Ανεξέλεγκτες διαστάσεις έχουν λάβει πλέον οι ανατιμήσεις στα προϊόντα που διακινούνται από τα σούπερ μάρκετ. Ο πληθωρισμός τον Μάρτιο εκτοξεύτηκε στο 8,9% σε ετήσια βάση, ενώ ο σχετικός δείκτης για τα είδη καθημερινής ανάγκης (είδη διατροφής και μη αλκοολούχα ποτά) κατέγραψε άνοδο 8,1%, άνοδο στο πλαίσιο της οποίας οι τιμές των ελαίων και των λαχανικών αυτό το μήνα «βγάζουν μάτι», με αυξήσεις 19,9% και 13% αντίστοιχα.

Στην αγορά έχει ξεσπάσει «πόλεμος τιμών». Πολλοί από τους προμηθευτές ανατιμούν τα προϊόντα τους για τρίτη ή και τέταρτη φορά σε διάστημα μόλις έξι μηνών, ενώ οι αλυσίδες αναζητούν αναχώματα για την αντιμετώπιση ενός διαρκούς τσουνάμι ανατιμήσεων, που δεν έχουν ξαναζήσει τις τελευταίες δεκαετίες.

Βάσει των πιο πρόσφατων τιμοκαταλόγων χονδρικής που ήλθαν σε γνώση των λιανεμπόρων, οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις διαπιστώνονται στα άλευρα, τα οποία τον Μάρτιο ακρίβυναν για μια ακόμη φορά από 7% έως και 55%, ανάλογα με το είδος του προϊόντος, τη συσκευασία του και τον παραγωγό του. Στα ηλιέλαια καταγράφηκαν επίσης νέες ανατιμήσεις έως και 38% (συσκευασία των 15 λίτρων), στη ζάχαρη 11% και στα κίτρινα τυριά έως 10%.

Αν αξιολογήσουμε απολογιστικά το τι έχει συμβεί στις τιμές από τον περασμένο Σεπτέμβριο μέχρι τα μέσα του Μαρτίου, η εικόνα φαντάζει χωρίς προηγούμενο, τουλάχιστον σε όσους δεν έχουν ακόμα δει να γκριζάρουν για τα καλά οι κρόταφοί τους. Σε συνολικά περίπου τριάντα βασικές κατηγορίες τροφίμων και δύο μη τροφίμων, στα καλλυντικά και τα χαρτικά, οι ανατιμήσεις είναι συνεχείς, με τον έναν μετά τον άλλο τους προμηθευτές τους να ανακοινώνουν νέους τιμοκαταλόγους χονδρικής όλο και πιο αυξημένους. Η μεγαλύτερη ανατιμητική κινητικότητα καταγράφεται στη ζάχαρη, τα γαλακτοκομικά, τα ζυμαρικά, τα αρτοσκευάσματα και το ηλιέλαιο.

Πώς διαμορφώνεται ο κλαδικός τιμάριθμος
Οι προβλέψεις για τον εσωτερικό-κλαδικό πληθωρισμό στα σούπερ μάρκετ κάνουν σήμερα λόγο για ποσοστά της τάξης του 10% και του 11%. Τον Μάρτιο, όπως αναφέρουν παράγοντες του κλάδου, ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στα επίπεδα του 6%-7%, όταν τον Φεβρουάριο ήταν 3%-4%. Ο δείκτης δείχνει κυριολεκτικά ασυγκράτητος και κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει ως πού θα τον φτάσει η προωθητική του δύναμη, τουλάχιστον όσο ο μαίνεται ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος, όσο εντείνονται οι διεθνείς πιέσεις για την παράτασή του και όσο ο κίνδυνος για μια μεγαλύτερη ανάφλεξη εξακολουθεί να είναι ορατός.

