Η πανδημία και οι βαριές επιπτώσεις της στην οικονομία δεν θα καθυστερήσουν τις προγραμματισμένες επενδύσεις των επιχειρήσεων της οργανωμένης λιανικής, ενόσω η βιομηχανία τροφίμων-ποτών υποχρεώνεται να τις αναστέλλει, τουλάχιστον μερικώς, και να τις επανεξετάζει στο φόντο των ανήσυχων προβλέψεων και των απαισιόδοξων μηνυμάτων για την οικονομία το 2021. Πρόκειται για το βασικό συμπέρασμα της 10ης διοργάνωσης του Food Retail CEO Forum, που διεξήχθη με επιτυχία στις 16 Σεπτεμβρίου πρώτη φορά σε ψηφιακή μορφή, λόγω της κρίσης στη δημόσια υγεία. Στο συνέδριο, κορυφαίοι μάνατζερ των αλυσίδων λιανικής και εκπρόσωποι συνδέσμων της βιομηχανίας παρουσίασαν την κατάσταση και την προοπτική της αγοράς, ενώ ειδικοί εισηγητές, προεξάρχοντος του Lord Mark Price, επιχειρηματία και πρώην υπουργού Εμπορίου του Ηνωμένου Βασιλείου, σύμβουλοι και διακεκριμένοι αναλυτές έδωσαν το στίγμα των εξελίξεών της στην Ελλάδα και διεθνώς.

Για λόγους αναγκαίας οικονομίας επιλέξαμε να παρουσιάσουμε συνοπτικά μόνο την ομιλία του κεντρικού ομιλητή του συνεδρίου, Lord Mark Price, και –στο πλαίσιο του ρεπορτάζ– τους διαλόγους που αναπτύχθηκαν σε πάνελ με τους τρεις επικεφαλής αλυσίδων του κλάδου (ΑΒ Βασιλόπουλος, Metro, Μασούτης) και με τους τέσσερις προέδρους βιομηχανικών συνδέσμων (ΣΕΒΓΑΠ, ΣΕΦΥΜΕΝ, ΕΕΚ, ΕΕΖ), για τον πρόσθετο λόγο ότι μια συνεπής παρουσίαση του συνεδρίου θα απαιτούσε μια χωριστή ειδική έκδοση.

Σεμνυνόμενοι ότι οι συνεδριακές διοργανώσεις μας –οι εισηγήσεις μαζί με το εποπτικό υλικό τους– συγκροτούν ένα σώμα υψηλότατου επιπέδου γνώσης, δυσεύρετου στην ενότητα της ποικιλίας του αλλού, θα ήταν άδικο να το περικόψουμε, στο πλαίσιο μιας συμβατικής υποχρέωσης παρουσίασής του σε μερικές παραπάνω σελίδες.

Επιφυλασσόμαστε, πάντως, να παρουσιάζουμε εμπλουτισμένα υπό το φως της επικαιρότητας στα επόμενα τεύχη του «σελφ σέρβις» τον προβληματισμό, τις αναλύσεις και τα στοιχεία των διακεκριμένων συνεργατών μας στην ετήσια συνεδριακή διοργάνωσή μας, πράγμα που ήδη συμβαίνει προ της διεξαγωγής της. Για την ώρα θα περιοριστούμε επιγραμματικά στην αναφορά τους.

Οι εισηγητές
Οι σύνεδροι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την ενδιαφέρουσα ανοιχτή συζήτηση μεταξύ της αντιπρόεδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, κ. Καλλιόπης Μπενετάτου, και του καθηγητή κ. Γεωργίου Δουκίδη, επιστημονικού συμβούλου του ΙΕΛΚΑ, αναφορικά με τα βασικά συμπεράσματα της Ενδιάμεσης Κλαδικής Έκθεσης για τις βασικές κατηγορίες προϊόντων που διατίθενται μέσω των σούπερ μάρκετ και το προγραμματισμένο σχέδιο δράσης της ανεξάρτητης Αρχής σε ό,τι αφορά την παρακολούθηση του κλαδικού ανταγωνισμού και της σχέσης σούπερ μάρκετ-προμηθευτών.

Σχετικά με τις εξελίξεις στο online λιανεμπόριο, τοποθετήθηκαν σημαντικοί γνώστες της ελληνικής και διεθνούς αγοράς, οι κ. Boris Planer, Director of Go-To-Market Intelligence, Edge by Ascential, Πέτρος Ιμιρζιάδης, Business Development Head/Partner του Κέντρου Προώθησης Πωλήσεων, Αχιλλέας Τριανταφυλλίδης, γενικός διευθυντής και συνιδρυτής της iQom, Παναγιώτης Χαραυγής, εμπορικός διευθυντής της SmartWare, και Σταμάτης Ανδριανόπουλος, ιδρυτικό μέλος της Supply Chain Institute.

