Η κρίση δεν ανέκοψε το καταναλωτικό ενδιαφέρον για τα βιολογικά προϊόντα. Παρά την αποδυνάμωση της αγοραστικής δύναμης του μέσου νοικοκυριού και την ακριβότερη τιμή τους από τα συμβατικής παραγωγής προϊόντα, η συγκεκριμένη αγορά εξακολουθεί να διευρύνεται, αλλά με βραδύτερους ρυθμούς, σε σχέση με το παρελθόν. Σημαντική ώθηση στις πωλήσεις έδωσε η διανομή μέσω των σούπερ μάρκετ από όπου προέρχεται πιθανώς έως και το 60% του συνολικού ετήσιου τζίρου της, που υπολογίζεται στα 120 εκατ. ευρώ.

Το 2009 οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις βιολογικών καλλιεργειών στη χώρα μας ανέρχονταν σε 3,2 εκατ. στρέμματα, συμπεριλαμβανομένων των βοσκοτόπων και των καλλιεργειών σε μεταβατικό στάδιο, ενώ στον κλάδο δραστηριοποιούνται περίπου 25.000 επιχειρηματίες. Όμως στη βιολογική γεωργία διαπιστώνεται έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης και ενημέρωσης, αδυναμία οργάνωσης των παραγωγών, απουσία συστήματος ελέγχου και ανακόλουθη προσφορά σε σχέση με τη ζήτηση, η οποία ολοένα αυξάνει.

Στο πλαίσιο αυτό, οι προτεραιότητες της αγοράς των βιολογικών προϊόντων, προκειμένου να αναπτυχθεί περαιτέρω, είναι να υπάρξει σταθερότητα στη σχέση ποιότητας/κόστους των προϊόντων, σεβασμός στον καταναλωτή, συνέπεια στις σχετικές εμπορικές δραστηριότητες και δεσμεύσεις, παραγωγή προϊόντων ανάλογη με τη ζήτηση, λειτουργία ομάδων παραγωγών και συνεταιρισμών, όπως και ενίσχυση της διαπραγματευτικής τους δύναμης.

Αυτά επισημάνθηκαν, μεταξύ άλλων, σε ημερίδα για τη βιολογική γεωργία και τα προϊόντα της, η οποία πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο των εκθέσεων Detrop, Oenos και Biologica, με φορείς διοργάνωσης το Δίκτυο Βιολογικών Προϊόντων, το Δίκτυο «Πράξη» (που αποτελεί συντονιστή του Enterprise Europe Network-Hellas) και τη Helexpo.

Την έλλειψη κατεύθυνσης και συγκεκριμένης στρατηγικής της αγοράς των βιολογικών προϊόντων διαπίστωσαν οι περισσότεροι ομιλητές, αφού συχνά η παραγωγή κι εμπορία των σχετικών ειδών δεν συμβαδίζει με τις καταναλωτικές απαιτήσεις. Έτσι λχ, ενώ η διεθνής ζήτηση οπωροκηπευτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων εμφανίζει ανοδικές τάσεις, οι έλληνες βιοκαλλιεργητές τείνουν να δίνουν έμφαση σε άλλα προϊόντα.

Ωστόσο, η αναντιστοιχία παραγωγής και ζήτησης δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα που καλείται να λύσει ο κλάδος, ο οποίος παρά τις εγγενείς αδυναμίες του είναι από τους λίγους που καταφέρνει ακόμη και μέσα στις δυσκολίες της τρέχουσας συγκυρίας, να καταγράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. «Στην Ελλάδα σήμερα καλλιεργούνται περίπου 1,7 εκ. στρέμματα με βιολογικά προϊόντα (χωρίς τα βοσκοτόπια).

Σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ευρώπης παρατηρείται μια σημαντική υστέρηση», υπογράμμισε ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κ. Γιάννης Κουτσούκος, συμπληρώνοντας ότι στην πλειονότητά τους αυτές οι εκτάσεις βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο, δεν είναι πλήρως βιολογικής καλλιέργειας.

