Σε μία χώρα όπως είναι η Ελλάδα, με ζεστά καλοκαίρια που συχνά χαρακτηρίζονται από κύματα καύσωνα, θα ήταν μάλλον παράδοξο να μην έχουμε καλή σχέση με το παγωτό. Θα ήταν όμως παράξενο και για έναν ακόμα λόγο: επειδή το (συνήθως) βασικό συστατικό του παγωτού, το γάλα, υπάρχει σε αφθονία στη χώρα μας. Και κάπως έτσι, τα καλοκαίρια μας είναι πια τόσο συνυφασμένα με το παγωτό, όσο και με τις παραλίες ή τον ήλιο.

Εν αρχή ήσαν οι πλανόδιοι παγωτατζήδες
Φυσικά, τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Στην πραγματικότητα, το παγωτό έχει παρουσία μικρότερη του ενός αιώνα στην Ελλάδα. Για την ακρίβεια, ήταν το 1934 όταν ιδρύθηκε η γαλακτοβιομηχανία που για δεκαετίες θα γινόταν συνώνυμη με το παγωτό στην Ελλάδα: η ΕΒΓΑ. Δημιούργημα των Ελληνοαμερικανών αδελφών Σουραπά, η ΕΒΓΑ έφερε στη χώρα μας αυτό που στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε ξεκινήσει στις αρχές του 20ού αιώνα, ως καινοτομία προερχόμενη από την Ιταλούς μετανάστες. Έτσι, το 1936 η ΕΒΓΑ δημιούργησε το πρώτο στην Ελλάδα παγωτό ξυλάκι (τουλάχιστον το πρώτο που κυκλοφόρησε σε μία ευρύτερη κλίμακα, καθώς λέγεται πως αντίστοιχα μικρότερα εγχειρήματα υπήρχαν και νωρίτερα), ενώ λάνσαρε επίσης παγωτό σε κύπελλο και χωνάκι με σοκολάτα και αμύγδαλο, τα οποία πωλούσαν οι πλανόδιοι παγωτατζήδες.

H υποδοχή που επεφύλασσε βέβαια το καταναλωτικό κοινό στην καινοτομία αυτή ήταν αρχικά… ψυχρή, καθώς πολλοί συνέδεαν το παγωτό με στομαχικές διαταραχές – μία ανησυχία που η ΕΒΓΑ επιχείρησε να καταπολεμήσει εξασφαλίζοντας για τα παγωτά της τη «σφραγίδα» του Γενικού Χημείου του Κράτους.

Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η ΕΒΓΑ καινοτόμησε ξανά, με τις περίφημες «ΕΒΓΑ της γειτονιάς»: τοπικά γαλακτοπωλεία και μικρά ζαχαροπλαστεία όπου διατίθεντο τα προϊόντα της, κάνοντας ευρύτερα γνωστό και δημοφιλές το παγωτό.

Από την «ΕΒΓΑ της Γειτονιάς» στην gelateria
Πέρα από την ΕΒΓΑ, στην ελληνική αγορά παγωτού δραστηριοποιήθηκαν ή δραστηριοποιούνται αρκετές ακόμα εταιρείες. Μακρά ιστορία στο παγωτό έχει η Κρι-Κρι, που ξεκίνησε από ένα μικρό ζαχαροπλαστείο το 1954, ενώ δύο χρόνια νωρίτερα ξεκίνησε την πορεία της η Δέλτα, η οποία όμως δεν μπήκε στην παραγωγή παγωτού μέχρι το 1967 – μέχρι τότε στην αγορά κυριαρχούσε, εκτός από την ΕΒΓΑ, και η συνειταιρική ΑΣΤΥ. Αργότερα μπήκε στο «παιχνίδι» η Algida, ενώ ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στη βορειοελλαδίτικη Αγνό που επίσης γνώρισε μεγάλες δόξες στο παρελθόν για τα παγωτά της.

Στην πορεία εμφανίστηκαν όμως και αλυσίδες ζαχαροπλαστείων με ειδίκευση στο παγωτό, όπως η Igloo και η Δωδώνη, που επίσης με τον τρόπο τους μύησαν τους Έλληνες σε αυτήν τη δροσερή συνήθεια, αυτή τη φορά από το κανάλι της εστίασης. Οι αλυσίδες αυτές άνοιξαν το δρόμο για μία «στροφή» σε πιο εξεζητημένες εκδοχές παγωτού, πιο κοντά στην υφή και τη γεύση του ιταλικού gelato, και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο σήμερα μπορεί κανείς να βρει σχεδόν σε κάθε γωνιά και μία gelateria με φρέσκο παγωτό.

Μάλιστα, αυτά τα καταστήματα δεν περιορίζονται μόνο στους καλοκαιρινούς μήνες, που φυσικά παραμένουν οι πιο πρόσφοροι για την κατανάλωση παγωτού, όμως ακόμα και τον χειμώνα δεν είναι πια λίγοι οι… τολμηροί που το προτιμούν. Παράλληλα, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι και οι πωλήσεις συσκευασμένων παγωτών στα σούπερ μάρκετ τα τελευταία χρόνια έχουν πάρει την ανιούσα τους χειμερινούς και ανοιξιάτικους μήνες, κάτι το οποίο ενδεχομένως να αποδίδεται στις υψηλότερες θερμοκρασίες που χαρακτηρίζουν αυτές τις εποχές (και) στη χώρα μας.

Φάρος δροσιάς σε ένα μέλλον γεμάτο προκλήσεις
Τι μας επιφυλάσσει για το μέλλον η κατηγορία των παγωτών; Όλα δείχνουν ότι η πορεία της θα συνεχίσει να είναι ανοδική και στην Ελλάδα. Ένας πιθανός κίνδυνος είναι η σταδιακή απομάκρυνση των νεότερων ειδικά καταναλωτών από τη ζάχαρη, με τη βιομηχανία να ανταποκρίνεται στην τάση αυτή λανσάροντας νέα προϊόντα χωρίς ζάχαρη, ενώ δε λείπουν και τα vegan παγωτά, που απαντούν στην τάση της εποχής για μείωση της κατανάλωσης τροφίμων ζωικής προέλευσης. Με άλλα λόγια, έχοντας ήδη κεκτημένη ταχύτητα, η βιομηχανία του παγωτού προσαρμόζεται στις συνθήκες και συνεχίζει να αναπτύσσεται, αποτελώντας έναν… φάρο δροσιάς σε ένα μέλλον γεμάτο προκλήσεις.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter