Στις 19 Φεβρουαρίου του 2021 τέθηκε σε εφαρμογή ο θεσμός του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) της ΕΕ (Next Generation EU NGEU), δηλαδή το σχέδιο της Ένωσης για να βγει ισχυρότερη και ανθεκτικότερη από την παγκόσμια κρίση στη δημόσια υγεία, μέσω της χρηματοδότησης στοχευμένων μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων στα κράτη-μέλη της, συνολικού ύψους 832 δισ. ευρώ. Η αποστολή του ΤΑΑ θα ολοκληρωθεί στα τέλη του 2026.
Στον πυρήνα της λογικής του βρίσκεται ο μηχανισμός ανάκαμψης, στο πλαίσιο του οποίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συγκεντρώνει κεφάλαια, δανειζόμενη από τις κεφαλαιαγορές μέσω
της έκδοσης ομολόγων εξ ονόματός της.

Tα κεφάλαια αυτά είναι στη διάθεση των κρατών-μελών, προκειμένου να υλοποιήσουν φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις σε «πράσινα» και ψηφιακά έργα, για τα οποία θα αξιολογηθούν. Στην Ελλάδα αναλογούν 36 δισ. ευρώ εκ των οποίων τα 17,7 δισ. ευρώ είναι δάνεια και τα 18,22 δισ. ευρώ είναι επιχορηγήσεις («Ελλάδα 2.0»).

Σύμφωνα με την Έκθεση του Γραφείου του Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή για το τέταρτο τρίμηνο του 2023, τον Φεβρουάριο φέτος η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε την ενδιάμεση αξιολόγηση της πορείας εφαρμογής του ΤΑΑ. Σύμφωνα με αυτή, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του ΤΑΑ στα καθ’ ημάς η αναμενόμενη αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ μπορεί να είναι έως και 3,5%-4,5%. Ωστόσο, για τη δικαίωση της σχετικής πρόβλεψης απαιτούνται αφενός η ολοκλήρωση των προαπαιτουμένων για τις εκταμιεύσεις και αφετέρου η διοχέτευσή τους χωρίς καθυστερήσεις στην πραγματική οικονομία. Μέχρι στιγμής η Ελλάδα κατέχει μια από τις πέντε πρώτες θέσεις στην ΕΕ στην απορρόφηση των πόρων του ΤΑΑ: στον πυλώνα του τεχνολογικού μετασχηματισμού την τρίτη θέση, στον πυλώνα του θεσμικού μετασχηματισμού την τέταρτη και στον πυλώνα της «πράσινης» ανάπτυξης την πέμπτη θέση. Ως αποτέλεσμα των εν λόγω επιδόσεων η χώρα, εκτός των κονδυλίων προ-χρηματοδότησης που έχει απορροφήσει εισφέροντας στη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου, έχει εισπράξει τρεις καταβολές από το ΤΑΑ –συνολικά 7.592 εκατ. ευρώ επιχορηγήσεις και 7.293 εκατ. ευρώ δάνεια. Το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης αφορά τους τομείς των ιδιωτικών επενδύσεων και του θεσμικού μετασχηματισμού (3.330 εκατ. ευρώ συνολικά), της υγείας (2.550 εκατ. ευρώ) και της «πράσινης» μετάβασης (συνολικά 1.890 εκατ. ευρώ).