Ενδιαφέρον έχουν τα στοιχεία που εξασφάλισε το «σελφ σέρβις», τα οποία δείχνουν την εξέλιξη της μέσης τιμής πώλησης στα σούπερ μάρκετ, μετά από όλες τις εκπτώσεις και τις προσφορές, όλων των κωδικών κάθε κατηγορίας, για το διάστημα που μεσολάβησε από τον περασμένο Οκτώβριο έως και τα τέλη του Μαρτίου. Βάσει αυτών και στο βαθμό που το μίγμα των πωλήσεων ανά κατηγορία δεν έχει αλλάξει, δίνεται μια καλή ένδειξη του εσωτερικού τιμαρίθμου, όχι όμως απαραίτητα και της εξέλιξης των τιμοκαταλόγων των προμηθευτών. Κι αυτό διότι μπορεί, για παράδειγμα, ένας προμηθευτής να αύξησε έμμεσα τη μέση τιμή πώλησης των προϊόντων του απλώς «φρενάροντας» τις τιμές των προσφορών τους κι αφήνοντάς τις σταθερές στον επίσημο τιμοκατάλογό του.

Σύμφωνα λοιπόν με τα εν λόγω στοιχεία, κατά το τελευταίο εξάμηνο ο πληθωρισμός των σούπερ μάρκετ αυξήθηκε περίπου κατά 6%. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών καταγράφηκαν στα κατεψυγμένα προϊόντα (19%), στα έλαια και τα λίπη (18%), στα προϊόντα άρτου (10%), στα προϊόντα περιποίησης προσώπου και σώματος (10%), στη μαναβική (10%), στα μη αλκοολούχα ποτά (9,5), στα τυροκομικά (9%), στη ζαχαροπλαστική (9%), στα ζυμαρικά (8,5%), στα βελτιωτικά γεύσης (7,5%), στα άλευρα (6,5%), στους καφέδες (5%), στα νωπά κρέατα (5%), στα προϊόντα τομάτας (5%), στις μαργαρίνες και τα βούτυρα (4,5%), στα χαρτικά (3,8%), στα γλυκαντικά (2,5%), στα αρτοσκευάσματα (2,5%), στα προϊόντα διατροφής οικόσιτων ζώων (2,5%), στα γλυκά και τα σνακ (2%), στα μαγειρικά σκευάσματα (1,5%) κ.ά.

Το λιανεμπόριο «παραδόθηκε»
Οι εταιρείες του κλάδου ομολογούν ανοιχτά ότι ήδη από τις αρχές του Μαρτίου δεν είναι πια σε θέση να συγκρατούν τις ανατιμήσεις, άρα και τον πληθωρισμό, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα τρόφιμα. Οι πιέσεις που ασκούνται πλέον στην αγορά είναι τεράστιες για δύο βασικούς λόγους: Διότι τα στοκ των προϊόντων με τις χαμηλές τιμές κτήσης έχουν σχεδόν εξαντληθεί και διότι σε πολλές περιπτώσεις προϊόντων οι πρώτες ύλες είναι δυσεύρετες.

Στο πλαίσιο αυτό, όσο περνά ο χρόνος τόσο τα προβλήματα θα μεγαλώνουν, όπως κι οι εντάσεις στις σχέσεις μεταξύ των προμηθευτών και των λιανεμπόρων. Οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις ήδη καθίστανται κάτι περισσότερο από σκληρές, εφόσον οι λιανέμποροι ασκούν πίεση για την εξασφάλιση κάποιου χρόνου πριν την ανακοίνωση της εκάστοτε νέας ανατίμησης στη χονδρική και οι προμηθευτές διαμαρτύρονται ότι περιθώρια δεν υπάρχουν, καθώς οι τιμές των πρώτων υλών με τις οποίες παράγουν, είναι πλέον «τιμές φαρμακείου».
Πάντως, για ορισμένα προϊόντα ο παράγων «τιμή» έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο, καθότι η προτεραιότητα έχει δοθεί στην επάρκεια, δεδομένων των σοβαρότατων ελλείψεων που διαπιστώνονται τις τελευταίες εβδομάδες. Αναφερόμαστε, για παράδειγμα, στο ηλιέλαιο, που είναι προϊόν εν ανεπαρκεία ή υπό εξαφάνιση, με την τιμή του σχεδόν διπλασιασμένη.

