Πολύ συχνά στη διάρκεια του 2006 εφημερίδες και περιοδικά στήριξαν τους τίτλους τους σε αναφορές στις “ισχυρές εταιρείες”. Μεταξύ άλλων πρόβαλαν τις Plus και Aldi, ως τις νεοεισερχόμενες δυνάμεις του λιανεμπορίου στον εγχώριο ανταγωνισμό, τις Καρφούρ-Μαρινόπουλος και Dia, ως τις “αδελφές εταιρείες” του γαλλικού ομίλου που ισχυροποιούνται δυναμικά στη χώρα μας, τη Σκλαβενίτης, ως την αλυσίδα που “ξανανιώνει” επιχειρηματικά και τη Μασούτης, ως την εταιρεία που συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες για εξαγορά. Ας δούμε, όμως, τα… high lights και τους πρωταγωνιστές του 2006.

Πολυεθνικές πιέσεις

Αν κάτι χαρακτήρισε την περυσινή χρήση, αυτό ήταν οι πιέσεις που δέχθηκε η αγορά από τα πολυεθνικά group. Πέρα από τις Καρφούρ-Μαρινόπουλος και Dia, για τις οποίες γίνεται εκτενής αναφορά στη συνέχεια, η Plus άρχισε κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, με αφετηρία τη Θεσσαλονίκη, να αναπτύσσει το δίκτυό της. Η επέκτασή της ξεκίνησε με τους ευνοϊκότερους οιωνούς, όμως γρήγορα η εταιρεία διαπίστωσε ότι δεν είχε εκτιμήσει ορθά τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς. Από την πλευρά της η Aldi επιβεβαίωσε την παρουσία της στην Ελλάδα οργανώνοντας κέντρο Logistics στη Θεσσαλονίκη, ενώ με δηλώσεις του γενικού διευθυντή της στην Ελλάδα προς το “σελφ σέρβις” ανακοίνωσε ότι στοχεύει στα 400 καταστήματα σε δέκα χρόνια και σε επενδύσεις ύψους 1,5 δισ. ευρώ. Όσο για το πρώτο κατάστημά της, θα λειτουργήσει το 2008.

Στη δημοσιότητα “έπαιξε” πολύ συχνά και ο όνομα της Μασούτης. Οι φήμες, οι οποίες ωστόσο δεν επιβεβαιώθηκαν, τη θέλησαν να υποκύπτει στις πολυεθνικές πιέσεις. Η ίδια επισήμως δηλώνει ότι “δεν τρέχει τίποτα”, αλλά η αγορά αναμένει την πώληση της εταιρείας άμεσα. Μένει να δούμε τι τελικά θα συμβεί. Στο μεταξύ, πέρυσι, την έκπληξη έκανε μια από τις μεσαίες δυνάμεις του κλάδου. Η Market In, η οποία εξαγοράζοντας τη Nova Alimenta απέδειξε ότι οι ΜΜΕ δεν έχουν κατ’ ανάγκην “ημερομηνία λήξης” και ότι όποιες επιμένουν, αντιστέκονται νικηφόρα στα ισχυρά λιανεμπορικά δίκτυα.

Διευρυμένο ωράριο

Ένα από τα μεγάλα θέματα που απασχόλησαν την αγορά το 2006 ήταν το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων. Το νέο καθεστώς, που εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά πέρυσι, φαίνεται πως δεν οδήγησε σε αύξηση της απασχόλησης, ούτε όμως και της κατανάλωσης, πολύ απλά διότι σε ό,τι αφορά το οικογενειακό εισόδημα “τα κουκιά είναι μετρημένα”. Ωστόσο, στα τέλη του 2006 τα πολυκαταστήματα επανήλθαν με το αίτημά τους περί επέκτασης του ωραρίου, ενώ θέμα τέθηκε και με την επέκταση των εργάσιμων Κυριακών. Όσο, πάντως, κι αν πιέζει η αγορά, η κυβέρνηση φέρεται απρόθυμη -τουλάχιστον σε αυτή τη φάση- να συγκρουστεί με τους εργαζόμενους και την Εκκλησία, πιθανότατα διότι το 2007 θα είναι έτος εκλογών.

