Σε δεινή θέση περιέρχεται ένας εκ των πλέον αμυντικών κλάδων της οικονομίας μας, αυτός των τροφίμων, που ανθίσταται μεν στην κρίση περισσότερο από άλλα πεδία της εγχώριας παραγωγής-μεταποίησης, αλλά πλέον η συμπίεση των οικονομικών μεγεθών του είναι ασφυκτική. Κοινός τόπος για τις περισσότερες βιομηχανίες τροφίμων είναι η συρρίκνωση του περιθωρίου κέρδους τους, πράγμα που σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί σε ζημιογόνα αποτελέσματα, λειτουργώντας ως προανάκρουσμα για «περιπέτειες» στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι η ελάττωση του διαθέσιμου καταναλωτικού εισοδήματος δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη την κύρια αιτία των δεινών για τη βιομηχανία τροφίμων, η οποία αντιδρά μέχρι στιγμής αρκετά αποτελεσματικά, με μπαράζ προσφορών και «πάγωμα» των τιμών.

Απεναντίας, σε ακανθώδες ζήτημα για τις επιχειρήσεις τροφίμων εξελίσσεται η γενικότερη επιδείνωση των συναλλαγών στην αγορά. Ήδη τα περιθώρια πιστώσεων έχουν μεγαλώσει πολύ, ενώ αυξάνονται τα άγχη για την αποπληρωμή οφειλών ιδιαίτερα των μικρών δικτύων ή μεμονωμένων καταστημάτων.

Θέμα έντονου προβληματισμού των εταιρειών παραγωγής τροφίμων είναι η κατάρρευση της Ατλάντικ, μίας από τις μεγαλύτερες αλυσίδες πανελλαδικά, που κλόνισε την εμπιστοσύνη της βιομηχανίας στη φερεγγυότητα του λιανεμπορίου.

Τα «φέσια» της Ατλάντικ στους προμηθευτές ανεξαρτήτως των επιπτώσεών τους σε καθέναν έχουν κυρίως συμβολική σημασία, καθώς εκπέμπουν ισχυρό σήμα προειδοποίησης ότι στο σημερινό περιβάλλον της κρίσης κανείς δεν πρέπει να θεωρεί πως, επειδή οι πελάτες του ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους σήμερα, θα μπορούν και αύριο.

Ένα ακόμη θέμα που αυξάνει τις ανησυχίες των διοικήσεων της βιομηχανίας είναι τόσο η άνοδος στις διεθνείς τιμές των πρώτων υλών, που πλήττει άμεσα και έμμεσα το μεγαλύτερο εύρος της εγχώριας παραγωγής τροφίμων, όσο και οι κάθε λογής αυξήσεις στην άμεση και την έμμεση φορολογία.

Η ελπίδα των εξαγωγών
Η περαιτέρω άνοδος των εξαγωγών αποτελεί τη μεγάλη ελπίδα του κλάδου των τροφίμων για το επόμενο χρονικό διάστημα, εκτιμά ο κ. Π. Παπαδάκης, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΜΕΒΓΑΛ. Η κατάσταση στην εσωτερική αγορά, όπως λέει, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας, καθώς η διεύρυνση των έμμεσων φόρων, η αύξηση του κόστους της ενέργειας και η περικοπή του διαθέσιμου καταναλωτικού εισοδήματος πιέζουν τις πωλήσεις και κυρίως την κερδοφορία.

Η τελευταία πλήττεται, ιδιαίτερα στον εξόχως ανταγωνιστικό κλάδο της γαλακτοβιομηχανίας από τις συνεχείς και απανωτές προσφορές, οι οποίες, αν και δεν έχουν τη συχνότητα που συναντάται σε άλλους κλάδους (πχ των απορρυπαντικών), αποτέλεσαν τον υπ’ αριθμό ένα παράγοντα για την εμφάνιση ζημιών.

Σημαντικό ζήτημα στο επόμενο χρονικό διάστημα αναδεικνύεται, όπως επισημαίνει ο κ. Παπαδάκης, η αύξηση του ΦΠΑ στην εστίαση από το 13% στο 23%, καθώς ο τομέας του catering είναι πελάτης των περισσότερων βιομηχανιών. Όπως σχολιάζει, «ήδη ζούμε τη μείωση των πωλήσεων που προέρχεται από την πτώση της δουλειάς των εστιατορίων και των άλλων παρεμφερών σημείων πώλησης. Η αύξηση του ΦΠΑ στην εστίαση είναι δεδομένο ότι θα προβληματίσει όλους τους εμπλεκόμενους σε αυτό το κομμάτι της αγοράς, το οποίο στην Ελλάδα είναι συγκριτικά μεγάλο, λόγω του ότι οι Έλληνες συνδέουμε την ψυχαγωγία και τη διασκέδαση με το φαγητό».

Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο περικοπής των περιθωρίων κέρδους των εμπλεκόμενων στην εστίαση, προκειμένου να μην επιβαρύνεται ο τελικός πελάτης, σημειώνει πως η μείωση της κερδοφορίας βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση με το πόσο αντέχει ο καθένας τη συμπίεση των αποτελεσμάτων του.

«Γι’ αυτό η κάθε βιομηχανία καθορίζει τη σχετική περικοπή από τη δική της σκοπιά, που είναι και μοναδική».

Αυτό, όμως, που θα επιδράσει δραστικά στην πορεία πολλών βιομηχανιών, είναι η άνοδος στις τιμές των πρώτων υλών, που αναπόφευκτα θα επηρεάσει τις τιμές ραφιού. «Δεν μπορεί να αγνοήσουμε πως στο δικό μας παραγωγικό πεδίο, του φρέσκου γάλακτος, καταγράφεται το τελευταίο διάστημα ένα διψήφιο ποσοστό ανόδου, ως αποτέλεσμα της διεύρυνσης του κόστους παραγωγής και των ιδιομορφιών της ελληνικής αγοράς, που είναι κατακερματισμένη και μικρή», καταλήγει ο πρόεδρος της ΜΕΒΓΑΛ.


Κλονίζεται η εμπιστοσύνη στην αγορά
Για κατάσταση που χειροτερεύει όλο και περισσότερο για τη βιομηχανία τροφίμων κάνει λόγο ο κ. Θ. Κουτσουρνάς, διευθυντής μάρκετινγκ της κονσερβοβιομηχανίας ΚΟΝΒΑ ΑΕ. Όπως λέει χαρακτηριστικά, «οι πωλήσεις των τροφίμων, αν και πρόκειται για τα τελευταία προϊόντα στα οποία οι καταναλωτές κάνουν περικοπές, σήμερα πλήττονται. Είμαστε πλέον επιφυλακτικοί σε σχέση με το ποιοι είναι αυτοί που πουλάμε. Για τις μεγάλες λιανεμπορικές αλυσίδες δεν τίθεται ζήτημα, όμως για τις μικρότερες τοπικές αλυσίδες και τα μεμονωμένα καταστήματα, υπάρχουν περιπτώσεις που μειώνουμε τις παραγγελίες γιατί δεν ξέρουμε πότε και αν θα πληρωθούμε. Η εμπιστοσύνη της αγοράς στις ημέρες μας διαβρώνεται».

Και προσθέτει: «Την ίδια στιγμή τα σούπερ μάρκετ ασκούν πιέσεις στη βιομηχανία για συνεχείς προσφορές, οι οποίες όμως πλήττουν την κερδοφορία της. Ενώ καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια να διατηρούνται ανοδικές οι πωλήσεις μας, οι προσφορές οδηγούν σε ολοένα και πιο περιορισμένα αποτελέσματα. Δυστυχώς ένα μεγάλο ποσοστό των προϊόντων είναι σε προσφορά, οπότε αναγκαστικά, ακόμη κι όταν δεν διατίθεσαι να κάνεις αντίστοιχες εκπτώσεις στα είδη σου, υποχρεούσαι τελικά να το κάνεις, ώστε να κρατήσεις τον όγκο των πωλήσεων, να μην τον χάσεις προς όφελος κάποιου ανταγωνιστή σου».

Και καταλήγει: «Η κατανάλωση σημειώνει πτώση και θα εξακολουθήσει να πέφτει, όπως δείχνουν τα πράγματα. Τα προϊόντα, που τα ονομάζουμε “δεύτερα” καθότι δεν συγκεντρώνουν τον κύριο όγκο των πωλήσεων, χάνουν τζίρο. Δεν τολμώ να διανοηθώ πώς μπορεί να αποφασιστεί η αύξηση του ΦΠΑ στα τρόφιμα, που απευθύνονται στο ευρύ κοινό. Κάτι τέτοιο θα έβαζε σε περιπέτειες βιωσιμότητας πάρα πολλές βιομηχανίες».

Σχετικά, πάντως, με την αύξηση του ΦΠΑ στην αγορά της μαζικής εστίασης, υποθέτει πως «τα καταστήματα μπορεί να τον απορροφήσουν, εφόσον δουλεύουν με σαφώς υψηλότερο περιθώριο κέρδους, σε σχέση με τη βιομηχανία».

