Η οικονομική κρίση εντείνει και δραματοποιεί τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της εθνικής αμπελοοινικής οικονομίας, έτσι ώστε τίθενται σοβαρά ερωτηματικά για το μακροπρόθεσμο μέλλον της, κι αυτό ανεξαρτήτως της κρίσης καθαυτήν ή της σημαντικής συλλογικής πρωτοβουλίας των Ελλήνων οινοποιών, για την προώθηση των προϊόντων τους σε όλο τον κόσμο. Αυτό υποστηρίζει ο κ. Βασίλης Κουρτάκης, διευθύνων σύμβουλος της GWC Ελληνικά Κελλάρια Οίνων.

Μάλλον σπάνια η συζήτηση με έναν μάνατζερ γίνεται «παράθυρο» για τη θέαση του όλου όχι απλώς των προβλημάτων του κλάδου του, αλλά της διάρθρωσης των οικονομικών και θεσμικών δομών που προσδιορίζουν την υπόσταση και καθορίζουν τα όρια των εγχειρημάτων των φορέων που μετέχουν στη ζωή του συγκεκριμένου κλάδου, αλληλοεπιδρώντας ή επηρεάζοντάς την, και δη υπό συνθήκες όπου η ύφεση κάνει τις ασθένειες της ελληνικής οικονομίας καλπάζουσες.
Ο λόγος του κ. Βασίλη Κουρτάκη, παραστατικότατος στην πυκνότητά του, έχει ένα τέτοιο προσόν γιατί είναι αποτέλεσμα της πλούσιας γνώσης κι εμπειρίας και της σφαιρικής αντίληψης του αντικειμένου του στην εθνική και τη διεθνή του διάσταση, καθώς έχει διατελέσει γενικός γραμματέας και πρόεδρος του ελληνικού συνδέσμου οινοποιών συνολικά επί 16 έτη, αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Οίνων και Ποτών και πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Κρασιών.

Επιστήμονας και κοσμοπολίτης του κρασιού (σπούδασε οινολογία κι έμεινε στη Γαλλία περίπου οκτώ χρόνια, χώρια απ’ την παραμονή του στις Βρυξέλλες ως πρόεδρος του ευρωπαϊκού κλαδικού συνδέσμου) αποτίμησε στην έναρξη της συζήτησής μας τα όρια της θέσης των ελληνικών κρασιών στην παγκόσμια αγορά του προϊόντος από τη σκοπιά του μάρκετινγκ:  «Είναι διεθνώς αποδεκτό σήμερα ότι το κρασί, βάσει της ποιότητας και της φήμης του, συνιστά καθαυτό έναν αξιόπιστο δείκτη γενικά των γεωργικών επιτευγμάτων μιας χώρας και του επιπέδου των σχετικών υποδομών της. Αυτό ισχύει και για τα κρασιά μας, τα οποία διαχρονικά είναι σημαντικός πρεσβευτής του τόπου μας σε όλο τον κόσμο.

Όμως η φήμη τους είναι εκ των πραγμάτων εξαρτημένη από τη φήμη του τόπου προέλευσής τους –όχι με τη στενή έννοια των γεωγραφικών ενδείξεων, αλλά με την ευρεία, που προσδιορίζει τη θέση της χώρας μας στον παγκόσμιο ορίζοντα της οινοπαραγωγής. Τούτο, λοιπόν, μας απασχολεί όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια της κρίσης, εφόσον είναι κανόνας πως η δυσφήμιση μιας χώρας –πόσω μάλλον η πρωτοφανής δυσφήμιση της χώρας μας την τελευταία τριετία– έχει αρνητικό αντίκτυπο στη διεθνή προτίμηση των προϊόντων που παράγει. Γιατί, ας μην γελιόμαστε, πχ ο Γερμανός καταναλωτής σήμερα δεν απλώνει το χέρι του να πιάσει από το ράφι ή να παραγγείλει στο εστιατόριο ένα μπουκάλι ελληνικό κρασί, με την ίδια θέρμη που θα το έκανε προ πενταετίας. Πάντως, οι καταναλωτές της Αμερικής ή της Ρωσίας δεν αντιδρούν με την ίδια προκατάληψη… Καλώς ή κακώς η εικόνα κανενός προϊόντος, κανενός brand name δεν υπερισχύει της εικόνας της χώρας προέλευσής του. Και δυστυχώς σήμερα καν δεν υπάρχει ένας Ωνάσης, μια Μελίνα ή ένας Χατζιδάκις, να φέρνουν με λαμπρότητα την Ελλάδα στη διεθνή επικαιρότητα ανεξάρτητα από τα όποια προβλήματά της».

Η ύφεση δραματοποιεί προϋπάρχοντα προβλήματα
σελφ σέρβις: Πέρα από το ειδικό βάρος της μάρκετινγκ-εικόνας, η οικονομική κρίση πόσο έχει πλήξει τις δομές του κλάδου;
Βασίλης Κουρτάκης:
Η οικονομική κρίση εντείνει και δραματοποιεί τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα γενικά της αγροτικής μας οικονομίας, έτσι ώστε προβληματιζόμαστε σοβαρά για το μακροπρόθεσμο μέλλον ορισμένων κρίσιμων τομέων της γεωργικής μας παραγωγής, μεταξύ των οποίων η αμπελουργία. Σχηματικά μιλώντας, θα ‘λεγα ότι στην κρίση πρέπει να αποδοθεί το 30% ως 40% της δυσμένειας που βασανίζει ειδικότερα την αμπελοοινική μας παραγωγή. Το υπόλοιπο 60%-70% οφείλεται στη χρόνια έλλειψη αναπτυξιακής πολιτικής ή στην εφαρμογή πολιτικών οι οποίες οδηγούν στην απαξίωση των αμπελοκαλλιεργητών και των αμπελώνων τους, που συν τω χρόνω συρρικνώνονται. Χωρίς πρωτοβουλίες δομικής αναγέννησης συνολικά του κλάδου και ανεξαρτήτως της οικονομικής συγκυρίας δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον.

Στραβό το κλίμα και τα… κλήματα 
σελφ σέρβις: Ποιο είναι το ζητούμενο σχετικά με την αναγέννηση των αμπελοκαλλιεργειών μας από άποψη κατεύθυνσης και πώς αυτό συνδέεται με το μάρκετινγκ των ελληνικών κρασιών; Μιλούν οι αμπελουργοί μας την ίδια γλώσσα συμφερόντων με τους οινοποιούς ως προς τη διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής συνολικά για τον κλάδο; 
Βασίλης Κουρτάκης: Το κεντρικό ζητούμενο είναι η προσαρμογή μας σε ένα μοντέλο σταφυλικής παραγωγής άλλου τύπου, σύγχρονο, με την πλήρη υιοθέτηση των ευρωπαϊκών πρακτικών και την επαρκή ενεργοποίηση των σχετικών οδηγιών της ΕΕ, ώστε να παράγουμε σταφύλια για κρασιά-πρωταγωνιστές στη διεθνή σκηνή. Δεδομένου ότι ο οινοποιός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον αμπελουργό, είμαι υποχρεωμένος να επισημαίνω ότι η εμπεριστατωμένη μελέτη των νυν ορίων της αμπελουργίας μας οδηγεί σε απαισιόδοξα συμπεράσματα για τα προβλήματα όχι της επόμενης διετίας, αλλά της επόμενης δεκαετίας στην αμπελοοινική μας παραγωγή. Αν λάβετε υπόψη σας, για παράδειγμα, ότι η έλλειψη οικιστικής πολιτικής κι η άναρχη δόμηση στα νησιά του Αιγαίου κατατρώγουν μερικούς από τους εκλεκτότερους αμπελώνες, ονομαστούς από την αρχαιότητα, θα αντιληφθείτε τι εννοώ…