Εκτίμησε, επίσης, ότι αρκετοί από τους έλληνες βιοκαλλιεργητές θα αποχωρήσουν από τον κλάδο μόλις ολοκληρωθεί η πενταετής περίοδος των οικονομικών ενισχύσεων. «Σε αυτό συμβάλλουν δύο επιπλέον λόγοι: αφενός οι μη ικανοποιητικές συχνά τιμές παραγωγού και αφετέρου η αβεβαιότητα της διάθεσης, η έλλειψη, για παράδειγμα, μιας συμβολαιακής σχέσης μεταξύ παραγωγών και αγοραστών», είπε ο κ. Κουτσούκος.

Πολιτική διεπαγγελματικής συνεργασίας
Επομένως, η αποτελεσματική διάθεση αυτών των προϊόντων αποτελεί ζητούμενο, πολύ περισσότερο εφόσον περίπου τα μισά εξειδικευμένα καταστήματα εμπορίας βιολογικών προϊόντων έχουν βάλει λουκέτο μέσα στην τελευταία τετραετία, ενώ, από την άλλη πλευρά, το 50% της πώλησης τέτοιων τροφίμων ελέγχεται από μόλις δύο αλυσίδες σούπερ μάρκετ, τουλάχιστον σύμφωνα με τον κ. Κουτσούκο.

Αν και οι ελληνικές βιοκαλλιέργειες αναπτύσσονται σήμερα υπό νεφοσκεπή ουρανό, δεν σημαίνει πως λείπουν οι δυνατότητες. «Ο κλάδος είναι εξωστρεφής. Οι εξαγωγές ισοδυναμούν με τη μισή περίπου εγχώρια κατανάλωση. Η παγκόσμια ζήτηση αυξάνεται ακόμη και σε περίοδο κρίσης και συγκεντρώνεται σε περιοχές με τις οποίες έχουμε ιδιαίτερες εμπορικές σχέσεις, όπως η ΕΕ και οι ΗΠΑ», τόνισε ο κ. Κουτσούκος, συμπληρώνοντας, ωστόσο: «Παρά τις θετικές επιδόσεις μας στις εξαγωγές, δυστυχώς, το μεγαλύτερο μέρος των βιολογικών προϊόντων που καταναλώνονται εγχωρίως είναι εισαγόμενα, με αποτέλεσμα το εμπορικό ισοζύγιο να είναι ιδιαίτερα αρνητικό».

Οι αστοχίες στην αγροτική πολιτική στο συγκεκριμένο πεδίο έχουν εντοπιστεί, οπότε η νέα αρχιτεκτονική του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων προτάσσει τη διεπαγγελματική προσέγγιση, δηλαδή, τον συντονισμό της δράσης των παραγωγών με τους μεταποιητές, το εμπόριο, τους εξαγωγείς κλπ, μετά από συνεννόηση μεταξύ τους και προγραμματισμό από κοινού.

Ο κ. Ευάγγελος Διβάρης, Ειδικός Γραμματέας Διοικητικού Τομέα Κοινοτικών Πόρων και Υποδομών του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης εκτίμησε ότι η εξέλιξη των προγραμμάτων για τη βιολογική γεωργία θα αρχίσει μέχρι το Πάσχα.

Από την πλευρά του ο κ. Δημήτρης Συμεωνίδης, πρόεδρος του Δικτύου Βιολογικών Προϊόντων, ανέφερε ότι «στο πλαίσιο μιας γενικότερης θεώρησης των πραγμάτων της αγοράς, φαίνεται ότι τα βιολογικά προϊόντα αντεπεξέρχονται στην οικονομική κρίση πολύ καλύτερα από τα συμβατικά προϊόντα. Όμως οι παραγωγοί μας χρειάζονται υποστήριξη και βοήθεια από την πολιτεία. Τα προγράμματα για τη βιολογική γεωργία είναι επιτακτική πλέον ανάγκη να διευρυνθούν και δη σε κατεύθυνση που θα ωθεί την παραγωγή προϊόντων, που έχει ανάγκη η αγορά, αποφεύγοντας τις στρεβλώσεις του παρελθόντος…».