Ιδιαίτερα επίκαιρη ήταν η συμμετοχή του κ. Γιάννη Τσιώρη, ιδρυτή και CEO της InstaShop, δεδομένης της πρόσφατης εξαγοράς της εν λόγω startup από τον γερμανικό κολοσσό Delivery Hero, ο οποίος ανακοίνωσε την επέκταση της δραστηριότητάς του στην Ελλάδα.
Δεδομένα και τάσεις που διαμορφώνουν στον κλάδο οι σημαντικότερες εξελίξεις παρουσιάστηκαν μέσα από στοιχεία ερευνών, που ανέλυσαν στις ομιλίες τους οι κ.κ. Παναγιώτης Μπορέτος, διευθύνων σύμβουλος της IRI Hellas, Λευτέρης Κιοσές, γενικός διευθυντής του ΙΕΛΚΑ και Βίκη Γρηγοριάδου, τέως πλέον πρόεδρος-διευθύνουσα σύμβουλος της The Nielsen Company Greece.

Εισηγητές από τους οργανισμούς «Μπορούμε» (κ. Αλέξανδρος Θεοδωρίδης, συνιδρυτής και διαχειριστής), Ελληνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης (κ. Γιάννης Σιδέρης, διευθύνων σύμβουλος) και Greenpeace (κ. Άλκης Καφετζής, υπεύθυνος εκστρατείας για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και την αντιμετώπιση της πλαστικής ρύπανσης) παρουσίασαν δράσεις που αποσκοπούν στη βιώσιμη ανάπτυξη και την προστασία του περιβάλλοντος.

Οι εργασίες του συνεδρίου ολοκληρώθηκαν με την ομιλία της κ. Megan Hellstedt, Vice President Health & Sustainability της Ahold Delhaize, σχετικά με το ρόλο του λιανεμπορίου τροφίμων στις καταναλωτικές τάσεις υπέρ των υγιών και βιώσιμων διατροφικών επιλογών (εκτενής συνέντευξή της δημοσιεύθηκε στο προηγούμενο τεύχος).

Σημειώνουμε ότι το συνέδριο τέλεσε υπό την αιγίδα του ΣΕΒΤ, του ΕΣΒΕΠ και του ΙΕΛΚΑ, ενώ χορηγοί του ήταν οι εταιρείες iQom, Sales Promotion Center και SmartWare. 

 

LORD MARK PRICE: Η στρατηγική των επενδύσεων στο online θα καθορίσει το μέλλον
Στην έναρξη της εισήγησής του ο κ. Mark Price, Επιχειρηματίας, συγγραφέας, πρώην υπουργός Εμπορίου του Ηνωμένου Βασιλείου, τόνισε ότι οι εργαζόμενοι είναι καταλύτης για την επιτυχία της στρατηγικής κάθε επιχείρησης, επισημαίνοντας, βάσει στοιχείων ερευνών, ότι οι λύσεις που αυξάνουν την ικανοποίηση των εργαζομένων, επιταχύνουν την επίτευξη των επιχειρηματικών στόχων.

Αναφερόμενος στις σύγχρονες προκλήσεις του λιανεμπορίου, κατέδειξε την αύξηση του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων, κυρίως εξαιτίας της σημαντικής αύξησης της φορολόγησής τους, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της οικονομικής ύφεσης, της αύξησης του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ και των μέτρων στήριξης των οικονομιών υπό συνθήκες πανδημίας. Τόνισε, ωστόσο, ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος με εργαλεία άλλων εποχών, όπως οι ανατιμήσεις, δεν αποτελεί επιλογή, εφόσον η ενίσχυση του μεριδίου των εκπτωτικών αλυσίδων στην Ευρώπη, που ελέγχουν περίπου το 20% του τζίρου σε αξία, την αποκλείει.

Σχετικά με την αξιοποίηση των τεχνολογιών, εκτίμησε ότι αυτή σήμερα «βρίσκεται στην καρδιά του αγώνα επιβίωσης των επιχειρήσεων του κλάδου», ενώ αναφερόμενος στο παράδειγμα την Waitrose, στην οποία διετέλεσε Managing Director εννιά χρόνια, επισήμανε πως η επένδυση ειδικά στο online λιανεμπόριο, την ώθησε σε μείωση του περιθωρίου κέρδους –από 5% στο φυσικό δίκτυο μόλις στο 2%-3% στο online κανάλι, λόγω της αύξησης του διαχειριστικού κόστους. Όπως συμπέρανε, «εάν το νέο κανάλι προσελκύει νέους πελάτες, αυτό το έστω χαμηλό περιθώριο κέρδους προστίθεται στο υπάρχον. Όμως, εάν η επιχείρηση εξυπηρετεί ηλεκτρονικές παραγγελίες κυρίως προϋφισταμένων πελατών της, το περιθώριο κέρδους μειώνεται.

