν ήμουν ‘Ελληνας μισθωτός και καταναλωτής- θα πρότεινα το παράδειγμα της πολιτικής σας, παράδειγμα έμπνευσης στον επιχειρηματικό κόσμο αισθημάτων “εταιρικής κοινωνικής ευθύνης”, να καταχωρισθεί ως case study στη διεθνή βιβλιογραφία.

‘Ομως κ. υπουργέ, επειδή ακριβώς οι Συνέλληνες δεν πέσαμε δα σε τούτη τη γη με την τελευταία ανοιξιάτικη βροχή, οπότε ενθυμούμαστε ζωηρά το ανατιμητικό γαϊτανάκι από το προηγούμενο φθινόπωρο (για να μην πάω πιο πίσω) ως τις ημέρες μας, προτείνω το παράδειγμά σας να γίνει μεν case study, αλλά για άλλους λόγους. Πράγματι, δεν ενθυμούμαι άλλη περίπτωση υπουργικής επίρρωσης του εταιρικού μάρκετινγκ τόσων πολλών επιχειρήσεων ταυτόχρονα -και δη στον ευαίσθητο τομέα της εμπορικής τους πολιτικής. Μιλούμε μάλλον για πρωτιά -για την πρωτοτυπία του πράγματος, δεν το συζητώ καθόλου…

Φυσικά, δεν θέλω να εννοήσετε ότι σώνει και καλά συμφωνώ με τη θέση της κυρίας Παπαρήγα ότι “αφού αφήσατε τους επιχειρηματίες να κερδοσκοπούν με το πρόσχημα των ανατιμήσεων του πετρελαίου, τώρα αυτοί κάνουν σκόντο πενταροδεκάρες, ρίχνοντας στάχτες στα μάτια του κόσμου…”. ‘Αλλωστε, η κ. Παπαρήγα δεν υπολήπτεται την ελεύθερη αγορά, όπως εσείς, ούτε πιστεύω, άλλωστε, ότι τα δικά μου μάτια έχουν στάχτες…

Παρεμπιπτόντως, γνωρίζοντας ότι οι αγορές τροφίμων του μέσου ‘Ελληνα αντιστοιχούν μόλις στο 17% των μηνιαίων αγορών του (άντε, ως το 24% του πιο φτωχού), βλέπω σύννεφα όχι στάχτης, αλλά μπούρμπερης να πυκνώνουν -όχι στα μάτια, αλλά στα μπατζάκια του. Διότι, κύριε υπουργέ, φτωχό πλέον σε τούτη τη χώρα δεν είναι μόνο το νοικοκυριό που βγάζει μέχρι 10.000 ευρώ τον χρόνο και που, όπως λέει ο κ. Αλογοσκούφης, η φιλόπτωχη κυβέρνησή σας πρόκειται σύντομα να το ενισχύσει, αλλά και το πάλαι ποτέ “εύπορο” νοικοκυριό των περίφημων μεσαίων στρωμάτων, που με την καταναλωτική συμπεριφορά του “κινεί την αγορά”.

Αυτό, λοιπόν, το νοικοκυριό σήμερα στενάζει υπό το βάρος της διαρκούς ανατίμησης των ανελαστικών του υποχρεώσεων (δόσεις για πιστωτικές-στεγαστικό, φροντιστήρια παιδιών, μεταφορικά κλπ) και που όχι μόνο δεν έχει να υπολογίζει σε φοροαπαλλαγές ή άλλου είδους ενισχύσεις, αλλά θα διπλο-τριπλο-φορολογηθεί για να εφαρμοστεί η φιλόπτωχη πολιτική της κυβέρνησής σας.

Το τι τόκους πληρώνει αυτό το έρμο το νοικοκυριό κάθε μήνα στις τράπεζες, κ. υπουργέ, ζεστό χρήμα που δεν πάει στην αγορά, το ξέρετε δα. ‘Ομως κάπως έτσι η φτώχεια παύει να είναι απλώς θέμα ανατιμήσεων και ακρίβειας, αλλά μη παραγωγής και περικοπής τού εισοδήματος! Αλλά, κ. υπουργέ, η κυβέρνησή σας μάλλον θέλει να αγνοεί ότι το ισχύον καταναλωτικό πρότυπο του μέσου ‘Ελληνος δεν είναι το ίδιο με εκείνο της εποχής που οι τράπεζες δεν είχαν ακόμα ανοίξει τις δανειοδοτικές “αγκαλιές” τους στο ευρύ κοινό των μεσαίων στρωμάτων…