Χωρίς σφαιρική αντίληψη σχεδιασμού της αναπτυξιακής στρατηγικής δεν μπορεί να υπάρξει ομαλή συνέχεια για κανένα κλάδο της αγροτικής παραγωγής.  Ο σύνδεσμος των οινοποιών πριν μερικά χρόνια αποφάσισε να αναλάβει πρωτοβουλίες κάλυψης του ελλείμματος στρατηγικής του κράτους, τουλάχιστον στον τομέα του μάρκετινγκ. Στο πλαίσιο αυτό, οργανώσαμε ένα συνέδριο στο Μέτσοβο όπου μιλήσαμε για την κατάσταση με ανοικτά χαρτιά και συμφωνήσαμε να αναλάβουμε κοινή δράση, χρηματοδοτώντας από κοινού την αναζήτηση συνεργατών για τη χάραξη μακροπρόθεσμης πολιτικής μάρκετινγκ.

Είμαστε ο μοναδικός κλάδος της αγροτικής μας οικονομίας που επιχείρησε κάτι τέτοιο και μάλιστα με επιτυχία, αφού καρπός της σχετικής προσπάθειας ήταν μια σοβαρότατη μελέτη, που έγινε με τη χρηματοδοτική ενίσχυση της ΕΕ, για την διεθνή προώθηση του ελληνικού κρασιού και εκτός ΕΕ. Διότι εντέλει οι εξαγωγές μας, αν και δεν υπερβαίνουν το 50% της εγχώριας οινοποίησης-τυποποίησης, λειτουργούν ως προϋπόθεση αναζωογόνησης της δυναμικής του αμπελοοινικού κλάδου και στην εσωτερική αγορά. 

Κοιτάζοντας, ωστόσο, τη σκληρή όψη των πραγμάτων, δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει την εχθρότητα του κράτους έναντί μας –λυπούμαι που το λέω, αλλά και την εγγενή καθυστέρηση στην κουλτούρα σχέσεων μεταξύ αμπελοκαλλιεργητών-οινοποιών. Κι είναι αλήθεια ότι οι δύο πλευρές δεν αντιμετωπίζονται ως φυσικοί σύμμαχοι, δεν αντλούμε από την πείρα των δυτικοευρωπαίων. Στο μεταξύ, οι αμπελοκαλλιεργητές αποθαρρύνονται επαγγελματικά όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα τη μείωση της καλλιεργητικής τους φροντίδας ή την παραίτηση από αυτήν, λόγω οικονομικής αδυναμίας, την οποία επιδεινώνει η κρίση…


Η καλοτυχία μας ως προϊόν καθυστέρησης
σελφ σέρβις: Ο διεθνής ανταγωνισμός στην αγορά του κρασιού έχει κτυπήσει την εγχώρια αγορά;
Βασίλης Κουρτάκης: Για λόγους ανεξάρτητους από τη δράση ή τις αδράνειές μας σταθήκαμε τυχεροί. Ο Έλληνας, όντας υπερήφανος για τα προϊόντα του τόπου του, αναζητά τις ρίζες του πίνοντας κρασί από την ιδιαίτερη πατρίδα του, δημιουργώντας έτσι ένα ανάχωμα στις εισαγωγές.

σελφ σέρβις: Ωστόσο, έτσι συντηρείται και το ανάχωμα στην εμφιάλωση του κρασιού προς όφελος της χύμα διάθεσής του.
Βασίλης Κουρτάκης:
Αυτή είναι η άσχημη όψη της καλής μας τύχης. Έχουμε ευρωπαϊκή μοναδικότητα στο μέγεθος της διανομής χύμα κρασιού –το 60% της εθνικής παραγωγής διοχετεύεται χύμα–, με ό,τι αυτό συνεπάγεται από άποψη φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής, έλλειψης ελέγχων ποιότητας κοκ. Έτσι ο ανταγωνισμός μεταξύ νόμιμων οινοποιείων και τυχάρπαστων οινοποιών, που δυστυχώς είναι πάρα πολλοί, διεξάγεται άνισα. Κι είναι πραγματικά περίεργο ότι σε ένα μεγάλο μέρος τους οι καταναλωτές είναι ακόμα καχύποπτοι με τη βιομηχανική οινοποίηση, όταν από την παλιά ιδέα του «αγνού βαρελίσιου κρασιού» απέμεινε απλώς μια μακρινή μνήμη.

