Το 2010 –πρώτη χρονιά εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών– το καλάθι της νοικοκυράς, συνυπολογιζόμενης της επίδρασης του πληθωρισμού, συρρικνώθηκε κατά 9,3% σε σύγκριση με το 2009! Την ίδια χρονιά τα νοικοκυριά δαπάνησαν σε σταθερές τιμές κατά 1% λιγότερα απ’ ότι το... 1999! Αν και μπαγιάτικη, η έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2010 αποτελεί σοκ, κυρίως για όσα μέλλεται να αποκαλυφθούν στις έρευνες για τα επόμενα έτη.

Στη γκιλοτίνα του προϋπολογισμού μπαίνουν ακόμη μια φορά τα οικογενειακά εισοδήματα, τα οποία εντός του 2013 θα υποστούν νέα αφαίμαξη ύψους 11 δισ. ευρώ, ενώ μέχρι και το 2016 το συνολικό ύψος της λεηλασίας προβλέπεται να αγγίξει τα 19 δισ. ευρώ –και βλέπουμε. Με ό,τι σημαίνουν όλα αυτά για μια αγορά-ερειπιώνα, χωρίς καταναλωτές, με απελπισμένους εμπόρους, χιλιάδες λουκέτα σε καταστήματα και με ακμάζοντα τα ενεχυροδανειστήρια και τα λοιπά «εκποιητήρια» τιμαλφών…

Την ίδια στιγμή, και ενώ οι επισήμως άνεργοι ξεπέρασαν από το καλοκαίρι τα 1.260.000 άτομα, η ΕΛΣΤΑΤ έδωσε στη δημοσιότητα, με αρκετή καθυστέρηση, στοιχεία και αριθμούς που –αν και των απαρχών της κρίσης, δηλαδή πριν οι περικοπές στα εισοδήματα των νοικοκυριών υπερβούν την αρρωστημένη φαντασία– αναδεικνύουν τις επιπτώσεις της μνημονιακής πολιτικής στην ποιότητα διαβίωσης των συμπατριωτών μας. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα αποτελέσματα ερευνών που δημοσιοποίησε η ΕΛΣΤΑΤ, τα οποία αναφέρονται στα εισοδήματα του 2010:

* Κάτω από τα όρια της φτώχειας διαβιούν 901.194 νοικοκυριά, με συνολικό αριθμό μελών 2.341.400, δηλαδή το 21,4% των Ελλήνων ή πολύ απλά περισσότερο από ένας στους πέντε κατοίκους της χώρας.
* Το καλάθι της νοικοκυράς συρρικνώθηκε κατά 5,3% σε σχέση με το 2009 σε τρέχουσες τιμές, ενώ αν υπολογιστεί και η επίδραση του πληθωρισμού, τότε η πραγματική μείωση εκτοξεύεται στο 9,3%.
* Σε σχέση με το 1999 οι δαπάνες των νοικοκυριών το 2010 είναι μειωμένες 1% σε σταθερές τιμές! Δηλαδή, πριν καν η κρίση «δείξει τα δόντια της», τα νοικοκυριά έφτασαν να ξοδεύουν λιγότερα χρήματα στην πραγματικότητα σε σχέση με 11 χρόνια πριν…
Τα στοιχεία, αν και παρωχημένα σε σημαντικό βαθμό, μας προϊδεάζουν για το τι θα φανεί στις έρευνες των επόμενων χρόνων, των χρόνων της άγριας λεηλασίας εισοδημάτων και περιουσιών. Η ΕΛΣΤΑΤ υπόσχεται ότι τα αποτελέσματα της έρευνας οικογενειακών προϋπολογισμών για το 2011 θα ανακοινωθούν το πρώτο τρίμηνο του 2013. Αναμένουμε…

Σε ρευστοποίηση το βιοτικό επίπεδο 
Το 2010, λοιπόν, οι μέσες μηνιαίες δαπάνες των νοικοκυριών διαμορφώθηκαν σε 1.956,43 ευρώ και ήταν κατά 108,74 ευρώ χαμηλότερες σε σχέση με το 2009. Από μία πρώτη ανάγνωση των πινάκων με τα στοιχεία προκύπτει ότι το σχετικά μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου νοικοκυριού αφορά στα είδη διατροφής (18%) και ακολουθούν οι μεταφορές (13,5%) και η στέγαση (11,7%).