Πρόστιμα μετά μανίας

Την αγορά πέρυσι θορύβησε και η μετά μανίας επιβολή προστίμων από τους ελεγκτικούς φορείς σε βάρος επιχειρήσεων που δεν τηρούσαν τους όρους διασφάλισης της υγιεινής και ποιότητας στα τρόφιμα. Το Υπουργείο Ανάπτυξης με τις κεντρικές του υπηρεσίες, ο ΕΦΕΤ και οι Νομαρχίες Αθηνών και Πειραιά, ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο, έδωσαν την εντύπωση ότι επιδίδονται σε αγώνα δρόμου για την επιβολή των περισσότερων σε αριθμό και σε αξία προστίμων. Το 2006, λοιπόν, τα πρόστιμα “έπεφταν βροχή” και, αφού διαπιστώθηκε ότι το θέμα “πουλάει” επικοινωνιακά-πολιτικά, αποφασίσθηκε οι έλεγχοι να εξελιχθούν με μεγαλύτερη σφοδρότητα τη νέα χρονιά εν όψει εκλογών.

Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι υπό τη απειλή των διοικητικών κυρώσεων η αγορά δεν έχει συνετιστεί, έστω και μερικώς, ωστόσο δεν είναι λίγα τα κορυφαία στελέχη των επιχειρήσεων που ισχυρίζονται ότι οι ελεγκτές στο όνομα της δημοσιότητας “το παρακάνουν”. Διατυπώνουν δε αρνητικά σχόλια για την απόφαση των ελεγκτικών αρχών να ανακοινώνουν τα πρόστιμα πριν αυτά επικυρωθούν από τις αρμόδιες επιτροπές των Νομαρχιών ή από τα διοικητικά δικαστήρια.

Διατροφικών κρίσεων συνέχεια

Στο μεταξύ, η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών και η χρήση των ενδοκοινοτικών συστημάτων πληροφόρησης για ζητήματα διασφάλισης ποιότητας των τροφίμων είχε ως αποτέλεσμα το 2006 να έλθουν στην επιφάνεια νέες διατροφικές κρίσεις, που προβλημάτισαν το καταναλωτικό κοινό. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η γρίπη των πουλερικών λειτούργησε ως μαύρο απειλητικό σύννεφο πάνω από την αγορά, το οποίο ωστόσο δεν προκάλεσε νέα καταιγίδα. Έτσι, οι πτηνοτροφικές μονάδες κατάφεραν πέρυσι να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος του 2005, διαθέτοντας στην κατανάλωση αυξημένες ποσότητες πουλερικών και αυγών. Όπως μάλιστα εκτιμάται, ο κλάδος “ρέφαρε” οικονομικά τα Χριστούγεννα με τις γαλοπούλες, που λόγω της αυξημένης ζήτησής τους, πουλήθηκαν σε “αλμυρές τιμές”.

Κατά τα άλλα το καθημερινό τραπέζι των καταναλωτών λίγο έλειψε και πέρυσι να φιλοξενήσει προϊόντα με επικίνδυνα “συστατικά”, όπως γιαούρτι με θραύσματα γυαλιού, τυροσαλάτα με ρινίσματα μετάλλου, καμαμπέρ με λιστέρια, σοκολάτες με έντομα σε διάφορες φάσεις της εξέλιξής τους και άλλες… πρωτότυπες γευστικές προτάσεις, τις οποίες -ευτυχώς για όλους- εντόπισαν οι ελεγκτές του ΕΦΕΤ.

Νομοθετικές παρεμβάσεις

Σε ό,τι αφορά τις βασικές νομοθετικές εκκρεμότητες, όπως η χρόνια διένεξη μεταξύ βιομηχανίας και αρτοποιών για το bake off και το νομοσχέδιο για την οργάνωση και λειτουργία των υπεραγορών, των καταστημάτων τροφίμων και των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, το Υπουργείο Ανάπτυξης αρκέσθηκε σε υποσχέσεις. Για το μεν πρώτο, η επίμαχη διάταξη δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί -άρα, εκκρεμεί η συζήτηση και ψήφισή του στη Βουλή- παρά την καταδίκη της χώρας μας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η πολύμηνη καθυστέρηση αποδίδεται από στελέχη της αγοράς στην προσπάθεια του υπουργείου να νομοθετήσει με το λιγότερο δυνατό πολιτικό κόστος, πρόβλημα που μπορεί να παρακαμφθεί μόνο με την… επιβλητική υποστήριξη της ΕΕ. Είναι, όμως, γνωστό ότι οι κοινοτικές διαδικασίες απαιτούν χρόνο.

