Οι ταχύρρυθμες διαδικασίες αδειοδότησης για τις μεγάλες επενδύσεις, οι άμεσες χρηματοδοτικές ενισχύσεις, καθώς και ο σταθερός φορολογικός συντελεστής για 12 έτη αποτελούν τα τρία κύρια χαρακτηριστικά του νέου Αναπτυξιακού Νόμου, ο οποίος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Υποστηρίζει δε επενδύσεις προσανατολισμένες στην καινοτομία, την εξωστρέφεια και την ενίσχυση της απασχόλησης, ενώ έχει ιδιαίτερη στόχευση στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών, καθώς και της αγροδιατροφικής αλυσίδας.

Για να υπαχθεί μία επιχείρηση στις διατάξεις του νόμου, το ελάχιστο ύψος του επενδυτικού σχεδίου της πρέπει να είναι για τις μεγάλες επιχειρήσεις τα 500.000 ευρώ, για τις μεσαίες επιχειρήσεις, τους συνεταιρισμούς και τους σχηματισμούς συνέργειας και δικτύωσης τα 250.000 ευρώ, για τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις τα 100.000 ευρώ (από 150.000 που είχε ανακοινωθεί αρχικά) και για τις Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (ΚοινΣΕπ), τους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς (ΑΣ), τις Ομάδες Παραγωγών (ΟΠ) και τις Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις (ΑΕΣ) τα 75.000 ευρώ (από 100.000 της αρχικής ανακοίνωσης).

Τα φορολογικά κίνητρα αφορούν στην απαλλαγή από την καταβολή φόρου εισοδήματος επί των πραγματοποιούμενων προ φόρου κερδών, τα οποία προκύπτουν από το σύνολο των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, αφαιρουμένου του φόρου που αναλογεί στα κέρδη που διανέμονται στους εταίρους. Το ποσό της φορολογικής απαλλαγής υπολογίζεται ως ποσοστό επί της αξίας των επιλέξιμων δαπανών του επενδυτικού σχεδίου ή και της αξίας του καινούργιου μηχανολογικού και λοιπού εξοπλισμού, που αποκτάται με χρηματοδοτική μίσθωση και συνιστά ισόποσο αποθεματικό.

Πέραν της φοροαπαλλαγής στις ενισχύσεις του νέου νόμου περιλαμβάνονται επιχορήγηση από το Δημόσιο, επιδότηση χρηματοδοτικής μίσθωσης, επιδότηση του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης και χρηματοδότηση επιχειρηματικού κινδύνου μέσω ταμείου συμμετοχών.

Προϋποθέσεις
Τα επενδυτικά σχέδια που μπορούν να υπαχθούν στα καθεστώτα ενισχύσεων του νέου αναπτυξιακού νόμου πρέπει να έχουν τον χαρακτήρα αρχικής επένδυσης και συγκεκριμένα να πληρούν μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  1. δημιουργία νέας μονάδας,
  2. επέκταση της δυναμικότητας υφιστάμενης μονάδας,
  3. διαφοροποίηση της παραγωγής μιας μονάδας σε προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν έχουν παραχθεί ποτέ σε αυτήν,
  4. θεμελιώδη αλλαγή του συνόλου της παραγωγικής διαδικασίας της υφιστάμενης μονάδας και
  5. απόκτηση του συνόλου στοιχείων ενεργητικού, που ανήκουν σε επιχειρηματική εγκατάσταση που έχει κλείσει.

Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου, οι μέγιστες εντάσεις ενισχύσεων για τις επενδύσεις περιφερειακού χαρακτήρα καθορίζονται από τον εκάστοτε ισχύοντα Χάρτη Περιφερειακών Ενισχύσεων (ΧΠΕ). Ωστόσο, οι αναφερόμενες στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις αυξημένες εντάσεις ενισχύσεων του ΧΠΕ δεν ισχύουν για επενδυτικά σχέδια με επιλέξιμες δαπάνες άνω των 50 εκατ. ευρώ.

Για τα επενδυτικά σχέδια με επιλέξιμες δαπάνες άνω των 50 εκατ. ευρώ, το ανώτατο ποσό ενίσχυσης προσδιορίζεται ως εξής:

  1. για το τμήμα της δαπάνης μέχρι 50 εκατ. ευρώ παρέχεται το 100% της ανώτατης επιτρεπόμενης έντασης περιφερειακής ενίσχυσης στην οικεία περιοχή,
  2. για το τμήμα της δαπάνης που υπερβαίνει τα 50 εκατ. ευρώ και μέχρι τα 100 εκατ. παρέχεται το 50% του ανώτατου περιφερειακού ορίου και
  3. για το για το τμήμα της δαπάνης που υπερβαίνει τα 100 εκατ. ευρώ δεν παρέχεται κανένα ποσοστό ενίσχυσης.

Τονίζεται ότι το συνολικό ποσό της ενίσχυσης ανά υποβαλλόμενο επενδυτικό σχέδιο δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 5 εκατ. ευρώ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο ειδικό μέρος του νόμου. Επίσης, οι παρεχόμενες σε κάθε φορέα ενισχύσεις, περιλαμβανομένων και των ενισχύσεων σε συνεργαζόμενες ή συνδεδεμένες επιχειρήσεις, δεν μπορεί να υπερβούν σωρευτικά τα 10 εκατ. ευρώ για μεμονωμένη επιχείρηση και τα 20 εκατ. ευρώ για το σύνολο των συνεργαζόμενων ή συνδεδεμένων επιχειρήσεων.

Σημειώνεται πως στον νόμο εντάσσονται όσες επιχειρήσεις έχουν μία κερδοφόρα χρήση την τελευταία επταετία (αντί τριών), ενώ προϋπόθεση για συμμετοχή αποτελεί η διασφάλιση της προσβασιμότητας των ΑμεΑ σε υποδομές, υπηρεσίες και αγαθά.