Δεν ξέρουμε αν μέχρις ότου εκδοθεί το τεύχος αυτό, έχει ληφθεί κάποια κυβερνητική απόφαση για το θέμα της «τιμής αντικαταστάσεως».

Αλλά με τον πληθωρισμό να τρέχει πάνω από 25% για το 1985 και με τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις μέχρι τέλους του επόμενου έτους ότι οι τιμές θα αυξηθούν 40% στα δύο κρίσιμα χρόνια της λιτότητας, τότε πώς τα πάμε με τα κεφάλαια κινήσεως του μικρού ή του μεγάλου καταστήματος; Η «τιμή αντικαταστάσεως», αυτό το αμφιλεγόμενο στοιχείο της αγοράς, που για άλλους είναι παράθυρο στην αισχροκέρδεια και για άλλους μια νόμιμη διαδικασία περισώσεως του κεφαλαίου του επαγγελματία, παίρνει μια σπουδαιότητα και μια ιδιαίτερη προτεραιότητα στο προβλήματα του κάθε καταστηματάρχη.

Το ακριβό τραπεζικό χρήμα, οι δυσχέρειες πιστοδοτήσεως, τα συνεχώς αυξανόμενα έξοδα λειτουργίας, τα αποτελέσματα της ασφυξίας από τα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα και ο καταναλωτικός πανικός από τις ανατιμήσεις στο εμπόριο, έχουν σαν τραγικό αποτέλεσμα να πρέπει ο καταστηματάρχης μέσα σε δύο χρόνια να αυξήσει τα κεφάλαιά του πάνω από 40% ή να μειώσει τα αποθέματά του 40%, δηλαδή να κλείσει!

Η κοροϊδία είναι ότι η «αποθεματοποίηση» (αυτός ο κακός δαίμων που κατά καιρούς επισείουν οι αρμόδιοι του υπουργείου) δεν έγινε παρά από ελάχιστους εμπόρους που είχαν τα κεφάλαια και από δεκάδες χιλιάδων καταναλωτές που «αποταμίευσαν» τις δραχμές τους σε εμπορεύματα. Καιρός είναι το υπουργείο εμπορείου (μέσα στα τόσα πιεστικά προβλήματα) να βρει μια δίκαιη λύση σ’ αυτήν τη «γάγγραινα» που κατατρώγει το λιανεμπόριο και το χονδρεμπόριο.