Τα πάντα σχετίζονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Πολλές σοδιές είναι ήδη χαμένες για τους διεθνείς πελάτες, πολλές χώρες απαγόρευσαν τις εξαγωγές ορισμένων προϊόντων τους, άλλες φρόντισαν να καπαρώσουν τα διεθνή αποθέματα, αφήνοντας κάποιες άλλες «στον άσσο», η Ρωσία που από κοινού με την Ουκρανία αποτελούσαν το σιτοβολώνα της Ευρώπης, έπαψε να εξάγει τα αγροτικά της προϊόντα, ενόσω ο οικονομικός της αποκλεισμός από τη Δύση κλιμακώνεται κοκ.
Στο μεταξύ, το ενδιαφέρον πια στο λιανεμπόριο δεν εντοπίζεται στο ποια ήταν η προηγούμενη τιμή του ενός ή του άλλου προϊόντος και πόσο αυτή αυξήθηκε ή μέλλει ακόμα ν’ αυξηθεί, αλλά πόσο το πουλάει ο ανταγωνιστής. Διότι αυτό κατευθύνει τη ζήτηση!

Υπό παρακολούθηση
η αγορά
Από την πλευρά του το Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων έλαβε το τελευταίο διάστημα έκτακτα μέτρα, με σκοπό την εξασφάλιση της επάρκειας των αγροτικών προϊόντων και των τελικών τροφίμων, δηλαδή την αποσόβηση τυχόν επισιτιστικής κρίσης, αλλά και των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, προειδοποιώντας όσους επιχειρήσουν να παρανομήσουν με την επιβολή βαρύτατων προστίμων, καθώς και με κατασχέσεις εμπορευμάτων. Μάλιστα, οι δύο πρώτες «καμπάνες» ήχησαν στην αγορά.
Σε καθεστώς καταγραφής και παρακολούθησης των αποθεμάτων τέθηκαν τα εξής αγαθά:
α) οι πρώτες ύλες για την παραγωγή λιπασμάτων,
β) τα λιπάσματα,
γ) οι ζωοτροφές,
δ) τα ωμά δημητριακά παντός είδους και ιδίως το σιτάρι ή σμιγάδι, η σίκαλη, το κριθάρι, η βρώμη, το καλαμπόκι και το εδώδιμο φαγόπυρο,
ε) τα άλευρα και ιδίως του σιταριού ή σμιγαδιού και τα αλεύρια των δημητριακών,
στ) ο ηλίανθος και
ζ) τα φυτικά έλαια εκτός από το ελαιόλαδο και ιδίως το ηλιέλαιο, το φοινικέλαιο και το αραβοσιτέλαιο

Υπό καθεστώς παρακολούθησης βρίσκονται οι επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνται στην αλυσίδα της παραγωγής, εισαγωγής, εμπορίας, πώλησης, μεσιτείας, διακίνησης, διανομής και αποθήκευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων.

Πρέπει να σημειώσουμε, πάντως, ότι τα ανώτατα στελέχη του κλάδου συνομιλούν τακτικότατα με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου σχετικά με το ζήτημα των τιμών και των ελλείψεων, όπου διαπιστώνονται τέτοιες, μεταφέροντας το κλίμα που διαμορφώνεται στην κλαδική αγορά, όπως και πληροφορίες από το μέτωπο των ανατιμήσεων.

Οι επόμενες ελλείψεις αγαθών
Ανεξάρτητα από όσα πράττει το υπουργείο, παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι πιθανές ελλείψεις θα υπάρξουν στο εξής σε προϊόντα όπως το αλεύρι, προφανώς λόγω του διεθνούς προβλήματος στην αγορά των σιτηρών, η ζάχαρη και κατά συνέπεια το μέλι, αλλά και τα κοτόπουλα, λόγω των ελλείψεων στη διάθεση των ζωοτροφών και των υψηλών τιμών τους που, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος της ενέργειας, απειλούν την πτηνοτροφία. Ειδικότερα, όπως εξηγείται, ο κύκλος εκτροφής των κοτόπουλων είναι μικρός (περίπου 75 ημέρες) και κατά συνέπεια, όταν ολοκληρωθεί η τρέχουσα παραγωγική διαδικασία, είναι πολύ πιθανό οι παραγωγοί να περιορίσουν τον αριθμό των νέων κοτόπουλων που θα εκθρέψουν, φοβούμενοι ότι δεν θα είναι εύκολο να προμηθευτούν τις αναγκαίες ζωοτροφές.