Ωστόσο, εάν οι online πωλήσεις αναλογούν σε ένα μικρό ποσοστό της επιχειρηματικής δραστηριότητας, η μείωση του περιθωρίου κέρδους είναι διαχειρίσιμη, αλλά κάτι τέτοιο υπό τις σημερινές συνθήκες δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο». Στον ευρύτερο κλάδο της λιανικής, όπως είπε, η πρόκληση του online σε συνδυασμό με τη μείωση των πωλήσεων οδηγεί σε κλείσιμο καταστημάτων και σε αύξηση των απολύσεων (περίπτωση John Lewis).

Συμπερασματικά εκτίμησε πως η αξιοποίηση των τεχνολογιών επιφυλάσσει σημαντικό ρόλο στην προοπτική των επιχειρήσεων κι ότι οι σχετικές αποφάσεις τους θα καθορίσουν μακροπρόθεσμα την επιβίωσή τους.

Στροφή στην «ηθική» κατανάλωση
Η ένταση των προβλημάτων στο πεδίο της υγείας, αλλά και συνολικά του περιβάλλοντος, εντείνουν τον προβληματισμό και την ευαισθητοποίηση των πολιτών σε ζητήματα σχετικά με την ηθική διάσταση της λειτουργίας των επιχειρήσεων τροφίμων. Όπως διαπίστωσε ο ομιλητής, η εικόνα τους σε σχέση με το αξιακό σύστημα που πρεσβεύουν, επιδρά τόσο στην προσέλκυση και διατήρηση στελεχών υψηλού επιπέδου όσο και στη σχέση με τους πελάτες. Αναφερόμενος ειδικότερα στους τελευταίους, επισήμανε πως η στάση τους έναντι των επιχειρήσεων και των προϊόντων συνδέεται όλο και περισσότερο με τον σεβασμό που επιδεικνύουν στις δικές τους ηθικές αξίες, πράγμα που καταγράφεται στα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία προσφέρουν πλέον πληθώρα χρήσιμων σχετικών πληροφοριών.

Στο πλαίσιο αυτό ενέταξε το θέμα της προσαρμογής των επιχειρήσεων στη ραγδαία ανερχόμενη τάση της υιοθέτησης νέων διατροφικών προτύπων, όπως vegan, vegetarian και flexitarian –είναι χαρακτηριστικό ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο το vegan κοινό από περίπου ένα εκατομμύριο στην αρχή του έτους αναμένεται πως θα φθάσει τα δύο εκατομμύρια έως το τέλος του, ενώ αντίστοιχα το κοινό των vegetarians από τα 3,4 εκατομμύρια θα φτάσει τα 6 εκατομμύρια.

«Η ραγδαία αύξηση των πολιτών που επιλέγουν διαφορετικές διατροφικές συνήθειες», επισήμανε ο ομιλητής, «υποδηλώνει μια πολιτική στάση, συνδεδεμένη άμεσα με τις σχετικές θέσεις τους για την κλιματική αλλαγή και τη βιώσιμη ανάπτυξη».

Στην απαίτηση για βιώσιμη ανάπτυξη οι επιχειρήσεις του λιανεμπορίου τροφίμων, εξήγησε, απαντούν με μια σειρά προτάσεων, όπως η παρουσίαση προϊόντων και λύσεων υγιεινής διατροφής, η μείωση των υλικών συσκευασίας, η ενεργειακή αναβάθμιση της λειτουργίας τους, η μείωση του ενεργειακού τους αποτυπώματος κοκ.

Ολοκληρώνοντας την ομιλία του ο κ. Mark Price, τόνισε ότι «οι επιχειρήσεις οφείλουν να υιοθετούν στρατηγικές που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών για ηθική επιχειρηματικότητα, εντάσσοντας στο πλαίσιο των προσπαθειών υλοποίησής τους το σύνολο των εργαζομένων τους».

 

COVID-19 & ΛΙΑΝΕΜΠΟΡΙΟ ΤΡΟΦΙΜΩΝ: Οι CEO του κλάδου συζητούν
Μετά την εισήγησή του ο Lord Mark Price συμμετείχε σε δημόσιο διάλογο με τους κ. Βασίλη Σταύρου, Brand President της ΑΒ Βασιλόπουλος, Αριστοτέλη Παντελιάδη, διευθύνοντα σύμβουλο της Metro και Γιάννη Μασούτη, διευθύνοντα σύμβουλο της Διαμαντής Μασούτης και πρόεδρο του ΕΒΕΘ. Τη συζήτηση συντόνισε ο κ. Δημήτρης Κουτσόπουλος, CEO της Deloitte.