Στην πραγματικότητα όταν μιλούμε για χύμα κρασί εννοούμε επίσης βιομηχανοποιημένη οινοποίηση, αλλά για κρασί απροσδιόριστης προέλευσης και πολλές φορές χαμηλής ποιότητας. Ας μη συζητήσουμε, βέβαια, το μέγεθος της απώλειας, στην οποία οδηγεί η άγνοια του ξένου τουρίστα για την προέλευση του ανώνυμου κρασιού που ήπιε και το οποίο, αν και ασφράγιστο, ας υποθέσουμε ότι του άρεσε –για να πάρουμε την καλλίτερη περίπτωση. Πώς θα το αναζητήσει όταν επιστρέψει στην πατρίδα του;… Έτσι, η ασύλληπτη δυνατότητα του να λειτουργήσει ολόκληρη η τουριστική μας ζώνη σαν ένα τεράστιο εκθετήριο κρασιών χάνεται.

Εμπροσθοφυλακή λογικών τιμών τα σούπερ μάρκετ 
σελφ σέρβις: Υπάρχει, πάντως, ένα ακαταμάχητο επιχείρημα υπέρ του χύμα κρασιού: η τιμή του!
Βασίλης Κουρτάκης:
Την εύλογη απόσταση τιμής μεταξύ brand name και χύμα κρασιού την κατέστησε παράλογη, αλίμονο, η έλλειψη επαγγελματισμού κυρίως των επιχειρήσεων μαζικής εστίασης. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έρευνα, υπερτιμούν το εμφιαλωμένο κρασί που διαθέτουν κατά μέσο όρο 5,5 υψηλότερα από την αξία που το αγοράζουν! Κι αυτό συμβαίνει επί χρόνια… Έτσι, η εμπροσθοφυλακή σήμερα των λελογισμένων τιμών του εμφιαλωμένου κρασιού είναι τα σούπερ μάρκετ, αν και με καθυστέρηση βέβαια…
 
σελφ σέρβις: Καθυστέρηση, γιατί; Πάντως και στο σούπερ μάρκετ η τιμολογιακή απόσταση μεταξύ επώνυμης ετικέτας και private label κρασιού δεν είναι δα μικρή.
Βασίλης Κουρτάκης:
Ήταν. Δεν είναι πια… Προ της κρίσης οι τιμές πολλών brand name κρασιών ήταν υπέρογκα υψηλές, αλλά τούτο δεν οφειλόταν στα σούπερ μάρκετ. Οι οινοποιοί φούσκωναν τις τιμές τους στο όνομα του ότι, έτσι, το προϊόν τους αποκτά μεγαλύτερη αντιλαμβανόμενη αξία και προτιμάται. Έπρεπε να έρθει η κρίση για να βάλουν μυαλό όσοι τιμολογούσαν 8-12 ευρώ το μπουκάλι των 750ml, οπότε σήμερα το τιμολογούν γύρω στα 4 ευρώ.  Σύμπλεγμα ιδιαιτεροτήτων
σελφ σέρβις: Η κρίση ενισχύει τις τάσεις συγκέντρωσης. Τι μέλλεται στον κλάδο σας;
Βασίλης Κουρτάκης: Έχουν συμβεί απίστευτα πράγματα στον κλάδο μας –όλα συμπτώματα της ανώριμης συγκρότησής μας ως κράτος… Όταν προ ριακονταετίας επέστρεψα από την Γαλλία, στον κλάδο δραστηριοποιούμασταν πέντε μεγάλοι οινοποιοί εμφιαλωτές και σχεδόν καθόλου μικροί. Η χωρίς φειδώ χορήγηση δανείων και κοινοτικών επιδοτήσεων για τη δημιουργία νέων οινοποιείων επέτρεψε στον καθέναν να ‘χει τη χαρά να δει το όνομά του πάνω σε μια ετικέτα κρασιού, αλλά και να το ακριβοπουλάει βάσει της αντίληψης που σας εξήγησα, έτσι ώστε ο ανταγωνισμός αντί να ρίχνει τις τιμές τις ανέβαζε. Σήμερα ο κλάδος αριθμεί τουλάχιστον 650 οινοποιούς –αναμφίβολα με εξαιρετικά κρασιά αρκετοί από αυτούς.

