Ανήκω στη μειοψηφία που θεωρεί ότι τα δημοσιονομικά μέτρα ήταν απαραίτητα και τα επικροτεί. Έχω μάλιστα το προνόμιο να αποτελώ μέλος του μικρού εκείνου υποσυνόλου της μειοψηφίας αυτής, που δεν ομιλεί ως τρίτος παρατηρητής, αλλά ως επί της ουσίας συμμετέχων στο... λογαριασμό, καθώς η Μετρό έχει ήδη συνεισφέρει αρκετά στα πλαίσια των νέων μέτρων.

Με την ιδιότητα αυτή επιτρέψτε μου να διεκδικήσω το δικαίωμα να καταθέσω τις απόψεις μου για το μεγάλο στοίχημα που αναλάβαμε μόλις αναγκαστήκαμε να ακολουθήσουμε τον τρόπο ζωής των αρχαίων Σπαρτιατών: Την επανατοποθέτηση της οικονομίας σε τροχιά ανάπτυξης.

Το «Ή ταν ή επί τας» της εποχής μας. Όχι ότι περιμένω πως, επειδή οι απόψεις μου θα διατυπωθούν μέσα από τις σελίδες του έγκυρου σελφ σέρβις, θα διαπεράσουν τους παχείς τοίχους των κυβερνητικών γραφείων. Ο πραγματικός διάλογος χρειάζεται ανοιχτά αυτιά, καλή διάθεση και δυνατότητα λήψης αποφάσεων – όταν αυτά απουσιάζουν, τότε λέμε απλώς τον πόνο μας και καταθέτουμε για πολλοστή φορά υπομνήματα.

Είμαστε όμως υπεύθυνοι άνθρωποι της αγοράς και οφείλουμε να σκεφτόμαστε. Να ασκούμε λίγο το μυαλό μας σε μια κοινωνία που συνηθίζει να ασκεί μόνο τη φωνή της – ενίοτε δε και τα χέρια ή τους αναπτήρες της…

Πώς θα έρθει λοιπόν η περιπόθητη και απόλυτα αναγκαία ανάπτυξη στον κλάδο των ταχυκίνητων καταναλωτικών προϊόντων; Θα ξεκινήσω λίγο αιρετικά: Δεν θα ζητήσω επιδοτήσεις, επιχορηγήσεις και ειδικά καθεστώτα. Πιστεύω πως κάθε εταιρεία πρέπει να
αναπτύσσεται με τις δικές της δυνάμεις και όχι με κρατικά λεφτά. Αν η πολιτεία θέλει να επιδοτήσει τις τελικές τιμές των προϊόντων, έχει πιο απλούς τρόπους να το κάνει. Δεν νομίζω, επίσης, ότι χρειαζόμαστε ειδικές ρυθμίσεις, χαριστικές διατάξεις και εξαιρέσεις από κανόνες.

Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων, η διανομή και το λιανεμπόριο μπορούν να αντεπεξέλθουν πολύ καλά στις προδιαγραφές ασφάλειας και υγιεινής και στο κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη δουλειά τους. Οι δυσκολίες προκύπτουν από τη συνεχή μεταβλητότητα του πλαισίου αυτού, από την πεπαλαιωμένη και άκαμπτη νομοθεσία, από αντιφατικές διατάξεις που αφήνουν μεγάλα περιθώρια ερμηνείας και από ελεγκτικά όργανα και πολιτικούς προϊσταμένους που θέλουν πάση θυσία να ανακαλύψουν -και εν ανάγκη να «ανακαλύψουν»- παραβιάσεις για να τις εκμεταλλευτεί ο καθένας κατά τα συμφέροντά του.

Για να πετύχουμε την ανάπτυξη πρέπει να απελευθερωθούμε από νοοτροπίες κάλυψης συντεχνιακών συμφερόντων. Να σταματήσουμε να μετράμε τις ψήφους των αρτοποιών, των φαρμακοποιών, των βενζινοπωλών, των εφημεριδοπωλών, των ιδιοκτητών ΔΧ, των φορτοεκφορτωτών κοκ και να ανοίξουμε τις αγορές για να δούμε επενδύσεις και πραγματικό ανταγωνισμό.

Αντί να ξοδεύουμε την ενεργητικότητά μας στον τρόπο αναγραφής των τιμών και των εκπτώσεων, να κοιτάξουμε πώς θα μειώσουμε το παράλογο κόστος, με το οποίο το κράτος φορτώνει τις επιχειρήσεις: τη γραφειοκρατία, τη διαφθορά, τη βραδύτητα των δημοσίων υπηρεσιών. Όλοι μας έχουμε να διηγηθούμε πολλές σουρεαλιστικές ιστορίες για την επαφή με το δημόσιο.

Όλοι αντιμετωπίζουμε τακτικά την ηδονή του κρατικού λειτουργού που επιστρέφει τον ογκώδη φάκελο δικαιολογητικών που είχε ζητήσει, γιατί πχ ένα τοπογραφικό διάγραμμα θεωρημένο από μια εφορία κλασικών αρχαιοτήτων είναι σε λάθος κλίμακα. Ευτυχώς δεν απαιτεί υπογραφή από τον ίδιο τον Περικλή…

Προφανώς, μπορεί να γεμίσει κανείς ολόκληρο το περιοδικό περιγράφοντας τους παραλογισμούς της ελληνικής πραγματικότητας και τις προτάσεις για την αντιμετώπισή τους. Αλλά ποιος θα μας ακούσει; Υπάρχουν στη δημόσια διοίκηση νησίδες εκσυγχρονισμού, όπου νέοι επιστήμονες, συνήθως πρόσφατα αφιχθέντες από το εξωτερικό, διαμορφώνουν εξαιρετικές προτάσεις για την καλύτερη λειτουργία της.

Ποιος τους ακούει; Ποιος λαμβάνει υπόψη, ποιος θυμάται ακόμα και την ύπαρξη πορισμάτων πχ της Κοινωνίας της Πληροφορίας ή της Κεντρικής Επιτροπής Απλοποίησης Διαδικασιών; Αν ανησυχώ για το μέλλον της Ελλάδας, δεν είναι τόσο επειδή έμαθε να καταναλώνει και να χρωστάει πολλά. Είναι κυρίως γιατί δείχνει να μη θέλει να μάθει πώς να παράγει περισσότερα.