«Τα καταφέραμε…»
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τις επιπτώσεις της πανδημίας και τις προκλήσεις της για τις εταιρείες του κλάδου, οι μάνατζερ συμφώνησαν ότι οι αλυσίδες κλήθηκαν εκ των πραγμάτων να παίξουν κεντρικό ρόλο στην προστασία της δημόσιας υγείας και, ταυτόχρονα, στην επάρκεια των αγαθών, καθήκοντα στα οποία ανταποκρίθηκαν με αξιοσημείωτη ευελιξία. Συμφώνησαν επίσης ότι άλλες από τις τάσεις που διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο αυτής της οδυνηρής συγκυρίας είναι παροδικές κι άλλες μόνιμες. Στις πρώτες ανήκει η τάση της μείωσης των επισκέψεων του κοινού για ψώνια προς αποφυγή του συνωστισμού, με αύξηση της αξίας του μέσου καλαθιού. Στις δεύτερες εντάσσονται η άνοδος των ηλεκτρονικών παραγγελιών σε επίπεδο αναμενόμενο υπό άλλες συνθήκες μετά τέσσερα-πέντε έτη –έστω κι αν αποκλιμακώθηκαν μερικώς μετά το lockdown–, η ανάπτυξη της οικιακής μαγειρικής, της ζήτησης προϊόντων συσχετισμένων με την υγεία και την ευεξία, τοπικών προϊόντων (Σταύρου), καθώς και η εντονότερη προτίμηση των συσκευασμένων τροφίμων. Επίσης, επισημάνθηκαν αφενός η πρόταξη εκ μέρους του κοινού των συνθηκών υγιεινής στα καταστήματα παρά των προσφορών τους, πράγμα που ακόμα ισχύει, και αφετέρου η ενδοεταιρική πρόκληση των πολλών δικαιολογημένων απουσιών μελών του προσωπικού (άνω των 1.000 στη Metro).

Υπογραμμίστηκε, ακόμα, το υψηλό κόστος των μέτρων προστασίας για τις επιχειρήσεις του κλάδου (μάσκες, αντισηπτικά, απολυμάνσεις αθροιστικού κόστους άνω του 1 εκατ. ευρώ για τη Metro) και εκτιμήθηκε ο διπλασιασμός του μέχρι την υποχώρηση της πανδημίας, ενώ εκφράστηκε η απόλυτη ικανοποίηση για τη συμπεριφορά του προσωπικού όλων των καταστημάτων, η οποία έχει τιμητική για τον κλάδο ανάκλαση στην ελληνική κοινωνία (Παντελιάδης). Πάντως, η αποκλιμάκωση και η πτωτική τάση των πωλήσεων μετά την έξαρσή τους την περίοδο του lockdown, συνδυαστικά με το υψηλό κόστος των επιχειρήσεων για τη διαχείριση της κρίσης στη δημόσια υγεία, εκτιμήθηκε πως θα αμβλύνουν τα συγκυριακά οφέλη των αλυσίδων (Μασούτης).

Omnichannel: Αναπότρεπτη η μετάβαση
Ο Lord Mark Price, απαντώντας σε συναφή ερώτηση, τόνισε ότι «η κοινή γνώμη έχει εσφαλμένη εντύπωση για τα οφέλη των αγγλικών επιχειρήσεων σούπερ μάρκετ στη συγκυρία της πανδημίας», εξηγώντας ότι «στο Ηνωμένο Βασίλειο αθροιστικά το κόστος των επιχειρήσεων, αφενός για την προμήθεια των μέσων προστασίας προσωπικού και πελατών και αφετέρου της εξυπηρέτησης των online παραγγελιών, μείωσε την κερδοφορία τους έως 20%, όταν η αύξηση των εσόδων τους κυμάνθηκε μεταξύ 8% και 10%. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, γιατί η σημαντικότερη πρόκληση για τον κλάδο σήμερα είναι η επένδυση στις τεχνολογίες του online λιανεμπορίου, το οποίο οδηγεί σε μείωση του ήδη χαμηλού περιθωρίου κέρδους».

Όπως είπε, οι online πωλήσεις στο λιανεμπόριο τροφίμων στο Η.Β. την τελευταία εικοσαετία είχαν ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 1%, φθάνοντας στις αρχές του 2020 το 20%. Στη συγκυρία της πανδημίας το μερίδιό τους έφθασε στο 30%, με ό,τι αυτό συνεπάγεται από άποψη κόστους.

«Οι επιχειρήσεις πρέπει, λοιπόν, να μελετήσουν πολύ καλά τη μετάβασή τους στο νέο μοντέλο πωλήσεων, τις σχετικές επενδύσεις τους, τις αναπόδραστες αλλαγές στο χρηματοοικονομικό τους μοντέλο, καθώς και την επίδραση αυτών στο περιθώριο κέρδους τους. Πρόκειται για μια μεγάλη στροφή στη μακροπρόθεσμη στρατηγική τους, την οποία, ωστόσο, δεν μπορούν να αποφύγουν».