Όπως σημειώνει η ΕΛΣΤΑΤ, για τη χρονική περίοδο 2009-2010 παρατηρείται μεταβολή του καταναλωτικού προτύπου και, ειδικότερα, σημαντική μετατόπιση των δαπανών από τις κατηγορίες που επιδέχονται πιο εύκολα περικοπές (ένδυση- υπόδηση, τουρισμός- μαζική εστίαση, υγεία, διαρκή αγαθά, επικοινωνίες) προς τα είδη διατροφής και τη στέγαση. Η μετατόπιση αυτή αφορά στα ποσοστιαία μερίδια επί του συνόλου του «καλαθιού», γιατί σε απόλυτους αριθμούς (δηλαδή σε ευρώ) οι περικοπές έχουν πλήξει όλες τις ομάδες που απαρτίζουν το «καλάθι». Μοναδική εξαίρεση αποτελούν τα οινοπνευματώδη ποτά κι ο καπνός, όπου καταγράφεται μια αύξηση της τάξης των 0,07 ευρώ (7 λεπτά), η οποία οφείλεται προφανώς στην αύξηση των φόρων στα συγκεκριμένα είδη.

Σε ό,τι αφορά τα είδη διατροφής, τα ελληνικά νοικοκυριά φέρονται να ξόδευαν το 2010 κατά μέσο όρο 351,67 ευρώ το μήνα, δηλαδή 4,93 ευρώ λιγότερα σε σχέση με το 2009. Όμως, λόγω της συρρίκνωσης του «καλαθιού», το μερίδιο των τροφίμων στο σύνολο των δαπανών αυξήθηκε από 17,3% το 2009 σε 18% το 2010, στοιχείο που θεωρείται μία από τις πιο ισχυρές ενδείξεις χειροτέρευσης του βιοτικού επιπέδου. Το αντίστοιχο ποσοστό στην ευημερούσα Νορβηγία είναι 11,8%, στην Αυστρία 12,1% και στην Βρετανία 13,1%, ενώ στην Ισπανία της ύφεσης και της ανεργίας ανέρχεται στο 17,8%,  Σε χειρότερη μοίρα βρίσκονται οι χώρες της Νέας Διεύρυνσης,: Εσθονία 26,2%μ, Πολωνία 26,5%, Βουλγαρία (στα ισχύοντα της οποίας στοχεύουν τα μέτρα της Τρόικας για την Ελλάδα) 41,9%.

Αν υπολογιστούν και οι δαπάνες για οινοπνευματώδη ποτά και τσιγάρα, τότε το συνολικό μερίδιο στην Ελλάδα ανέρχεται σε 21,5%, έναντι 14,1% στη Γερμανία, 15,5% Αυστρία, 16% στη Βρετανία, 14,4% στη Νορβηγία και 20,5% στην Ισπανία. Στο «μπλοκ της φτώχιας» τα αντίστοιχα ποσοστά διαμορφώνονται σε 29,4% στην Πολωνία, 29,7% στην Εσθονία και 46,9% στη Βουλγαρία. Το 2010, που αποτελεί στην ουσία το πρώτο και σχετικά πιο ήπιο έτος της κρίσης σε ό,τι αφορά τα εισοδήματα, το μεγαλύτερο πλήγμα δέχθηκε ο κλάδος της ένδυσης και υπόδησης, όπου καταγράφηκε μείωση των μέσων δαπανών κατά 13,5%. Ακολουθούν οι επικοινωνίες με 12,5%, η εκπαίδευση με 8,6% και ο τουρισμός-εστίαση με 8,1%.