«Κλειδί» οι σταθερές τιμές
Η κατανάλωση και οι διακυμάνσεις της αποτελούν τον πιο αξιόπιστο δείκτη σχετικά με το πώς θα κινηθεί η αγορά, τονίζει ο κ. Μ. Σαράντης, διευθύνων σύμβουλος της γαλακτοβιομηχανίας Όλυμπος. Όπως λέει, «εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορετικές ομάδες καταναλωτών, άλλοι που είναι διατεθειμένοι να πληρώνουν περισσότερα χρήματα για ένα είδος διατροφής κι άλλοι που κυνηγούν τα χαμηλής τιμής. Ό,τι πληρώνεις, παίρνεις.

Η κατανάλωση σίγουρα έχει μειωθεί, αλλά εν τέλει όχι καθοριστικά και ασφαλώς δεν ευθύνεται για τη μείωση των περιθωρίων κέρδους, τουλάχιστον όσο κάποιοι το παρουσιάζουν». Προσθέτει δε ότι «εάν μία βιομηχανία τροφίμων εξακολουθεί να διατηρεί ένα ικανοποιητικό περιθώριο σήμερα, δεν έχει ανάγκη να κάνει προσφορές. Μπορεί να παραμένει στην αγορά με μία σταθερή, κανονική τιμή».

Όσο για τις προσφορές, ο κ. Σαράντης σχολιάζει: «Θεωρώ ότι οι προσφορές ταιριάζουν περισσότερο στους καινούργιους κωδικούς κι όχι τόσο στους καθιερωμένους…».

Σχετικά με τα περιθώρια κέρδους και τη διατήρησή τους, ο διευθύνων σύμβουλος της Όλυμπος εστιάζει στο γεγονός της αύξησης στην τιμή της πρώτης ύλης: «Η ανατίμηση της πρώτης ύλης επηρεάζει καθοδικά την κερδοφορία μας. Αλλά ένα ποιοτικό προϊόν, όπως το φρέσκο γάλα, πρέπει να πληρώνεται, καθότι η παραγωγή του δεν είναι εύκολη υπόθεση και μέχρι να φτάσει στο ψυγείο του καταναλωτή, μεσολαβεί μία ολόκληρη διαδικασία υψηλού κόστους».

«Αγκάθι» η αύξηση στις πρώτες ύλες
Οι ανατιμήσεις των πρώτων υλών είναι μεγάλο αγκάθι για τη διατήρηση της κερδοφορίας και για έναν άλλο τομέα του κλάδου των τροφίμων, της πτηνοτροφίας.

Σύμφωνα με τον κ. Λάζαρο Τσακανίκα, γενικό διευθυντή της μεγαλύτερης εγχώριας πτηνοτροφικής βιομηχανίας, της Πίνδος, «δυστυχώς οι υψηλότατες τιμές στα δημητριακά, ενώ εξακολουθούν, δεν βοηθούν καθόλου τη διατήρηση του κόστους της λειτουργίας μας σε λογικά επίπεδα. Η κερδοφορία των επιχειρήσεων πλήττεται συθέμελα απ’ αυτό το γεγονός… Η τιμή του κοτόπουλου διαμορφώνεται σε ποσοστό 60% από το κόστος των ζωοτροφών. Σχετικά υπήρξαν μεγάλες μεταβολές τελευταία. Η αύξηση στην τιμή των σιτηρών συμπαρέσυρε και τις τιμές του καλαμποκιού, της σόγιας, του φοινικέλαιου και του σογιέλαιου, δηλαδή όλων των βασικών πρώτων υλών της ζωοτροφής.

Έτσι προέκυψαν πολύ σημαντικά κόστη για τους παραγωγούς και γίνεται μεγάλη προσπάθεια να βρεθεί η χρυσή τομή, δηλαδή και οι τιμές λιανικής να μην ανατιμώνται συνέχεια και οι βιομηχανίες να μπορέσουν να παραμείνουν βιώσιμες». Όπως μας είπε, η κάμψη σήμερα της ζήτησης των τελικών προϊόντων φτάνει έως το 15%.

Σχετικά με τις βραχυπρόθεσμες εξελίξεις, σε συνάρτηση και με τις συνεχείς προσφορές για την προσέλκυση του καταναλωτικού ενδιαφέροντος, ο κ. Τσακανίκας σημειώνει ότι «τα μόνα κερδισμένα είναι τα σούπερ μάρκετ. Με τις συνεχείς προσφορές φεύγει ο κόσμος από τα μικρά μαγαζιά και πάει στις αλυσίδες, οι οποίες πιέζουν τη βιομηχανία για μεγαλύτερες παροχές και εκπτώσεις. Αυτές τις εκπτώσεις, όμως, είναι μόνο της βιομηχανίας, αυτή τις επιβαρύνεται.

