Μέχρι τώρα οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές των πρώτων υλών για τρόφιμα-ποτά έχουν απορροφηθεί από τους προμηθευτές και τα σούπερ μάρκετ στη χώρα. Αυτό όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο προοπτικά, εφόσον οι ανατιμητικές τάσεις συνεχιστούν, τονίζεται στην πρόσφατη σχετική έκθεση του ΙΕΛΚΑ. Σύμφωνα με το πόρισμά της, η πορεία των τιμών στην κλαδική αγορά τα τελευταία χρόνια είναι σταθεροποιητική, καθώς ο δείκτης τιμών καταναλωτή τροφίμων τον Απρίλιο φέτος ήταν στο ίδιο επίπεδο με του Απριλίου του 2013 και κατά 1,3% χαμηλότερος από τον Απρίλιο πέρυσι.

Ωστόσο, το ΙΕΛΚΑ απευθύνει προειδοποίηση ότι ενδεχομένως θα υπάρξουν αυξητικές πιέσεις στις τιμές λιανικής συγκεκριμένων προϊόντων τους επόμενους μήνες. Και πράγματι, το ανατιμητικό κύμα ήδη φουσκώνει. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο υποδείκτης τιμών καταναλωτή για τρόφιμα-μη αλκοολούχα ποτά από την αρχή του χρόνου συνεχώς αυξάνεται. Τον Μάιο εμφάνισε τιμή 106,79 υψηλότερα από τον Απρίλιο (106,22), τον Φεβρουάριο (106,71) και τον Ιανουάριο (106,51) –μόνο τον Μάρτιο η τιμή ήταν χαμηλότερη (106,31). Τον Μάιο αρνί και κατσίκι, πουλερικά, νωπά ψάρια, τυριά, ελαιόλαδο, άλλα βρώσιμα έλαια, νωπά λαχανικά και πατάτες είχαν σε ετήσια βάση τις μεγαλύτερες ανατιμήσεις, με ποσοστιαίες αυξήσεις από 0,9% στα τυριά έως 14,5% στα αμνοερίφια. Οι τιμές των πουλερικών αυξήθηκαν κατά 4%, των νωπών ψαριών 6,1%, του ελαιολάδου 1,1%,των άλλων βρώσιμων ελαίων 13,8%, των νωπών λαχανικών 3%, ενώ οι πατάτες ακρίβυναν μέσα σε έναν χρόνο 3,5%.

Ο δείκτης των πρώτων υλών τροφίμων-ποτών του ΔΝΤ κατέγραψε μόλις σε ένα χρόνο υψηλότατη αύξηση άνω του 30%. Τον Μάϊο, δωδέκατο συνεχή μήνα ανατιμήσεων στην παγκόσμια αγορά τροφίμων, οι τιμές τους έκαναν άλμα 40%, εμφανίζοντας τη μεγαλύτερη άνοδο την τελευταία δεκαετία, επιβεβαίωσε στις 5 Ιουνίου η Υπηρεσία Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ. Όλοι οι επιμέρους δείκτες παρουσίασαν αυξήσεις (δημητριακά, έλαια, κρέας, γαλακτοκομικά, ζάχαρη), με τις μεγαλύτερες σε φυτικά έλαια και δημητριακά, εξαιτίας της μειωμένης αποδοτικότητας των μεγάλων παραγωγών χωρών και της αυξημένης ζήτησης των ασιατικών αγορών. Οι φτωχότερες χώρες του πλανήτη ήδη υποφέρουν, αλλά ζορίζονται όλες όσες έχουν υψηλή εξάρτηση από τις εισαγωγές πρώτων υλών και τελικών προϊόντων, δεδομένης και της εκτόξευσης του κόστους των διεθνών μεταφορών σε ασύλληπτα ύψη.