Παρότι οι δαπάνες για ποτά και τσιγάρα εμφανίζονται ελαφρά αυξημένες το 2010 σε σχέση με το 2009, μία περαιτέρω επεξεργασία των στοιχείων δείχνει ότι στην πραγματικότητα οι καταναλωτές έχουν περικόψει σημαντικά την κατανάλωση αυτών των ειδών: Οι ποσότητες τσιγάρων εμφανίζονται μειωμένες κατά 15,3% και ποτών κατά 2,1%, γεγονός που αποδεικνύει ότι η αύξηση της μέσης μηνιαίας δαπάνης οφείλεται στη διόγκωση των φόρων.

Επίσης, τα νοικοκυριά μείωσαν κατά μέσο όρο τις ποσότητες τροφίμων που αγοράζουν: Ψάρια 4,6%, γάλα 4,3%, κρέας 2,4%, λαχανικά και όσπρια 2,1%, τυρί 1,5% και ρύζι 0,7%. Αντίθετα, αύξησαν τις ποσότητες του ψωμιού που καταναλώνουν κατά 2,7% (ένδειξη και αυτό χειροτέρευσης του βιοτικού επιπέδου) του ελαιολάδου κατά 9,1% των γιαουρτιών κατά 3,3%, των αυγών κατά 6,7%, των φρούτων κατά 5,5% και των ζυμαρικών κατά 0,6%.

Διπλασιάστηκαν οι φτωχοί
Αξιοσημείωτο είναι ότι το φτωχότερο 20% του πληθυσμού ξοδεύει το 33,1% του οικογενειακού προϋπολογισμού μόνο για την αγορά τροφίμων, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού είναι μόλις 11,1%. Αν μάλιστα προστεθούν οι δαπάνες για τη στέγαση, προκύπτει ότι τα φτωχότερα νοικοκυριά δαπανούν πάνω από το μισό προϋπολογισμό τους (το 52,3%) μόνο για τις ανάγκες διατροφής και στέγασης, ενώ στο πλουσιότερο άλλο άκρο το αντίστοιχο ποσοστό είναι 20,1%.Από την έρευνα συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών το 2011, που αναφέρεται στα εισοδήματα του 2010, προκύπτει ότι πέρσι 837.300 άτομα ζούσαν σε νοικοκυριά στα οποία δεν εργαζόταν κανένα μέλος, ενώ το 2010 ο αντίστοιχος αριθμός ήταν 544.800 άτομα –αύξηση μέσα σε ένα χρόνο 292.500 άτομα ή ποσοστό 54%!

Καταδίκη σε ακραία φτώχεια
Στον «κυκλώνα» των τελευταίων μέτρων που προωθεί η κυβέρνηση βρίσκονται τα ύστατα υπολείμματα του κοινωνικού κράτους κι οι συντάξεις. Τι σημαίνει η δραστική μείωση ή ακόμη και η κατάργησή τους, το εξηγεί η ίδια η ΕΛΣΤΑΤ: «Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας πριν από όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανέρχεται σε 44,9%, ενώ όταν περιλαμβάνονται μόνο οι συντάξεις και όχι τα κοινωνικά επιδόματα, μειώνεται σε 24,8%». Με απλά λόγια, χωρίς τα κοινωνικά επιδόματα και τις συντάξεις πέφτει κάτω από το όριο τη φτώχειας σχεδόν το 45% του πληθυσμού –κάπου 5 εκατομμύρια άτομα. Ως κοινωνικά επιδόματα θεωρούνται, διευκρινίζει η ΕΛΣΤΑΤ, το ΕΚΑΣ, οι εισοδηματικές ενισχύσεις σε νοικοκυριά ορεινών και μειονεκτικών περιοχών, το επίδομα μακροχρόνια ανέργων ηλικίας 45-65 ετών κλπ, καθώς και τα οικογενειακά επιδόματα/ βοηθήματα ανεργία, τα επιδόματα/ βοηθήματα ασθενείας, τα επιδόματα/ βοηθήματα αναπηρίας-ανικανότητας και οι εκπαιδευτικές παροχές.