Οι επενδύσεις συνεχίζονται κανονικά
Δεδομένης της διπλής πλέον κρίσης στη δημόσια υγεία και την οικονομία, που δυσχεραίνει το μακροπρόθεσμο επιχειρηματικό σχεδιασμό, θα επηρεαστούν, άραγε, τα επενδυτικά πλάνα των αλυσίδων;

Η απάντηση των μάνατζερ ήταν ευθέως αρνητική και συνοπτικά διαφωτιστική για τα σχέδια καθεμιάς, όπως τα έχουμε, άλλωστε, περιγράψει στο παρόν και σε προηγούμενα τεύχη μας. «Οι επενδύσεις είναι υπόθεση σχεδιασμού μακρόχρονης προοπτικής και γι’ αυτό δεν πρέπει να επηρεάζονται από συγκυριακές κρίσεις μικρής διάρκειας. Η πανδημία ίσως αλλάξει λίγο τις προτεραιότητες, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να μεταβάλει τον κεντρικό στρατηγικό σχεδιασμό», ήταν το κοινό μότο των τριών συνομιλητών.

Σταχυολογούμε, πάντως, ως αξιοσημείωτες τις δηλώσεις του κ. Παντελιάδη, αναφορικά με τις επενδύσεις στις κανονιστικές συνέπειες της ευρωπαϊκής πολιτικής για το περιβάλλον, «η οποία θα έχει μια αλυσίδα επιδράσεων στις συσκευασίες των προϊόντων, τη διανομή τους, αλλά και στις τιμές τους, πράγμα που θα πληρώσει ο καταναλωτής», και του κ. Μασούτη ότι η εταιρεία του είναι η πρώτη του κλάδου στη χώρα με διεθνή πιστοποίηση για τη διασφάλιση της υγείας του προσωπικού και των πελατών της από τον Covid-19, με τριετή ισχύ και συστηματικούς ετήσιους ελέγχους.

Στην απάντησή του σε παραπλήσια ερώτηση ο κ. Mark Price επεσήμανε τις αλλαγές στην ανάπτυξη του φυσικού δικτύου καταστημάτων, κάνοντας λόγο για «μια νέα σχέση πελατών-καταστημάτων». Οι επιχειρήσεις σούπερ μάρκετ οφείλουν να προσαρμόσουν τις στρατηγικές τους στην απαίτηση για βιώσιμη ανάπτυξη, κάτι που ενδεχομένως θα τις ωφελήσει οικονομικά, εφόσον λ.χ. υιοθετήσουν λύσεις αποδοτικής διαχείρισης της ενέργειας και μείωσης του ανθρακικού τους αποτυπώματος, αλλά και υποστήριξης νέων προϊοντικών προτάσεων για τη βελτίωση της υγείας και της διατροφής των πολιτών, τόνισε.

Online: Ευχή ή κατάρα;
Τέθηκε επίσης η ερώτηση, εάν η πολυκαναλική αγοραστική συμπεριφορά, όπως εκδηλώθηκε την περίοδο της καραντίνας, συνιστά κίνητρο για επενδύσεις εκ μέρους των επιχειρήσεων του κλάδου κι αν ενδέχεται να κινητοποιήσει το επενδυτικό ενδιαφέρον διεθνών ανταγωνιστών στον τομέα.

Όλοι οι συνομιλητές συμφώνησαν ότι κατ’ ανάγκην οι εγχώριες αλυσίδες οφείλουν να επενδύουν μακροπρόθεσμα στο εν λόγω πεδίο, είτε προσβλέποντας στη δημιουργία εμπειρίας αγορών στον πελάτη με κοινά ποιοτικά χαρακτηριστικά μεταξύ φυσικού και ψηφιακού περιβάλλοντος επικοινωνίας και αγορών (Μασούτης), είτε υπό το βάρος της επίγνωσης ότι «αν δεν έχεις ήδη δημιουργήσει μια βάση σχετικών υποδομών, είναι πολύ ακριβό επενδυτικά το ηλεκτρονικό εμπόριο» (Σταύρου), είτε συμπεραίνοντας ότι «ο πελάτης ακόμα και των πιο εξελιγμένων αγορών δεν φαίνεται να θέλει να αποκοπεί από το φυσικό κατάστημα» (Παντελιάδης).

Κατ’ επέκταση εκτιμήθηκε ότι «ένας ξένος «παίκτης», όσο μεγάλος κι αν είναι, θα ‘ναι δύσκολο ν’ αφομοιωθεί από μια άγνωστη γι’ αυτόν αγορά ιδιαίτερων απαιτήσεων» (Μασούτης), ότι η σχετική δραστηριοποίηση ειδικά στα είδη μπακαλικής πολύ δύσκολα παρέχει κίνητρο εισόδου σε τυχόν διεθνείς online λιανέμπορους, άρα πρόσφορο πεδίο ξένων επενδύσεων είναι κυρίως αυτό της πλατφόρμας (Σταύρου) και ότι, δεδομένης της ανάγκης συνύπαρξης φυσικού και ηλεκτρονικού καναλιού, δεν έχει νόημα μια τυχόν επένδυση διεθνούς εταίρου αποκλειστικά στο πεδίο των ηλεκτρονικών πωλήσεων, δηλαδή χωρίς παρουσία με φυσικά καταστήματα (Παντελιάδης).

Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την επιλογή της αυτόνομης ανάπτυξης online καναλιού από επιχειρήσεις σούπερ μάρκετ ή της συνεργασίας με τρίτους, ο κ. Mark Price, έχοντας την εμπειρία της συνεργασίας Waitrose-OCADO για τη διανομή προϊόντων της πρώτης μέσω της πλατφόρμας της δεύτερης, επισήμανε πως η επένδυση στη δημιουργία online πλατφόρμας είναι ιδιαίτερα υψηλού κόστους για τις επιχειρήσεις του κλάδου, χωρίς φυσικά να αποκλείεται η επιτυχής έκβαση σχετικού εγχειρήματος από οικονομικά ισχυρές επιχειρήσεις. «Αποτελεί πρόκληση ιδιαίτερα σε εποχές όπως η σημερινή, να καταφέρει μια επιχείρηση να έχει ικανοποιημένους πελάτες, υφιστάμενη μείωση κερδοφορίας λόγω επενδύσεών της στις online πωλήσεις. Πρόκειται για μια μακροπρόθεσμη επένδυση, που απαιτεί ιδιαίτερα προσεκτικό σχεδιασμό. Σημειώστε πως επιχειρήσεις αμιγώς online λιανεμπορίου, όπως η OCADO, είχαν κερδοφορία όχι από τη λιανεμπορική τους δραστηριότητα, αλλά από την πώληση τεχνολογίας. Οι προμηθευτές τεχνολογικών λύσεων κερδίζουν από την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού λιανεμπορίου, το λιανεμπόριο τροφίμων όχι. Η ανάπτυξη κερδοφόρου online πλατφόρμας είναι μια εξίσωση τη λύση της οποίας θα αργήσουμε να δούμε…».

Νέο κύμα εξαγορών εν όψει
Τάχα, δημιουργούνται προϋποθέσεις περαιτέρω εξαγορών; Υπάρχει περιθώριο εν νέου αύξησης του μεριδίου των μεγάλων αλυσίδων του κλάδου, ήταν η επόμενη ερώτηση.
Κατά την άποψη του κ. Σταύρου, επειδή ως χώρα έχουμε το μεγαλύτερο αριθμό καταστημάτων λιανικής ανά 1.000 κατοίκους κι ένα επίπεδο συγκέντρωσης του ευρύτερου κλάδου χαμηλό (55% έναντι 70%-80% στην Ευρώπη), λαμβανομένης υπόψιν και της αναμενόμενης έντασης του ανταγωνισμού στις τιμές, λόγω της ύφεσης που πυροδοτεί η πανδημία, νομοτελειακά θα ενταθούν οι τάσεις της συγκέντρωσης. «Σε τρία-τέσσερα χρόνια θα δούμε ένα νέο κύκλο αναδιάρθρωσης της αγοράς», είπε.

Ο κ. Παντελιάδης, αν και τόνισε την προτίμησή του στην οργανική ανάπτυξη, δήλωσε ότι η στενότητα χώρων και χρόνου για γρήγορη οργανική ανάπτυξη εντείνουν το ενδιαφέρον για πιθανές εξαγορές. Εκτίμησε δε ότι οι μικρομεσαίοι του κλάδου θα εξακολουθήσουν να υφίστανται σχετικά τις μεγαλύτερες πιέσεις κι ότι τα αναμενόμενα εγχειρήματα περαιτέρω συγκέντρωσης θα είναι ενδεχομένως αρκετά, αλλά όχι πια «σεισμικά», δηλαδή μεταξύ των κορυφαίων αλυσίδων. Ακόμα δήλωσε ότι ο κλάδος στην Ελλάδα βρίσκεται «στην αρχή ανόδου της καμπύλης» της συγκέντρωσής του και γι’ αυτό τούτη όχι μόνο δεν είναι απειλητική για τα συμφέροντα του καταναλωτή, αλλά θα τον ωφελήσει, αυξάνοντας την ποιότητα και μειώνοντας τις τιμές.

Ο κ. Μασούτης εξέφρασε την πεποίθησή του ότι «θα δούμε κινήσεις εξαγορών, που θα αλλάξουν το τοπίο της αγοράς», δηλώνοντας ότι η εταιρεία του αναπτύσσεται μέσω αυτών, γιατί της δίνουν οφέλη κλίμακας, διασφαλίζοντας γρήγορη είσοδο σε νέες γι’ αυτήν περιοχές, στις οποίες η πρόσβαση μόνο μέσω οργανικής ανάπτυξης θα είχε πολλαπλάσιο κόστος σε χρήμα και χρόνο. Κατέληξε ότι η περαιτέρω συγκέντρωση του κλάδου θα ωφελήσει και τους προμηθευτές, καθώς θα μειώσει το κόστος της διανομής.