Το «φάντασμα» της επιτάχυνσης του πληθωρισμού και της κοινωνικής αναταραχής «πλανιέται πάνω από τον κόσμο», ενόσω οι κεντρικές τράπεζες των ανεπτυγμένων χωρών, έχοντας πουσάρει με τρισεκατομμύρια ρευστότητας το οικονομικό σύστημα για την ανάταξή του από την παράλυση της πανδημίας, τρέμουν τώρα τη ροπή του στο «φούσκωμα» και το «κλατάρισμα» διαφόρων ευαίσθητων αγορών…

Η μηχανή του παραδόξου
Το κεφάλαιο «ανατιμήσεις», που μόλις άνοιξε στο μικρόκοσμο της ελληνικής κλαδικής αγοράς, μέλλει να τη δοκιμάσει σκληρά. Αλλά έχει αξία να λάβει κανείς υπόψη του τη διαμόρφωση των ισορροπιών της στο πολυετές περιβάλλον της «εσωτερικής υποτίμησης», του αποπληθωρισμού και της σχετικής σταθερότητας των τιμών, για να εικάσει τι προμηνύουν οι πληθωριστικές πιέσεις, ακόμα και με το ιδεωδέστερο σενάριο μιας νηνεμίας στην παγκόσμια πολιτικοοικονομική τάξη.
Το φαινομενικά παράδοξο του 2020 ήταν πως, ενώ μεταξύ Ιανουαρίου και Νοεμβρίου πέρυσι είχε καταγραφεί αποπληθωρισμός -1,1% στην αγορά του κλάδου, τεκμηριώθηκε μια μέση ανατίμηση των προϊόντων σταθερού barcode της τάξης του 1,4%! Η διαφορά δεν ήταν μικρή. Ήταν 2,5%, προσδιορίζοντας εντέλει το πραγματικό μέσο εύρος των ανατιμήσεών τους το 2020 (βλέπε συνέντευξη Π. Μπορέτου, διευθύνοντος συμβούλου IRI Hellas, τεύχος 512, Φεβρουάριος 2021).

Το φαινόμενο παύει να είναι παράδοξο, αν φανταστεί κανείς σε γράφημα την αποτύπωση της πορείας των πωλήσεων σε όγκο και σε αξία την τελευταία διετία, καθώς έτσι η συσχέτιση της εξέλιξης των δύο μεγεθών φανερώνει πολύ περισσότερα απ’ όσα η απλή σύγκριση των «κανονικών» τιμών από χρόνο σε χρόνο: Από τον Μάιο του 2019, λοιπόν, η γραμμή των ενδείξεων της ανάπτυξης των πωλήσεων σε όγκο βρέθηκε πάνω από τη γραμμή των ενδείξεών τους σε αξία, άρα η «μέση τιμή» των προϊόντων είχε πτωτική τάση. Από τον Ιανουάριο ως τον Απρίλιο του 2020 οι δυο γραμμές ενδείξεων συνέπεσαν, άρα η ισορροπία στις πιέσεις της διαθεσιμότητας του καταναλωτικού εισοδήματος και της προσπάθειας των εμπορευόμενων να πουλάνε με τους καλύτερους δυνατούς όρους ήταν «τόσο όσο». Όμως, στο εξής «πήρε κεφάλι» η γραμμή των πωλήσεων σε αξία, δηλώνοντας την ανατιμητική τάση, η οποία από το φθινόπωρο πέρυσι εντάθηκε ελέω του δεύτερου lockdown, οπότε τον μεν Νοέμβριο οι πωλήσεις σε όγκο αυξήθηκαν κατά 17%, αλλά σε αξία κατά 21,5%, τον δε Δεκέμβριο 10,3% σε όγκο αλλά 13,8% σε αξία.

Ο παράγοντας που «σπρώχνει» τη γραμμή ενδείξεων των πωλήσεων σε όγκο άλλοτε πάνω από τη γραμμή της εξέλιξής τους σε αξία, άλλοτε κάτω απ’ αυτήν κι άλλοτε απάνω της, είναι σε περιόδους σχετικής σταθερότητας των τιμών οι εκπτώσεις κι οι προσφορές –για την ακρίβεια, είναι το εκάστοτε ποσοστιαίο ύψος τους ως προς τις «κανονικές» τιμές. Έτσι πέρυσι οι εκπτώσεις και προσφορές «έφτιαξαν» κλαδικό πληθωρισμό των προϊόντων σταθερού barcode 1,4%, όταν η απλή σύγκριση των τιμών τους από χρόνο σε χρόνο έδειχνε αποπληθωρισμό -1,1%.

