Αλλαγές με καινοτομίες και ικανοποίηση των αναγκών των ειδικών ομάδων καταναλωτών χρειάζεται το μοντέλο της εγχώριας βιομηχανίας τροφίμων, που πλήττεται από την κρίση. Όπως επισήμανε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη ο κ. Χρήστος Γεωργίου, διευθυντής Τεκμηρίωσης και Μελετών του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος (ΣΒΒΕ), το σύνολο των μεταποιητικών επιχειρήσεων στη Βόρεια Ελλάδα βρίσκεται σε οριακό σημείο.

Η κρίση, κατά τον ίδιο, έχει μειώσει κατακόρυφα την κατανάλωση τροφίμων στην εγχώρια αγορά, γεγονός που έχει συνέπεια οι τοπικές επιχειρήσεις τροφίμων να στρέφονται πολύ εντατικά στην ανάπτυξη εξωστρεφών πρωτοβουλιών για το άνοιγμά τους σε νέες αγορές.

Η τεχνογνωσία και η πολύχρονη εμπειρία των επιχειρήσεων τροφίμων, σε συνδυασμό με την υψηλή ποιότητα των πρώτων υλών που παράγει η χώρα, είναι η καλύτερη βάση για την κατάκτηση των νέων αγορών. Όμως, απαιτείται άμεσα η έμφαση στις καινοτομίες.

Η σημασία του αγροδιατροφικού τομέα για την περιφερειακή και την εθνική οικονομία επιβεβαιώνεται από τα οικονομικά μεγέθη του κλάδου, τα οποία ακόμη και κατά τη διάρκεια της κρίσης παραμένουν σε σημαντικά επίπεδα. Ειδικότερα, περίπου το 30% του ανθρώπινου δυναμικού της βιομηχανίας τροφίμων απασχολείται στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, ενώ οι εξαγωγές των επιχειρήσεων τροφίμων της περιφέρειας αποτελούν το 40% των εθνικών εξαγωγών τροφίμων.

Ωστόσο, η ισχυρή παραγωγική δομή του τομέα τροφίμων στην Κεντρική Μακεδονία, ενώ αποτελεί ισχυρό στοιχείο της περιφερειακής οικονομίας, δεν διασφαλίζει την μελλοντική του ανάπτυξη. Αντίθετα, στοιχεία όπως η βιώσιμη γεωργία για τη μείωση του περιβαλλοντικού αντίκτυπου, η «πράσινη» παραγωγή, με την αξιοποίηση των υπολειμμάτων της παραγωγικής διαδικασίας και την εξοικονόμηση ενέργειας, η διασφάλιση της ασφάλειας και της υγιεινής των τροφίμων μέχρι τη διάθεσή τους στον τελικό καταναλωτή, όπως και οι επιλογές των καταναλωτών, επιδρούν καθοριστικά στη επιχειρηματική δραστηριότητα και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων του κλάδου.

Επιπλέον, οι επιχειρήσεις τροφίμων καλούνται να ανταποκριθούν σε προκλήσεις, όπως η ικανοποίηση των αναγκών ειδικών ομάδων καταναλωτών (ηλικιωμένοι, πάσχοντες από ασθένειες, παιδιά, κτλ.), που διανοίγουν νέα πεδία επιχειρηματικής δραστηριοποίησης. Αλλά η αξιοποίηση τέτοιων ευκαιριών απαιτεί και προϋποθέτει την έρευνα.

Ελιές με προβιοτικά
Αποτέλεσμα έρευνας είναι, άλλωστε, η παραγωγή ελαίων με προβιοτικά, που δημιούργησαν επιστήμονες του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού «Δήμητρα», στο πλαίσιο ευρωπαϊκού προγράμματος στο οποίο συμμετείχαν ελαιοπαραγωγικές χώρες (Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία).

Τα αποτελέσματα του προγράμματος παρουσίασε η συντονίστριά του, μικροβιολόγος τροφίμων, κυρία Χρυσούλα Τάσσου, σε ημερίδα με θέμα «Metagenomes and Food: Innovations for Agriculture, Nutrition and Health», που συνδιοργάνωσαν στη Θεσσαλονίκη το Ινστιτούτο Εφαρμοσμένων Βιοεπιστημών του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ), ο ΣΒΒΕ και το Γαλλικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης. «Το πρόγραμμα είχε ως στόχο να παραχθεί ένα καινοτόμο προϊόν και οι προβιοτικές ελιές ικανοποιούσαν αυτό τον στόχο», τόνισε η κυρία Τάσσου.

Όπως εξήγησε, επιλέχθηκαν βακτήρια με προβιοτικές ιδιότητες που υπάρχουν στη χλωρίδα της ελιάς και χρησιμοποιήθηκαν στη ζύμωσή της, δηλαδή στη φυσική διαδικασία των 3-4 μηνών που απαιτείται για να αποκτήσει η ελιά τα οργανοληπτικά στοιχεία που έχει. «Στην ουσία πήραμε τα συγκεκριμένα βακτήρια με τα προβιοτικά που έχουν οι ελιές και τα βάλαμε, σε αυξημένη ποσότητα, στην άλμη όπου γίνεται η ζύμωση.

Τα αποτελέσματα ήταν ικανοποιητικά, αφού δεν αλλοιώθηκε ούτε η γεύση ούτε άλλαξε ο τρόπος συντήρησης του προϊόντος», εξήγησε η ίδια, προσθέτοντας: Το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα, συνολικού προϋπολογισμού 2 εκατ. ευρώ, ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2010 και αναμένεται να ολοκληρωθεί τον Φεβρουάριο του 2013, με την εφαρμογή των αποτελεσμάτων του σε μέρος της ελαιοπαραγωγής εταιρείας στη Κατερίνη.