Τώρα πια, όμως, οι μισοί περίπου φυτοζωούν. Ακόμα και ονομαστοί μεγάλοι οινοποιοί, με δικούς τους αμπελώνες, δεν τα βγάζουν πέρα, γιατί υποχρεώνονται να πωλούν το προϊόν τους στο ένα τρίτο της τιμής που το διέθεταν προ τριετίας. Ένα επίσης σημαντικό στοιχείο στη διάρθρωση του κλάδου είναι ότι σε μεγάλο βαθμό έχει κλείσει πια η ψαλίδα μεταξύ πολύ μεγάλων και πολύ μικρών επιχειρήσεων, αλλά κι οι δυο-τρεις από τις μεγαλύτερες ακολουθούν στρατηγικές παραγωγής ειδικών κρασιών, δηλαδή κρασιών σχετικά μικρής παραγωγής.

Με αυτά ως δεδομένα, σε ένα πλαίσιο όπου, αφενός η αμπελοκαλλιέργεια φθίνει, άρα δεν υπάρχουν διαθέσιμες ποσότητες σταφυλιών για οινοποίηση, και αφετέρου η εσωτερική αγορά του εμφιαλωμένου κρασιού συρρικνώνεται –μόνο στην τελευταία διετία μειώθηκε περίπου κατά 40%–, το μέλλον είναι αινιγματικό από πολλές πλευρές, αν ως πλευρές εννοήσουμε καθεμιά από τις πάμπολλες ιδιαιτερότητές μας… Όσο για τη ζήτηση είναι γεγονός ότι προσανατολίστηκε στις φθηνότερες ετικέτες και στο χύμα κρασί. Γι’ αυτό μην απορήσετε που η εγχώρια κατανάλωση κρασιού σε όγκο την τελευταία διετία –αθροιστικά εμφιαλωμένου και χύμα– δεν υποχώρησε περισσότερο από 5%-8%…  


  Η οικονομία μας είναι βαριά άρρωστη
σελφ σέρβις:
Μα καλά, δεν απέδωσε η συλλογική προσπάθεια του συνδέσμου σας για τη διεθνή προώθηση του κρασιού; Ή μήπως ατόνησε; Θα περίμενε κανείς ότι η περαιτέρω ανάπτυξη των εξαγωγών σας στην παρούσα συγκυρία θα ήταν σωτήρια για την αντοχή του κλάδου. Βασίλης Κουρτάκης: Όχι, δεν ατόνησε. Την ώρα που μιλούμε γίνονται προωθήσεις των κρασιών μεγάλων και μικρών οινοποιών του κλάδου μας σε σούπερ μάρκετ κι εστιατόρια των ΗΠΑ, του Καναδά, της Ρωσίας και αλλού. Αλλά το πρόγραμμα, που είναι τετραετούς διάρκειας, σε λίγο περισσότερο από έναν χρόνο ολοκληρώνεται. Η αλήθεια είναι ότι οι μεγάλες μας προσδοκίες δεν ικανοποιήθηκαν, αν και δεν τα πήγαμε άσχημα, αφού τώρα το ελληνικό κρασί είναι σε ικανοποιητικό βαθμό διεθνώς αναγνωρίσιμο
 