Εντέλει οι εκπτώσεις και προσφορές στην υπερδεκαετή περίοδο κρίσης της οικονομίας μας λειτούργησαν, ταυτόχρονα, σαν μηχανισμός βέλτιστης δυνατής προσαρμογής των πωλήσεων στην εισοδηματική διαθεσιμότητα των καταναλωτών, ανάλογα με την εκάστοτε συγκυρία στο δεσμευτικό πλαίσιο της «εσωτερικής υποτίμησης», και σαν ρυθμιστής του ανταγωνιστικού παιγνίου κάθε πλευράς. Επίσης, πέραν της «διακριτικότητάς» τους ως προς το να δημιουργούν αποτελέσματα μη ορατά από τις δημοφιλείς μετρήσεις, αποδείχθηκαν αποτελεσματικό εργαλείο στην κατασκευή κοινωνικά ανεκτών επιχειρημάτων, σχετικά π.χ. με το ερώτημα, γιατί η «εσωτερική υποτίμηση» αφορούσε μόνο την εργασία κι όχι τις «κανονικές» τιμές, οι οποίες, αντίθετα, δοθείσης της ευκαιρίας αυξάνονταν. Αλλά εν πάση περιπτώσει τέτοιες ευκαιρίες, όπως η μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα απ’ τον Μάϊο του 2018, αποτέλεσαν εξαίρεση.

Τι συμβαίνει όταν οι ανατιμήσεις γίνονται κανόνας;
Γενικά οι έντονες πληθωριστικές πιέσεις δημιουργούν προβλήματα σε παραγωγή, πωλήσεις, απασχόληση, εξυπηρέτηση υποχρεώσεων κοκ. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις κατεστημένες ισορροπίες στον κλάδο, το πρώτο σύμπτωμα θα είναι η εξουδετέρωση των εκπτώσεων και προσφορών ως μηχανισμού «βέλτιστης δυνατής προσαρμογής των πωλήσεων στην εισοδηματική διαθεσιμότητα των καταναλωτών» κι αυτό θα συμβεί από δύο, ταυτόχρονα, σκοπιές: Από τη σκοπιά της βιομηχανίας, η οποία, ανεβάζοντας τις τιμές της υπό συνθήκες εισοδηματικής καχεξίας των καταναλωτών, θα βαλτώνει όλο και πιο κοντά στα χαμηλότερα όρια των πωλήσεών της σε όγκο. Ο προσδιοριστικός παράγοντας των ορίων αυτών ανά περίπτωση προϊόντος θα είναι κυρίως ο βαθμός της σπουδαιότητάς του για τη ζήτηση, της οποίας οι εισοδηματικές αντοχές δηλώνουν τη δεύτερη σκοπιά εξουδετέρωσης του εν λόγω μηχανισμού. Διότι υπό την πίεση του πληθωρισμού σε όλο το φάσμα των κλαδικών αγορών ο μέσος καταναλωτής θα αναζητά μονοσήμαντα τις φτηνότερες τιμές.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, προφανώς η σύγκλιση των ενδείξεων όγκου και αξίας πωλήσεων θα είναι σήμα κρίσης κι όχι εξισορρόπησης, όπως συνέβαινε π.χ. το 2013, όταν το επίδικο ήταν η αποκλιμάκωση των τιμών και το «κάψιμο λίπους» των επιχειρήσεων αντί των ανατιμήσεων «με την πλάτη στον τοίχο» μετά από δώδεκα χρόνια ύφεσης. Ούτως εχόντων των πραγμάτων οι εκπτώσεις και προσφορές μέλλει να αποτυπώνουν κυρίως την ένταση των μεριδιακών ανταγωνισμών, ενώ επίκειται ο πλέον αιματηρός κύκλος συγχωνεύσεων, εξαγορών και απαξίωσης πολλών, κυρίως μικρομεσαίων, βιομηχανικών επιχειρήσεων. Εναλλακτικά, αλλά στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, διόλου απίθανο να δούμε μια πλημμυρίδα PL προϊόντων στα ράφια των αλυσίδων, μετά την άμπωτή τους τα τελευταία χρόνια, δεδομένου ότι οι πρόσοδοι των αλυσίδων από την εθνική βιομηχανία θα μειωθούν, διαφοροποιώντας άρδην τα πράγματα στη σκακιέρα και του δικού τους ανταγωνισμού.

