“Οι προκλήσεις απαιτούν να συνεργαστούμε με συγκεκριμένο τρόπο και ενεργά. Η διεθνής κοινότητα το χρειάζεται για να διανοίξει δρόμους ειρήνης μέσω μιας πολυμέρειας που δε θα ασφυκτιά από υπερβολικές εθνικιστικές διεκδικήσεις. Η πολιτική το χρειάζεται για να θέσει τις κοινές ανάγκες πάνω από τα ιδιωτικά συμφέροντα. Μπορεί να φαντάζει ως μία ουτοπία, ως ένα ταξίδι δίχως ελπίδα σε μία ταραγμένη θάλασσα, ως μία μακρά και άπιαστη Oδύσσεια. Ωστόσο τούτο το ταξίδι σε μία θαλασσοταραχή, όπως διδάσκει το μεγάλο ομηρικό έπος, συχνά είναι ο μόνος τρόπος και η μόνη οδός». Αυτά τα λόγια ακούστηκαν στο Προεδρικό Μέγαρο από τον Πάπα Φραγκίσκο, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στη χώρα μας.

Πόσοι περίμεναν να ακούσουν από έναν εκπρόσωπο εκκλησίας, αλλά και μιας πόλης-κράτους με βαριά κληρονομιά σε σκάνδαλα, οικονομικά και άλλα, τέτοιου περιεχομένου μηνύματα, που κηρύττουν την επιστροφή σε μια κοινωνία ισότητας, αδελφοσύνης και δικαιοσύνης; Σίγουρα ελάχιστοι…

Το απρόσμενο της διατύπωσης ενός λόγου διαφορετικού από τον κατά κανόνα εκφραζόμενο εκ μέρους θρησκευτικών και κοσμικών ηγετών, ιδίως στο πλαίσιο μιας επίσκεψης σε ξένο κράτος, αποτελεί μια ακόμη επιβεβαίωση της μεγάλης κρίσης των θεσμών. Και αυτή η κρίση στη χώρα μας, και, για να μην πάμε πολύ μακριά, σε πολλές χώρες της Ευρώπης, οδηγεί, σκόπιμα ή μη, σε οργή, όπως επισημαίνουν όλο και συχνότερα αναλυτές της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Ακόμα χειρότερα, οδηγεί τους πολίτες σε απογοήτευση και σε αμφισβήτηση της δύναμής τους να διεκδικήσουν ένα άλλο σύστημα, που θα μπορεί να εγγυηθεί πως οι θεσμοί ενός κράτους και οι εκπρόσωποί τους λειτουργούν με διαφάνεια και κοινωνική συνείδηση.

Σε περίοδο κρίσης οι αντιφάσεις κάθε συστήματος έρχονται με μεγαλύτερη ένταση στην επιφάνεια, καθώς κριτήριο αποδοχής της αξίας του εκ μέρους των πολιτών είναι η ικανότητά του να εγγυάται ότι κάθε δράση που επηρεάζει τη ζωή τους προάγει βασικά ζητούμενα του συνόλου της κοινωνίας και αντιμετωπίζει τις εκάστοτε προκλήσεις με την ορθολογική αξιοποίηση του παραγόμενου από τους πολίτες πλούτου, χωρίς να υποθηκεύει το μέλλον χάριν μεμονωμένων συμφερόντων.

Η αύξηση των επικοινωνιακών δηλώσεων σχετικά με δράσεις προστασίας του περιβάλλοντος, όταν την ίδια στιγμή αυξάνονται οι θεσμικές παρεμβάσεις στην κατεύθυνση της προώθησης μιας ανάπτυξης με βασικό κριτήριο την εμπορική εκμετάλλευση και το ιδιωτικό κέρδος, με ελάχιστη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των σχετικών αποφάσεων, η άρνηση ουσιαστικής ενίσχυσης του δημόσιου τομέα υγείας, σε συνδυασμό με την υλοποίηση σχεδίων ενίσχυσης του ιδιωτικού, στην εποχή της πανδημίας, που ήδη έχει στοιχίσει τη ζωή σε πάνω από 19.000 ανθρώπους τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η υποβάθμιση της παιδείας και του ρόλου της, τα προβλήματα στην απονομή δικαιοσύνης, εκπρόσωποι της οποίας μοιάζουν να έχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά στη ζυγαριά τους, οι ατεκμηρίωτες, μεταβαλλόμενες ανάλογα με τις περιστάσεις και απροκάλυπτα υποτιμητικές της νοημοσύνης των πολιτών δημόσιες τοποθετήσεις πολιτικών και επιστημόνων, που καταρρίπτουν τον ισχυρισμό τους περί αντικειμενικότητας και ανεξαρτησίας, όλα αυτά και άλλα πολλά ενισχύουν την κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Σε ένα κοινωνικό σύστημα που νοσεί, ούτε ο επιχειρηματικός κόσμος μπορεί να νιώθει καλά, ακόμη και όταν θεωρητικά ανήκει σε εκείνο το τμήμα του συστήματος που έχει μεγαλύτερη δυνατότητα επηρεασμού του σχεδιασμού του μέλλοντος και του τρόπου υλοποίησης των σχετικών αποφάσεων, από ό,τι ο κάθε απλός πολίτης.

Οι αντιθέσεις μεταξύ δηλωμένων στόχων και έργων δημιουργούν μια ακόμη εστία αμφισβήτησης, ιδίως όταν διαπιστώνεται πως τα έργα υλοποιούνται με την αξιοποίηση των κενών του συστήματος δημόσιου ελέγχου, αλλά και με εμπόδια σε όσους έχουν επιλέξει να λειτουργούν με συνέπεια και σεβασμό στις αρχές τους.

Η αμφισβήτηση, όταν δεν υπάρχει η δυνατότητα ουσιαστικά ελεύθερης έκφρασής της και επίλυσης των προβλημάτων που αφορά, οξύνει την ένταση και υποδαυλίζει την οργή, έναν κακό σύμβουλο λήψης αποφάσεων σε όλα τα πεδία, μεταξύ αυτών και όσων αφορούν το μέλλον των επιχειρήσεων και την οικοδόμηση των ανέκαθεν επιθυμητών δεσμών τους με τους πελάτες, υψώνοντας την ίδια στιγμή άλλο ένα εμπόδιο στον δρόμο προς μια επωφελή για τη χώρα οικονομική ανάπτυξη.