«Το οικονομικό σύστημα έχει αποδείξει πως διαθέτει τεράστιες ικανότητες αναπαραγωγής του και υπέρβασης των κρίσεων που δημιουργεί, παρότι αυτές γίνονται πιο συχνές πια. Όμως, η παραγωγική και εφοδιαστική αλυσίδα αποδεικνύεται πιο ευαίσθητη στα σοκ εξωγενών παραγόντων, όπως η Covid-19, σε αντίθεση με την προσαρμοστικότητά της σε εγγενείς παράγοντες κρίσεων, όπως η χρηματοπιστωτική του 2008.

Πιστεύω πάντως, μιλώντας για τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας, ότι και τώρα το σύστημα θα επιδείξει επινοητικότητα για την υπέρβαση της κρίσης, αν και φυσικά όχι προς όφελος όλων. Για του λόγου το αληθές ήδη τρεις μεγάλοι κλάδοι της παγκόσμιας οικονομίας κυριολεκτικά «έχουν κάνει την κρίση ευκαιρία»: Ο κλάδος της βιοτεχνολογίας, χάρη στη γενναία κρατική επιχορήγηση και τη συμμετοχή των ερευνητικών κέντρων των πανεπιστημίων στην παραγωγή εμβολίων και θεραπειών, ο κλάδος των γιγαντιαίων πολυεθνικών της ψηφιακής οικονομίας και ο κλάδος της ενέργειας, οι επιχειρήσεις του οποίου στην ΕΕ ενισχύονται στρατηγικά με τεράστιας κλίμακας κρατική παρέμβαση, στα πλαίσια των στόχων τόσο του Ταμείου Ανασυγκρότησης και Ανθεκτικότητας όσο και του νέου πολυετούς προϋπολογισμού της ΕΕ, ώστε να επισπευσθεί η αλλαγή του ενεργειακού υποδείγματος. Η πανδημία επιταχύνει τις εξελίξεις –κυρίως στο πεδίο του ψηφιακού μετασχηματισμού και της «πράσινης» οικονομίας, όπου οι προσπάθειες σχεδιασμού της μετάβασης στη νέα τεχνολογική εποχή προϋπήρξαν της κρίσης στη δημόσια υγεία.

Γενικά ένας διευρυμένος μετασχηματισμός του συστήματος σε τεχνολογική και οργανωτική βάση είναι αναμενόμενος. Όμως, το περιεχόμενό του είναι ακόμα ασαφές, καθώς ο καπιταλισμός μετασχηματίζεται όχι βάσει σχεδίου, αλλά αυθόρμητα και δη με όρους «δημιουργικής καταστροφής». Αν και δυστοπικό το μέλλον για την ευρύτατη βάση της κοινωνικής πυραμίδας παγκοσμίως, το οικονομικό σύστημα εκτιμώ ότι θα φτάσει σ’ ένα καινούργιο επίπεδο ισορροπίας, μέχρι την επόμενη μεγάλη του κρίση…».

Συνέντευξη με τον Γιάννη Κιμπουρόπουλο, Αρχισυντάκτη του Οικονομικού Τμήματος της «Εφημερίδας των Συντακτών»

σελφ σέρβις: Μετά από ένα δεκάμηνο πρωτοφανούς πίεσης στον τομέα των υπηρεσιών, λόγω πανδημίας, και δεδομένης της υψηλής εξάρτησης των δυτικών οικονομιών από τις υπηρεσίες, εκτιμάται ότι δεν θα ξεμπλέξουμε με τον Covid-19, τουλάχιστον πριν το φθινόπωρο του 2021. Το διάστημα είναι μεγάλο. Ακόμα κι αν το σχεδιαζόμενο επενδυτικό κύμα για την εν λόγω μετάβαση «φουσκώσει» άμεσα, πράγμα μάλλον απρόσμενο για τον τρόπο λειτουργίας της ΕΕ, άραγε η ζήτηση, στην κατάσταση που ήδη βρίσκεται, θα μπορέσει να ανταποκριθεί σύμφωνα με τις προσδοκίες του οικονομικού συστήματος;
Γιάννης Κιμπουρόπουλος: Αυτό είναι δύσκολο να απαντηθεί… Η αναχαίτιση της πανδημίας φαίνεται ότι όντως θα μας ταλαιπωρήσει και το 2021, χωρίς καν να ξέρουμε την εξέλιξή της από επιδημιολογική σκοπιά. Το πρωτοφανές με την Covid-19 είναι πως για πρώτη φορά μια επιδημία –φαινόμενο κατά τ’ άλλα σύνηθες στη μακρά εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας– συνιστά κατά τη γνώμη μου το πρώτο παγκόσμιο γεγονός στην ιστορία της ανθρωπότητας, με την έννοια ότι συμβαίνει παντού ταυτόχρονα και περίπου ομοιόμορφα σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις της, αλλά και το γενικό μοντέλο αντίδρασης των κοινωνιών. Όμως, μια διαφορά στη χρονικότητά της, που αφορά την κινεζική εμπειρία, νομίζω ότι κάνει τη διαφορά, δείχνοντάς μας κατά κάποιο τρόπο τη γενική προοπτική: Η Κίνα, λοιπόν, που αναχαίτισε την πανδημία χωρίς εμβόλιο, επανήλθε σε υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάκαμψης, οι οποίοι από τρίμηνο σε τρίμηνο ενισχύονται στη βιομηχανία, τις υπηρεσίες και το εμπόριο, τόσο ώστε η ανάκαμψή της τείνει να θεωρηθεί τύπου «V». Το ίδιο διαπιστώνεται λίγο-πολύ σε όλη τη νοτιοανατολική Ασία, ακόμα και στην Ιαπωνία –μια δυτικού τύπου οικονομία.