Αλήθεια, καλά με τα κέρδη των βιομηχάνων τροφίμων -που σήμερα “δίνουν πενταροδεκάρες”, όπως λέει η κυρία Παπαρήγα, με τα κέρδη των τραπεζών, οι οποίες μαζεύουν τον δυνάμει τζίρο της αγοράς, τι γίνεται; Αλλά ψυχανεμίζομαι ότι θα πείτε πως οι Βρυξέλλες δεν συμφωνούν με την παλιά ιδέα πως η “παραγωγή εισοδήματος” μπορεί να υπάρξει με τη διαμεσολάβηση του κράτους και μέσω μιας δίκαιης φορολογικής μεταρρύθμισης. ‘Ετσι, δηλαδή, για να πάρουν μια ανάσα τα έρμα τα μεσαία στρώματα, που “κινούν την αγορά” και που, όταν δεν μπορούν να την κινήσουν, κυρίως αυτά είναι που ανεβάζουν τον δείκτη της δυσφορίας έναντι της εκάστοτε κυβέρνησης. ‘Οπως σήμερα… Σας είναι, φαντάζομαι, “μια κάποια λύσις” η επίκληση των Βρυξελλών (είναι;).

‘Ομως, επιστρέφω στο παράδειγμα της πολιτικής πρωτοβουλίας σας να ευαισθητοποιήσετε για το καλό των Ελλήνων τον επιχειρηματικό κόσμο. Δικαίως, πιστεύω, οφείλουμε, για τους λόγους που ρευστοποίησα, να την θεωρήσουμε case study υπέρ του μάρκετινγκ των επιχειρήσεων τροφίμων και λοιπών ειδών σούπερ μάρκετ μηδέ εξαιρουμένων των επιχειρήσεων σούπερ μάρκετ. Πετύχατε το ακατόρθωτο! Χαράξατε δια των “συμφωνιών κυρίων” την οδό ενός “promotion κοινωνικής ευαισθησίας” των προϊόντων (εντός των ορίων της ευαίσθητα απαραβίαστης εμπορικής τους πολιτικής, θαυμάζω), έχοντας δώσει στο μεταξύ τον χρόνο στις επιχειρήσεις, ώστε να το εφαρμόζουν τώρα με το αζημίωτο! Αυτό δεν συμβαίνει, μήπως, και με τις κλασικές προωθητικές ενέργειες; Μόνο που εσείς δώσατε στο θέμα απαράμιλλη επικοινωνιακή διάσταση, δώσατε τη ζωντάνια που έλειπε από τη διαφημιστική ομοιομορφία των εταιρικών μηνυμάτων! Και κοντά σε αυτό, προσφέρετε διαφημιστική ώθηση και στα προγράμματα προσφορών προϊόντων private labels, μέσω των καρτών πιστότητας, που εφαρμόζουν οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ! Τι να σας πω! Είστε ήδη ένας διακεκριμένος retail manager!

Τελειώνοντας, πάντως, κ. υπουργέ, μένω με την περιέργεια: Καλά με τα προϊόντα που “παγώνουν” ή “φτηναίνουν” δια επισήμων δηλώσεων και ανακοινώσεων. Θα μπορέσετε, τάχα, να ελέγξετε, αν (λέω, αν…) το τίμημα της… ευαισθησίας της αγοράς έναντι των δεινοπαθούντων καταναλωτών δεν περάσει λίγο-λίγο, με μικροαυξησούλες εν ευθέτω χρόνω στα λοιπά είδη (τα εξαιρούμενα από τα δηλωμένα ως “κοινωνικά ευαίσθητα”) των βιομηχανιών τροφίμων-ποτών και των σούπερ μάρκετ; Για να μη ρωτήσω αν, μετά την έλευση της περιόδου ευσπλαχνίας της αγοράς, θα γυρέψετε πάλι από τους εταίρους της “συμφωνίες κυρίων”; Κι αν σας πουν “όχι”; Δεν το δικαιούνται; Τότε τι θα κάνετε; Αλλά δεν θέλω να σας στεναχωρώ. ‘Ετσι ή αλλιώς, κι εσείς για το “σήμερα” δουλεύετε…