Σε ερώτηση σχετική με την επέκταση των δικτύων σούπερ στο Η.Β μετά την εμπειρία της πανδημίας και της έκρηξης των online παραγγελιών, ο κ. Mark Price εξήγησε πως «οι έρευνες δείχνουν πως πελάτες του online καναλιού παραμένουν οι κάτοικοι κυρίως περιοχών με υψηλότερα εισοδήματα, ενώ οι πελάτες από φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού επιστρέφουν στο φυσικό κατάστημα. Σύμφωνα με άλλη έρευνα, το 66% των τηλεργαζόμενων σήμερα υπαλλήλων γραφείου στο Η.Β. δηλώνουν πως δεν επιθυμούν να επιστρέψουν στον χώρο εργασίας τους ή πως επιθυμούν να επιστρέψουν με μειωμένο ωράριο. Ευρήματα όπως αυτά, δείχνουν πως απαιτούνται προσαρμογές στο σχεδιασμό της επέκτασης των δικτύων σούπερ μάρκετ, π.χ. με την εγκατάσταση περισσότερων καταστημάτων σε αγροτικές περιοχές ή περιοχές χαμηλού εισοδήματος και λιγότερων σε αστικές περιοχές υψηλών εισοδημάτων κοκ».

Οι τιμές πέφτουν μόνο μέσω προσφορών
Το υψηλό ποσοστό της ύφεσης αποδυναμώνει την καταναλωτική δύναμη. Υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω μείωσης των τιμών; Αυτή ήταν η τελευταία ερώτηση.

Οι απαντήσεις περιελίχθηκαν αναπόφευκτα στον άξονα των προσφορών παρότι «προσθέτουν κόστη στις αλυσίδες, αλλά έτσι εκπαιδεύσαμε τον καταναλωτή» και που ο πυρετός τους άρχισε να τείνει στα προ της πανδημίας επίπεδα (Παντελιάδης), καθώς «το κριτήριο της τιμής η ύφεση το φέρνει πάλι στην πρώτη θέση και οφείλουμε να προσαρμοστούμε» (Μασούτης). Ωστόσο, εκτιμήθηκε ότι μεταξύ των «μεγάλων προσφορών» και της «έμφασης στην ποιότητα» οι εταιρείες του κλάδου δέον είναι να επιλέξουν μια μέση οδό, υπερβαίνοντας το δίλημμα (Σταύρου, Παντελιάδης). Ταυτόχρονα, συμφωνήθηκε ότι η μείωση των τιμών συναρτάται αποκλειστικά με την ικανότητα περαιτέρω σύμπτυξης του λειτουργικού κόστους κάθε εταιρείας, αλλά και με τη δια νόμου ελάφρυνση των εργοδοτικών και άλλων εισφορών των επιχειρήσεων, που ανοίγει ενδεχομένως μια τέτοια προοπτική (Παντελιάδης, Σταύρου). 

COVID-19 & ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ: Οι εκπρόσωποι των συνδέσμων συζητούν

Το διαδικτυακό συνέδριο ολοκληρώθηκε με τη διοργάνωση δημόσιας συζήτησης με τους κ. Χρήστο Αποστολόπουλο, πρόεδρο του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ), Δημήτρη Μεντεκίδη, πρόεδρο του Συνδέσμου Εταιρειών Εμφιαλώσεων Ελληνικού Φυσικού Μεταλλικού Νερού (ΣΕΦΥΜΕΝ), Γιάννο Μπενόπουλο, πρόεδρο της Ελληνικής Ένωσης Καφέ (ΕΕΚ) και Σοφοκλή Παναγιώτου, πρόεδρο της Ελληνικής Ένωσης Ζυθοποιών, υπό τον συντονισμό του δημοσιογράφου-συνεργάτη του «σελφ σέρβις» Πλάτωνα Τσούλου σχετικά με τις προσκλήσεις της πανδημίας και της οικονομικής ύφεσης για τους κλάδους της βιομηχανίας, που αντιπροσωπεύουν οι σύνδεσμοί τους.