Κύριο κανάλι πωλήσεων τα σούπερ μάρκετ
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο κ. Περικλής Λαζίδης, υπεύθυνος αγορών του ομίλου Μασούτη, τόνισε ότι από το 2007 μέχρι σήμερα ως ποσοστό η ανάπτυξη της αγοράς βιολογικών προϊόντων στα καταστήματα της αλυσίδας έφτασε το 54%, με την αξία να υπολογίζεται συνολικά στα 4,2 εκατ. ευρώ. Επίσης, όπως είπε, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένα κλείσιμο της «ψαλίδας» στις τιμές των βιολογικών, έναντι των συμβατικών, έτσι ώστε οι σχετικές διαφορές κυμαίνονται από 30% έως 50%.

Η αλυσίδα Μασούτης, η οποία ενέταξε τα βιολογικά προϊόντα στα καταστήματά της το 2006, σήμερα διανέμει περί τους 4.000 κωδικούς από αυτά, σε φρέσκα και σε συσκευασμένα προϊόντα. Ο κ. Λαζίδης επισήμανε ότι η βιολογική γεωργία εμφανίζει ραγδαία ανάπτυξη διεθνώς. Η παγκόσμια ζήτηση παρουσιάζει αύξηση περίπου 5%, ή σε αξία ανέρχεται στα 5 δισ. δολάρια ετησίως, η Ευρώπη απορροφά περί το 54% των παγκόσμιων πωλήσεων, ενώ στην Ελλάδα «ακόμη και σε αυτήν τη δύσκολη οικονομική περίοδο, η κατανάλωση των βιολογικών προϊόντων αυξάνεται».

Κατά την άποψή του σε ποσοστό περίπου 40%-45% οι εγχώριες πωλήσεις της εν λόγω αγοράς γίνονται από το κανάλι του οργανωμένου λιανεμπορίου. Σύμφωνα με άλλες απόψεις, το ποσοστό αυτό πιθανώς φτάνει το 60%.

Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι οι πέντε μεγαλύτερες αλυσίδες σούπερ μάρκετ της χώρας ήδη διαθέτουν ειδικά τμήματα πώλησης βιολογικών προϊόντων.
Ο κ. Ευθύμης Τσιμπίδης, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Green Bay ΕΠΕ, υποστήριξε πως «θα έπρεπε να είμαστε ο κήπος της Ευρώπης», λόγω των δυνατοτήτων που κρύβει η ελληνική γη από άποψη κλιματικών συνθηκών». Αλλά την ίδια στιγμή τόνισε τη θλίψη του, αφού «όταν πηγαίνω στο εξωτερικό δεν βλέπω να υπάρχουν στα ράφια των σούπερ μάρκετ οι ελιές Καλαμών, οι θρούμπες Θάσου και τόσα άλλα ελληνικά γεωργικά προϊόντα».

Στα προβλήματα που έχουν προκύψει στη βιολογική καλλιέργεια κρόκου (σαφράν), επειδή μεταξύ άλλων η ελληνική πολιτεία πλέον δεν την επιδοτεί, με συνέπεια να μειώνονται οι φυτευόμενες εκτάσεις, και μαζί με αυτές η παραγωγή του προϊόντος, αναφέρθηκε ο κ. Νίκος Πατσιούρας, πρόεδρος του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Κροκοπαραγωγών Κοζάνης.

Από την πλευρά του ο κ. Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης, διευθύνων σύμβουλος της Pelopac ABEE, εκτίμησε ότι η αγορά των βιολογικών προϊόντων ανακάμπτει από την κρίση, παρουσιάζοντας μικρή, αλλά σταθερή ανάπτυξη από το 2009, της τάξης του 5%. Ταυτόχρονα, επισήμανε την ανάπτυξη των βιολογικών προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, εξαιτίας της ανταγωνιστικότητας των τιμών τους.

Τέλος, ο κ. Λευτέρης Ξανθάκης, ιδιοκτήτης της εταιρείας Λακωνικό Λιοτρίβι ΟΕ, επισημαίνοντας τα προβλήματα που εντοπίζονται στα στάδια της διακίνησης και διάθεσης των βιολογικών προϊόντων, παρουσίασε τη μέθοδο διανομής τους κατά το σύστημα door to door, που αναπτύσσει η εταιρεία του.