Τρία σενάρια επενδύσεων και ανάπτυξης
Η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του ΤΑΑ για την επιτάχυνση των επενδύσεων είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ για την τόνωση του ρυθμού της οικονομικής ανάπτυξης. Συγκεκριμένα ο ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας φέτος αναμένεται να ανέλθει στο 2,5%, ενώ ο πληθωρισμός εκτιμάται πως θα ανέλθει στο 2,9%. Καθοριστικός παράγοντας είναι η αύξηση των επενδύσεων από τους πόρους του ΤΑΑ. Γι’ αυτό τον λόγο το Γραφείο του Προϋπολογισμού του Κράτους επεξεργάστηκε εναλλακτικά σενάρια διοχέτευσης στην οικονομία των πόρων του ΤΑΑ (επιχορηγήσεων και δανείων) ύψους 3,6 δισ. ευρώ, που προγραμματίζονται για φέτος (η τρίτη δόση). Ειδικότερα, εισάγοντας την υπόθεση ότι η πραγματική οικονομία απορροφά κατά το ήμισυ τους προαναφερόμενους πόρους, προβλέπει ότι ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ φέτος θα διαμορφωθεί στο 2,7%. Με την αισιόδοξη υπόθεση για τη διοχέτευση των πόρων του ΤΑΑ κατά τα τρία τέταρτα του συνόλου τους, προβλέπει ότι ο ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στο 2,9%, δηλαδή στο ύψος της πρόβλεψης του Προϋπολογισμού του 2024. Με την πλήρη διοχέτευση των πόρων του ΤΑΑ στην πραγματική οικονομία, το Γραφείο προβλέπει ότι ο ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στο 3,2%.

Επομένως η επιτάχυνση του ρυθμού των επενδύσεων και της διοχέτευσης των πόρων του ΤΑΑ είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη ανάπτυξης άνω του 2,5%, που θα βρίσκεται κοντά στην πρόβλεψη-στόχο του Προϋπολογισμού. Με άλλα λόγια, ως το τέλος του 2026 η Ελλάδα πρέπει να διαθέσει στην αγορά άλλα 21,3 δισ. ευρώ (7 δισ. τον χρόνο), πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, αν σκεφτεί κανείς πως την τριετία 2021-2023 απορρόφησε το 40,8%.

Επιπλέον, για να εξασφαλιστεί η δόση των 6,9 δισ. ευρώ φέτος από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, πρέπει ως το τέλος του ερχόμενου Σεπτεμβρίου να έχουν υλοποιηθεί 46 ορόσημα και στόχοι, που αφορούν υπογραφές συμβάσεων και έργων υποδομής, αλλά ως γνωστόν στην Ελλάδα πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος των καθυστερήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι μαζί με τους φιλόδοξους δώδεκα στόχους για φέτος που έθεσε το ΥΠΕΘΟΟ με το σχέδιο δράσης του στα τέλη του Δεκεμβρίου του 2023 (μακροοικονομικοί, δημοσιονομικοί, εισοδηματικοί, φορολογικοί, χρηματοπιστωτικοί, ιδιωτικοποιήσεων, αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, ψηφιακού μετασχηματισμού, εκτελέσεις ΣΔΙΤ, ενεργειακοί, παραγωγικοί κ.ά.), υπάρχουν και οκτώ ειδικοί στόχοι. Αυτοί αφορούν την επανακατάρτιση των δικαστικών λειτουργών και των υπαλλήλων των δικαστηρίων, την αύξηση της δυναμικότητας του λογαριασμού των ΑΠΕ, τη μείωση του clawback (επιστροφή φαρμακευτικής δαπάνης) από τις φαρμακευτικές εταιρείες κατά 50 εκατ. ευρώ, την ολοκλήρωση της ενεργειακής αναβάθμισης τουλάχιστον 8.000 κτιρίων κατοικιών και 9.700 εταιρειών, την ολοκλήρωση της ψηφιοποίησης τουλάχιστον του 30% των συνολικών αρχείων και στα εννέα υποέργα της δημόσιας διοίκησης, την ψηφιοποίηση της ΔΥΠΑ, την ολοκλήρωση 106 ανοιχτών μονάδων παροχής ψυχικής υγείας και την ολοκλήρωση του Κτηματολογίου σε ποσοστό 85%.