Βαριές επιπτώσεις
Ειδικότερα, οι συνομιλητές συμφώνησαν ότι η κατακρήμνιση φέτος του τζίρου της αγοράς ho.re.ca., η μείωση των εισοδημάτων και η αύξηση της ανεργίας δημιουργούν αβεβαιότητα στη ζήτηση, με επιπτώσεις στην αγοραστική συμπεριφορά. Μολονότι στον κλάδο της γαλακτοκομίας οι εξαγωγές δεν επλήγησαν σημαντικά (Αποστολόπουλος), στον κλάδο του εμφιαλωμένου νερού η αύξηση των πωλήσεων της «ζεστής αγοράς» κάλυψε μικρό μόνο μέρος των απωλειών (Μεντεκίδης), η αγορά της σερβιριζόμενης αγοράς του καφέ χάνει περίπου το ήμισυ των πωλήσεών της σε ετήσια βάση, τη στιγμή που η συγκυριακή αύξηση των πωλήσεων της κατηγορίας στο σούπερ μάρκετ φθίνει (Μπενόπουλος), ενώ άσχημα εξελίσσονται τα πράγματα στην αγορά της μπίρας, αφού στη διάρκεια της καραντίνας δεν υπήρξε καν μερική αναπλήρωση των απωλειών της από την κινητικότητα της ζήτησης στα σούπερ μάρκετ, έτσι ώστε σε επίπεδο οκταμήνου οι πωλήσεις της έχασαν περίπου το 25% της αξίας τους, με πρώτο θύμα τις μικροζυθοποιίες, που δεν έχουν σοβαρή παρουσία στα ράφια της οργανωμένης λιανικής (Παναγιώτου).

Τα αιτούμενα
Οι τέσσερις συνομιλητές εκτίμησαν απαισιόδοξα ότι το 2021 είναι μη προβλέψιμο και με αρνητικά μηνύματα, καθώς η απορρόφηση των νέων ανέργων χρειάζεται μακρό χρόνο, οι επενδύσεις των επιχειρήσεων έχουν σε μεγάλο βαθμό ανασταλεί, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη το δεύτερο κύμα της πανδημίας, με άδηλη έκβαση.

Στο ίδιο πλαίσιο, δήλωσαν πως οι σύνδεσμοί τους ζητούν από την κυβέρνηση πολιτικές διατήρησης των υφιστάμενων θέσεων εργασίας και κίνητρα για τις ιδιωτικές επενδύσεις (Αποστολόπουλος), πρωτοβουλίες ενίσχυσης της κυκλικής οικονομίας (Μεντεκίδης), την επιστροφή του ΕΦΚ στις επιχειρήσεις που εξάγουν προϊόντα καφέ, προκειμένου να ενισχυθεί η εξωστρέφειά τους, την ένταξη στα προγράμματα ΕΣΠΑ των βιομηχανιών και βιοτεχνιών του καφέ, ώστε να επενδύσουν στην ανταγωνιστικότητά τους (Μπενόπουλος), τον συμψηφισμό του ΕΦΚ της μπίρας για όσα προϊόντα έχουν λήξει αδιάθετα στην αγορά και τον εκσυγχρονισμό του παρωχημένου νομοθετικού πλαισίου για τη ζυθοποιία (Παναγιώτου).

Επίσης, ζητούν την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων, την ελάφρυνση της φορολογίας κάθε είδους, άμεσης και έμμεσης, ισονομία και σταθερό φορολογικό σύστημα.

Αναφορικά με τη διατήρηση των θέσεων εργασίας στους κλάδους τους, δήλωσαν την πρόθεση των επιχειρήσεων να διατηρήσουν το εργατικό δυναμικό τους, δεδομένης και της υψηλής σε πολλές περιπτώσεις ειδίκευσής του, αναμένοντας την ανάταξη της οικονομίας. Στο ερώτημα, πάντως, αν η στροφή στην οργανωμένη λιανική, λόγω της κατάρρευσης της αγοράς ho.re.ca., προσφέρει διέξοδο στις πληττόμενες επιχειρήσεις, παρατηρήθηκε ότι «δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα να τοποθετήσει κανείς τα προϊόντα του στα σούπερ μάρκετ» (Μπενόπουλος) κι ότι, εφόσον αναμένεται μεγάλη ύφεση στην εγχώρια ζήτηση, τίποτε δεν δίνει διέξοδο εκτός των εξαγωγών (Αποστολόπουλος).

Ενδιάμεσες λύσεις πριν είναι αργά
Δικαιολογημένα οι επικεφαλής των τεσσάρων κλαδικών συνδέσμων της βιομηχανίας αντέδρασαν με έκδηλη ανησυχία στην προοπτική της καθυστέρησης περίπου κατά ένα έτος (από το δεύτερο εξάμηνο του 2021) των επιχορηγήσεων και δανείων της ΕΕ στην οικονομία για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας. Όπως εκτίμησαν, μια τόσο σημαντική καθυστέρηση στον προγραμματισμό των επιχειρήσεων θα έχει θύματα (Αποστολόπουλος), καθώς θα ανταπεξέλθουν μόνο όσες έχουν «λίπος» και πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό (Μεντεκίδης), οπότε πρέπει να αναζητηθούν άμεσα λύσεις ενδιάμεσης χρηματοδότησης (Μπενόπουλος). Και προειδοποίησαν: «Δεν αντέχουμε να ζήσουμε ακόμα μια φορά το μαρτύριο του «θα έρθει ή δεν θα έρθει η δόση;»…» (Παναγιώτου).