Όμως δεν «σωθήκαμε», όπως το εννοείτε. Οι εξαγωγές μας αυξήθηκαν μόλις 3%, συνεπώς δεν ισοφαρίζονται οι απώλειες στην εσωτερική αγορά. Από αυτή την κεφαλαιώδους σημασίας προσπάθεια του συνδέσμου μας πιστεύω ότι θα μας μείνουν ως παρακαταθήκη λίγα, ίσως, πράγματα, αλλά ουσιώδη. Όμως, άλλο είναι αυτό που υπονομεύει το μέλλον του κλάδου: η ερήμωση της ελληνικής αμπελουργίας! Φέτος ήταν μια δραματική χρονιά, η δεύτερη συνεχόμενη. Στο Ηράκλειο τα σταφύλια δεν έφτασαν για όλους τους οινοποιούς. Στη Λήμνο ένα σωρό αμπελοκαλλιεργητές εγκατέλειψαν τελείως τα αμπέλια τους. Στη Σάμο έγινε το ίδιο, αλλά λίγο πιο περιορισμένα, όπως και στην Κρήτη άλλωστε.

Την ίδια στιγμή το λιγοστό σταφύλι καπαρώνεται στη «μαύρη» αγορά από τους τσιπουράδες, δηλαδή από τα κατά 95% παράνομα αποστακτήρια τσίπουρου ανά τη χώρα. Όλη η αγορά πια κολυμπάει στο αφορολόγητο τσίπουρο, για την παραγωγή του οποίου δεν αποστάζονται πλέον τα στέμφυλα, αλλά αυτούσιο το σταφύλι για να παράγονται μεγάλες ποσότητες. Η οικονομία μας είναι βαριά άρρωστη. Φανταστείτε ότι, όπως χοντρικά υπολογίζουμε, το κράτος έχει απώλεια εσόδων από αυτή την ανεξέλεγκτη κατάσταση περίπου 350 εκ. ευρώ τον χρόνο! Είναι συγκλονιστικό.

Ο πειθαναγκασμός του οινοποιού
σελφ σέρβις: Πώς εξελίσσεται η σχέση των οινοποιών με τα σούπερ μάρκετ;
Βασίλης Κουρτάκης:
Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, υπάρχουν σήμερα δυο κατευθύνσεις εμπειριών από τη συνεργασία του κλάδου μαζί τους.
Στην πρώτη, χαιρόμαστε τη συνεργασία με τις ελληνικές αλυσίδες, εθνικές και τοπικές, ή με τις διεθνείς αλυσίδες που υιοθετούν εθνική πολιτική στο κρασί. Ακόμα και η Lidl, που αρχικά διέθετε 17 κωδικούς εισαγόμενων κρασιών, αντελήφθη ότι οι ξένες ετικέτες είναι μάλλον απρόσφορη πρόταση στους Έλληνες καταναλωτές, οπότε σήμερα περίπου το 70% των κρασιών που διαθέτει είναι προϊόντα της ελληνικής οινοποιίας.

Όμως, υπάρχει κι η τραυματική εμπειρία της καθυστέρησης πληρωμών, που έχει οδηγήσει στην ασφυξία ή στην πτώχευση πολλούς οινοποιούς, ενώ δυστυχώς απειλεί αρκετούς ακόμα στους μήνες που έρχονται. Σημασία έχει ότι το αποτέλεσμα της καθυστέρησης των πληρωμών δεν αλλάζει, είτε αυτή οφείλεται στην πολιτική πυγμής είτε στα τερατώδη οικονομικά προβλήματα ενός ορισμένου λιανεμπορικού ομίλου, με ηγετική θέση στην αγορά…

Φυσικά, το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό. Ο πειθαναγκασμός του παραγωγού από αλυσίδες με δεσπόζουσα θέση στην αγορά οδηγεί σε τραγικές καταστάσεις. Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συνδέσμου, για παράδειγμα, είχα επανειλημμένως την εμπειρία των καταγγελιών κατά της TESCO, η οποία σε τελική ανάλυση αποφασίζει για τον θάνατο ή τη ζωή του παραγωγού στην οποιαδήποτε άκρη της Γης. Υπό τέτοιους όρους, όμως, η ευρωπαϊκή πολυφωνία στον ανταγωνισμό του κρασιού τείνει να χαθεί. Και να φανταστεί κανείς ότι η αμπελοοινική οικονομία κατέχει το 14% της ευρωπαϊκής αγροτικής οικονομίας!