Μέριμνα για την αποφυγή επενδυτικού κενού
Η καλή διαχείριση των πόρων του ΤΑΑ για το 2022 φάνταζε υποδειγματική, αλλά η στασιμότητα ή η χειροτέρευση το 2023 προσγείωσε τους οικονομικούς ταγούς στην πραγματικότητα. Αν και η διαχείριση των προγραμμάτων των επενδυτικών δανείων προς τις επιχειρήσεις αποδείχθηκε αρκετά αποτελεσματική (στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του ΥΠΕΘΟΟ είναι αναρτημένα ιδιωτικά επενδυτικά σχέδια ύψους 25 δισ. ευρώ, ενώ έχουν εγκριθεί επενδύσεις περίπου ύψους 11 δισ. ευρώ), στο σκέλος των επιχορηγήσεων η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική. Η γραφειοκρατία αλλά και το έλλειμμα ώριμων έργων δεν ευννόησαν την έγκαιρη έγκρισή τους, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση του προγράμματος και την επιβράδυνση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο ρυθμός ανάπτυξης το 2023 ανήλθε στο 2% έναντι στόχου 2,4%, πράγμα που οφείλεται στο επενδυτικό κενό. Επειδή, όμως, οι επενδύσεις είναι θεμελιώδης προϋπόθεση της οικονομικής ανάπτυξης, όπως φάνηκε, άλλωστε, στις αγορές των τραπεζών, των ακινήτων, του τουρισμού, όπως και στην εξέλιξη της συγκεντροποίησης κεφαλαίων στον ιδιωτικό τομέα, η κυβέρνηση οφείλει σύντομα να κλείσει το σχετικό κενό. Ειδάλλως θα μείνει στα λόγια που ακολούθησαν από τη σύλληψή του το σχέδιο «Ελλάδα 2.0.»…

Ανησυχίες για το «μετά»
Όσο καλά και να πάνε τα πράγματα, οι στρόφιγγες του ΤΑΑ θα κλείσουν το 2026. Τότε θα επανέλθουν οι αυστηροί κανόνες της ΕΕ που απαγορεύουν τη στήριξη των στρατηγικής σημασίας βιομηχανιών, μειώνοντας τα περιθώρια άσκησης σχετικών εθνικών πολιτικών. Οι κυβερνήσεις τότε θα κληθούν να συνεχίσουν τις επενδύσεις σε «πράσινα» και ψηφιακά έργα χωρίς τους πόρους του ΤΑΑ. Αυτό σημαίνει πρόσθετα χρέη στις ήδη υπερχρεωμένες χώρες, όπως η Ιταλία, η Γαλλία και κυρίως η Ελλάδα, η οποία παρά την αναπτυξιακή της δυναμική δεν προβλέπεται ως το τέλος του 2026 να αγγίξει τα προ κρίσης επίπεδα. Πάντως, οι Ευρωπαίοι εταίροι συμφώνησαν, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης των δημοσιονομικών κανόνων, να εξαιρεθεί η ετήσια αύξηση των επιτοκίων μεταξύ 2025 και 2027 από τη δημοσιονομική προσαρμογή των χωρών που υπερβαίνουν το όριο του ελλείμματος της ΕΕ, ώστε να κερδίσουν λίγο χρόνο, προκειμένου να μειώσουν χρέος και δαπάνες.

Το βέβαιο είναι ότι ο τερματισμός της αποστολής του ΤΑΑ θα δημιουργήσει μοιραία ένα χρηματοδοτικό κενό. Σύμφωνα με τους ταγούς της ΕΕ, το κενό αυτό θα καλυφθεί από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για υποδομές στα φτωχότερα κράτη-μέλη και από ένα νέο Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα ειδικά για τη στήριξη «πράσινων» έργων. Η ανησυχία, πάντως, πως τα νέα επενδυτικά εργαλεία αντικατάστασης του ΤΑΑ δεν θα είναι αρκετά, έχει ήδη κυριεύσει τους οικονομικούς ταγούς της ΕΕ…