σ. σ.: Τι σημαίνει το ότι για πρώτη φορά διεθνείς οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ, η ΕΚΤ, ο ΟΟΣΑ, θέτουν ζήτημα άμβλυνσης των ανισοτήτων και του παγκόσμιου χρέους.
Γ. Κ.: Για την ακρίβεια η συζήτηση για τις ανισότητες εκ μέρους του ΔΝΤ άνοιξε προ πανδημίας, πάντως χωρίς σαφή υπόδειξη του τύπου «φορολογείστε το μεγάλο πλούτο». Όμως, αυτό συστήνουν πολλοί συστημικοί οικονομολόγοι, αλλά και εκπρόσωποι πολυεθνικών εταιρειών! Πολύ πρόσφατα δύο οικονομολόγοι, που μελέτησαν 18 οικονομίες του ΟΟΣΑ την τελευταία πεντηκονταετία, οι Ντέιβιντ Χόουπ του London School of Economics και Τζούλιαν Λίμπεργκ του King’s College, κατέρριψαν παταγωδώς το γνωστό μύθο των οικονομικών της προσφοράς, ότι τάχα η μείωση της φορολόγησης των πλουσίων δημιουργεί επενδύσεις, κοινωνική ευημερία και θέσεις εργασίας. Έδειξαν ότι συνέβη ακριβώς το αντίθετο, μεγεθύνοντας τις ανισότητες.

σ. σ.: Συνεπώς ποιο είναι το μήνυμα; Ότι το σύστημα ετοιμάζεται για στροφή;
Γ. Κ.: Η στροφή έχει γίνει και μόνο γιατί μια σειρά «ιεροί» κανόνες διαχείρισης των οικονομιών μπήκαν στην άκρη. Έχουμε μια τεράστια αύξηση των δημοσίων δαπανών και του δημοσίου χρέους όλων των χωρών. Παραδόξως ούτε καν τα κερδοσκοπικά κεφάλαια, που επενδύουν στις αγορές χρέους, φέρνουν αντιρρήσεις. Αντίθετα, επιδοκιμάζουν με πτώση των επιτοκίων των κρατικών ομολόγων στο μηδέν και κάτω απ’ αυτό! Η κυριαρχία των μονεταριστικών αντιλήψεων, σε συνδυασμό με τα νεοφιλελεύθερα στερεότυπα, υποχωρεί. Όμως, το προς τα πού πηγαίνουν τα πράγματα είναι ασαφές.

σ. σ.: Το ότι ανοίγει μεν η συζήτηση της αλλαγής πλεύσης, αλλά χωρίς προσανατολισμό, πού το αποδίδετε;
Γ. Κ.: Λογικά στο ότι δεν έχουν ακόμα «κουμπώσει» οι σχεδιασμοί πολιτικών ηγεσιών και οικονομικών ελίτ. Για την ώρα, εφόσον η επιχειρηματικότητα επωφελείται από τη δημοσιονομική στήριξη, της είναι ευπρόσδεκτη η αύξηση του χρέους. Αλλά για το τι θα γίνει με το μέχρι προ πανδημίας δημοσιονομικό μοντέλο διαχείρισης –άρα με όλα τα σχετικά για το δημόσιο και κυρίως το ιδιωτικό χρέος, για το τι θα γίνει με τα ελλείμματα, τις τράπεζες κλπ.–, δεν ξέρουμε τίποτα ακόμα. Πιθανώς έχει ήδη δρομολογηθεί μια κάποια μορφή διαγραφής του κρατικού χρέους, πράγμα εφικτό με την εφαρμογή διαφορετικών εργαλείων ανά γεωγραφική περιοχή του πλανήτη. Όμως, το μεγάλο πρόβλημα είναι το ιδιωτικό χρέος…