Το θέμα των πιθανών ελλείψεων θέτει με το τελευταίο της μηνιαίο ενημερωτικό δελτίο τιμών αγροτικών προϊόντων και η Τράπεζα Πειραιώς, αναφερόμενη στα σιτηρά, καθώς ανησυχεί για την έκταση και κυρίως τη διάρκεια της σύρραξης στην Ουκρανία και για την ανοιξιάτικη φύτευση των εκεί καλλιεργειών.

Αναφορικά με τη ζάχαρη η τράπεζα εκτιμά ως πιθανή την εκδήλωση ελλείψεων τη σεζόν 2022/2023, πράγμα που θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών, ενώ λόγος γίνεται και για το βαμβάκι, καθότι η αυξημένη ζήτησή του από την Κίνα, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη ξηρασία στη Νότια Αμερική, επιδρούν ανοδικά στην τιμή του.

Επίσης, το υψηλό κόστος των ζωοτροφών πιθανώς θα περιορίσει την προσφορά βόειου κρέατος, με παράλληλη ενίσχυση της τιμής του, ενώ το ρύζι μπορεί να υποκαταστήσει το ακριβό σιτάρι, λόγω της σχετικά χαμηλής τιμής του, στο πλαίσιο πάντα της παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας.

Η ενέργεια «καίει» νοικοκυριά κι επιχειρήσεις
Το κόστος της ενέργειας (καθαρή κατανάλωση) σε διάστημα δώδεκα μηνών έχει τετραπλασιαστεί, με αποτέλεσμα οι λογαριασμοί να είναι αυξημένοι κατά 100%, ενώ ιδιαίτερα αυξημένο είναι και το κόστος του φυσικού αερίου. Ωστόσο, ένα μέρος του δυσβάστακτου για το λιανεμπόριο, τη βιομηχανία και την αγορά των logistics ενεργειακού κόστους αίρεται από τις νέες –διπλάσιες σε αξία– ενισχύσεις, που αποφάσισε η κυβέρνηση.

Κάπως καλύτερη είναι η εικόνα των τιμών για το ηλεκτρικό ρεύμα που παράγεται από ΑΠΕ, ενώ το πετρέλαιο είναι ανατιμημένο κατά 60%, καθιστώντας ιδιαίτερα ακριβό το κόστος των μεταφορών, είτε αφορά τις οδικές είτε τις θαλάσσιες –τα ναύλα του ξηρού φορτίου ήδη έχουν εκτοξευτεί σε δυσθεώρητα ύψη.

Στελέχη της κλαδικής αγοράς εξηγούν ότι οι αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος των επιχειρήσεων δεν περνούν στις τιμές καταναλωτή, λόγω της εφαρμογής της νέας ρύθμισης που απαγορεύει την πώληση αγαθών με περιθώρια κέρδους υψηλότερα εκείνων, με τα οποία δούλευε η αγορά την 1η του Σεπτεμβρίου πέρυσι.

Πρόκειται για μια επιβάρυνση με την οποία είναι σήμερα αντιμέτωπες όλες οι λιανεμπορικές επιχειρήσεις και στην οποία επιδρούν δυσμενώς και οι εξής παράγοντες: Πρώτον, οι μειωμένες αγορές προϊόντων των νοικοκυριών από τα σούπερ μάρκετ, λόγω της ανακατανομής του διαθέσιμου εισοδήματός τους, προκειμένου να καλύψουν κι άλλες πρωτεύουσες ανάγκες τους, κυρίως να αντιμετωπίσουν την ενεργειακή ακρίβεια. Και δεύτερον, η έναρξη μιας εξ ανάγκης στροφής του κοινού στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, πράγμα που ως γνωστόν δεν ανακλά θετικά στον τζίρο, τα κέρδη και τις λοιπές προσόδους των σούπερ μάρκετ. Αν η στροφή αυτή γίνει πιο μεγάλη κι επίμονη τους επόμενους μήνες πώς μαζεύεται;

Κατά συνέπεια φέτος υπάρχει ο κίνδυνος αρκετές από τις μικρομεσαίες αλυσίδες του κλάδου να εμφανίσουν ζημιογόνα αποτελέσματα, πράγμα που ενδεχομένως θα τις φέρει πιο κοντά στο ενδεχόμενο πώλησής τους, ενισχύοντας έτσι τις τάσεις συγκέντρωσης της αγοράς προς όφελος των υψηλότερων κλιμακίων της, φυσικά όχι ως ένδειξη της υγείας της…