Συνεπώς οι ανατιμήσεις για την εθνική βιομηχανία του κλάδου φέρνουν βεβιασμένη συγκεντροποίηση κεφαλαίου, αδράνεια παραγωγικού δυναμικού και πτωχεύσεις ή στροφή στο φασόν.

Η κρίση παροξύνεται
Στο μεταξύ, η κρίση στη ζήτηση παροξύνεται. Η έρευνα «Future Consumer Index Ελλάδα 2021» της ΕΥ, που διεξήχθη με τη συνεργασία της MRB τον Απρίλιο, έδειξε ότι το 60% των Ελλήνων καταναλωτών ξοδεύουν σήμερα λιγότερα απ’ όσα προ πανδημίας, στο 43% έχουν τη δυνατότητα αγοράς μόνο των απαραίτητων, ενώ για το 67% η τιμή αποτελεί το σημαντικότερο κριτήριο επιλογής αγοράς προϊόντος ή υπηρεσίας. Στην πρόσφατη Ετήσια Έκθεσή του για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση το ΙΝΕ ΓΣΕΕ τεκμηριώνει ότι οι εργαζόμενοι στη χώρα –την τελευταία στην ΕΕ στις επενδύσεις– δουλεύουν περισσότερο απ’ όλους τους Ευρωπαίους, πληρώνονται με τους χαμηλότερους μισθούς, έχουν αγοραστική δύναμη υπό διαρκή συρρίκνωση και ποιότητα απασχόλησης συγκλίνουσα στων χωρών των Βαλκανίων και της Αν. Ευρώπης. Κατά τους ερευνητές, η Ελλάδα από το 2010 έχει, ταυτόχρονα, το υψηλότερο ποσοστό υποβάθμισης της εργασίας στην ΕΕ και την πρωτιά στην απώλεια της αγοραστικής δύναμης του μέσου μισθού και του κατώτατου μισθού, που βρίσκεται πλέον κάτω από το όριο της απόλυτης φτώχειας!

Το οξύμωρο είναι ότι γενικά οι επιχειρηματίες του κλάδου επιχαίρουν για τη θεσμοθέτηση της απλήρωτης υπερεργασίας, της κατάργησης του οκταώρου, της αύξησης των υπερωριών, των σπαστών ωραρίων κ.ά., σαν να πρόκειται η απόκτηση πλεονεκτήματος καθενός από την αξιοποίηση της αντιμεταρρύθμισης του Εργατικού Δικαίου να αντισταθμίσει τις απώλειές του από την κατάρρευση της ζήτησης… Είναι θλιβερό τα «πλεονεκτήματα» της «εργασιοκτονίας» να προσφέρονται και ως καταφυγή επιβίωσης άνευ ενοχής σε πλείστους επιχειρηματίες, τους οποίους οι τράπεζες απέκλεισαν από τις σωτήριες πιστώσεις κατά των επιπτώσεων της πανδημίας μολονότι αυτές ενθυλάκωσαν 44 δισ. ευρώ από την ΕΚΤ για το σκοπό τούτο. Όντως, περί τα 30 δισ. εξ αυτών «λιμνάζουν» ιδιοτελώς στα ταμεία της ΤτΕ, ενόσω οι περιουσίες περίπου 100 χιλ. μικρομεσαίων επιχειρήσεων και αυτοαπασχολουμένων βαίνουν προς πλειστηριασμό. Τον κίνδυνο «λουκέτου» για το 20% των εγχώριων επιχειρήσεων κρούει η ΕΚΤ. Για το 40% των μικρομεσαίων κάνει λόγο η ΓΣΕΒΕΕ. Στις διακόσιες χιλιάδες το εξειδικεύει η ΕΕΑ… Η υπερδιόγκωση της ανεργίας είναι προ των πυλών, ενώ το 60%-70% των νέων προσλήψεων αφορούν καιρό τώρα θέσεις μερικής απασχόλησης…