σ. σ.: …το οποίο είναι τριπλάσιο των κρατικών χρεών παγκοσμίως! Σε συνδυασμό με την άσκηση πολιτικών πίεσης του κόσμου της εργασίας, υπάρχει κίνδυνος το ιδιωτικό χρέος να δημιουργήσει κρίση αναπαραγωγής στο σύστημα;
Γ. Κ.: Για να δουλέψει η παραγωγική και η εφοδιαστική αλυσίδα, για ν’ ανταποκριθεί η ζήτηση επείγει η ρύθμισή του! Μιλώντας για τα καθ’ ημάς, φανταστείτε τι θα συμβεί τον Απρίλιο, όταν τελειώσουν τα μορατόριουμ. Πώς θα δουλέψει ένα εμπορικό κατάστημα φορτωμένο χρέη σε εφορία, τράπεζες, ασφαλιστικό ταμείο κ.ά.; Εκτός αν ο Αρμαγεδδών, δηλαδή η ισοπέδωση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, αποτελεί επιλογή, οπότε η πολιτική κρίση είναι αναπόφευκτη…

Ο νεοφιλελευθερισμός παρότι φθίνει, εξακολουθεί να αναζητά λύσεις εις βάρος της εργασίας. Δεν ξέρω, αν οι σχετικές προτάσεις της Έκθεσης Πισσαρίδη προωθούνται στο φόντο παγκόσμιων προτεραιοτήτων του συστήματος, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι μπορεί ακόμα και συντηρητικές κυβερνήσεις να εντάξουν στην ατζέντα τους, έστω από το 2022, το θέμα της πλήρους απορρύθμισης της αγοράς εργασίας. Εκτιμώ ότι ένα είδος ρύθμισης για το ίδιο το σύστημα είναι αναγκαίο, όπως φαίνεται π.χ. από την αντίδραση της ΕΕ στην Amazon, η οποία πέραν του φορολογικού θέματος περιλαμβάνει και τη διάσταση των εργασιακών σχέσεων. Πρόσφατα στη νοτιοδυτική Γερμανία έγινε απεργία σε έξι αποθηκευτικά κέντρα της Amazon, για την εφαρμογή του γερμανικού εργατικού δίκαιου, που αποτελεί πυλώνα διαχείρισης του κοινωνικού μοντέλου στη χώρα εδώ και εβδομήντα χρόνια. Εντέλει μια από τις μείζονες αντιφάσεις του καιρού μας είναι ότι, ενόσω παγκοσμιοποιείται η παραγωγική και η εφοδιαστική αλυσίδα, οι κανόνες παραμένουν εθνικοί και περιφερειακοί, όπως και οι ρυθμιστικές αρχές.

σ. σ.: Δίνεται η εντύπωση ότι οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες αναμένουν μια κάποια ρύθμιση του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος πριν ξεδιπλώσουν τις στρατηγικές τους. Ισχύει;
Γ. Κ.: Απεναντίας! Μιλώντας για την ΕΕ, που τώρα μπαίνει στα βαθιά από άποψη θεσμικών ρυθμίσεων για τις πολυεθνικές, όλες τους παντός κλάδου είναι εγκαταστημένες στις Βρυξέλλες και το λόμπινγκ, προκειμένου να επηρεάσουν κάθε σημαντικό ή ασήμαντο νομοθέτημα, πάει σύννεφο! Πολύ πρόσφατα εισήχθησαν προς διαπραγμάτευση δύο μεγάλες Οδηγίες, η μία για τις ψηφιακές υπηρεσίες κι η άλλη για τις ψηφιακές αγορές. Το τι λόμπινγκ γίνεται στα γραφεία της Κομισιόν, είναι απερίγραπτο!… Φανταστείτε ότι μόνο για τις σχετικές συναντήσεις φέτος οι «Big 5» της ψηφιακής οικονομίας (Google, Apple, Facebook, Microsoft, Amazon) είχαν ένα προϋπολογισμό λόμπινγκ πάνω από 21 εκατ. ευρώ! 