Αντίθετα οι αλυσίδες κερδίζουν σε τζίρο και επισκεψιμότητα. Για τις πτηνοτροφικές επιχειρήσεις οι συνεχείς και μεγάλες προσφορές, οι οποίες συνηθίζονται σε άλλους τομείς του κλάδου των τροφίμων, δεν έχουν και πολύ νόημα», καταλήγει ο γενικός διευθυντής της εταιρείας Πίνδος.


Τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις με ζημιές
Όπως προκύπτει από την ανάλυση των ισολογισμών του 2010 για τη βιομηχανία τροφίμων, ζημιογόνες ήταν πέρυσι τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις. Τα ζημιογόνα αποτελέσματα, μάλιστα, ήταν μεγαλύτερα από τα κέρδη των κερδοφόρων επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα ο κλάδος να παρουσιάζει συνολικά αρνητικό οικονομικό αποτέλεσμα, για πρώτη φορά εδώ και αρκετές δεκαετίες. Αυτά προκύπτουν από την επεξεργασία των οικονομικών στοιχείων 463 επιχειρήσεων με πωλήσεις άνω των 3 εκατ. ευρώ και συνολικό τζίρο 9,8 δισ. ευρώ (πηγή ΑΠΕ).

Εξαιρουμένων δέκα νέων εταιρικών σχημάτων που λειτούργησαν το 2010, οι 453 παλιές επιχειρήσεις μεσαίου και μεγάλου μεγέθους κατέγραψαν συνολική καθαρή ζημιά 68,6 εκατ. ευρώ το 2010, έναντι καθαρών κερδών 111,1 εκατ. ευρώ το 2009. Οι 453 παλιές επιχειρήσεις κατέγραψαν συνολικές πωλήσεις ύψους 9,4 δισ. ευρώ, αυξημένες έναντι του 2009 κατά 2%.

Οι κερδοφόρες ήταν 267 (59% του συνόλου έναντι 72% έναν χρόνο πριν) και οι ζημιογόνες 186 (41% έναντι 28%).

Σε απόλυτο μέγεθος, η αύξηση των πωλήσεων των 453 επιχειρήσεων ανέρχεται σε 155,1 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις που κατέγραψαν αύξηση πωλήσεων σε πραγματικές, αποπληθωρισμένες τιμές ήταν μόλις 199 (43,9%), ενώ οι 63 (13,9%) τις αύξησαν σε ποσοστό κατώτερο του πληθωρισμού και οι υπόλοιπες 191 (42,2%), είδαν τις πωλήσεις τους να μειώνονται σε τρέχουσες τιμές.

Η άνοδος του κόστους παραγωγής ήταν μεγαλύτερη από την άνοδο των πωλήσεων, με αποτέλεσμα το μεικτό περιθώριο να συμπιεστεί κατά μία εκατοστιαία μονάδα (από το 24,5% στο 23,5%) και τα μεικτά κέρδη να μειωθούν κατά 61,5 εκατ. ευρώ (-3%), στο επίπεδο των 2,2 δισ. ευρώ.

Η ακόμη μεγαλύτερη τελική απώλεια κερδών, που ανήλθε στο 75%, όσον αφορά στα κέρδη προ φόρων (62,2 εκατ. ευρώ έναντι 252,5 εκατ. ευρώ) και στην καταγραφή -μετά την πρόβλεψη για φόρους 130,8 εκατ. ευρώ- καθαρών ζημιών ύψους 68,6 εκατ. ευρώ για το σύνολο των 453 επιχειρήσεων, οφείλεται στις αυξημένες χρηματοοικονομικές δαπάνες και προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις, καθώς και σε επιπρόσθετες φορολογικές δαπάνες με την καταβολή έκτακτης εισφοράς κά. Επιπλέον, τα ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων μειώθηκαν κατά 5% (197,5 εκατ. ευρώ), ενώ οι υποχρεώσεις αυξήθηκαν κατά 4,3% (323,2 εκατ. ευρώ).

Οι εξελίξεις αυτές, σε συνδυασμό με την κατά 2,2%, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή, μείωση του όγκου παραγωγής τροφίμων στη χώρα μας το πρώτο τετράμηνο του τρέχοντος έτους, σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2010, πιστοποιούν ότι ο κλάδος συνεχίζει να αντιμετωπίζει -παρά τη διεύρυνση των εξαγωγών του- σοβαρές δυσχέρειες, εξαιτίας της γενικότερης οικονομικής κρίσης και της μείωσης της εγχώριας ζήτησης.