 Όσο για το νομοσχέδιο που αφορά στο οργανωμένο λιανεμπόριο, όπως δηλώνεται από το υπουργείο, προετοιμάζεται η πρότασή του, χωρίς ωστόσο να εκδηλώνεται η πρόθεση ενός κατ’ ιδίαν διαλόγου με την αγορά. Στόχος του υπουργείου είναι να προσεγγίσει εξ αρχής ορθά το σοβαρό αυτό ζήτημα, οπότε με το δημόσιο διάλογο που θα επακολουθήσει του νομοσχεδίου να επιλυθούν και τα “δευτερευούσης σημασίας” προβλήματα. Πάντως η αγορά αναγνωρίζει ότι το υπουργείο σε άλλα ζητήματα που την αφορούν κινήθηκε νομοθετικά.

Ο πόλεμος των τιμών

Για την ανοδική εξέλιξη των τιμών στη διάρκεια του 2006 ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά, με την κυβέρνηση να θεωρεί ότι οι ανατιμήσεις “περιορίσθηκαν στα όρια του πληθωρισμού” και τους καταναλωτές να βιώνουν μια διαφορετική πραγματικότητα, για την οποία αναζητούνται οι υπεύθυνοι. Πάντως, λιανεμπόριο και βιομηχανία εξακολουθούν να αποποιούνται κάθε ευθύνης, οπότε μόνο σε θαύμα μπορεί να αποδοθούν οι ανατιμήσεις του 2006. Στο μεταξύ, η Επιτροπή Ανταγωνισμού δίνει τη δική της “μάχη” για τη συγκράτηση των τιμών. Στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν καταδίκασε το λιανεμπόριο ως υπεύθυνο για τις ανατιμήσεις, χωρίς, είναι η αλήθεια, ο καταναλωτής να νοιώσει την οποιαδήποτε ωφέλεια στην τσέπη του. Πέρυσι τα έβαλε με τη γαλακτοβιομηχανία -η πολύκροτη υπόθεση του καρτέλ στο γάλα θα ολοκληρωθεί φέτος.

Το ζήτημα, όμως, που παραμένει σε χρόνια εκκρεμότητα και καμία Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν θα μπορέσει να το διαχειριστεί -ακριβώς γιατί δεν πρόκειται για θέμα “αθέμιτων πρακτικών”- σχετίζεται με την αλληλοσυσχέτιση τιμών και διαρθρωτικών προβλημάτων των διαφορετικών κλάδων της οικονομίας μας. Πρόκειται σε τελική ανάλυση για το πρόβλημα ενός διευρυνόμενου ελλείμματος της ανταγωνιστικότητάς μας που, καθώς οξύνεται στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, εξακολουθεί να μετακυλίεται στις πλάτες των καταναλωτών, πάντα μέσω των ανατιμήσεων. Αλλά ποιος βάζει χέρι σε αναμμένα κάρβουνα για τη λύση του;

Η μάχη των πωλήσεων

Σε ό,τι αφορά το πάντα κρίσιμο ερώτημα που τίθεται για κάθε χρονιά, πόσο δηλαδή αυξήθηκαν οι πωλήσεις των αλυσίδων, τα σχόλια των παραγόντων της αγοράς ήταν θετικά για το πρώτο εξάμηνο του έτους και ουδέτερα για το δεύτερο. Θετικά, διότι ο τζίρος της οργανωμένης λιανικής συγκρίθηκε με ένα κάκιστο πρώτο εξάμηνο του 2005 και ουδέτερα, διότι κατά το δεύτερο εξάμηνο της ιδίας χρονιάς οι αλυσίδες εμφάνισαν σημάδια σταδιακής ανάκαμψης, οπότε η βάση σύγκρισης βελτιώθηκε μεν, αλλά οι ρυθμοί ανάπτυξης εμφάνισαν πτώση. Πάντως, ως γενικό συμπέρασμα ο κλάδος την περυσινή χρονιά εξελίχθηκε θετικά για τις μεγάλες αλυσίδες, σε αντίθετη με τις μικρομεσαίες, τις μικρές και πολύ μικρές, που ευρισκόμενες αντιμέτωπες με τα ισχυρά δίκτυα πωλήσεων μέτρησαν απώλειες τζίρου, καταστημάτων και εργαζόμενων.

Στην πρώτη δεκάδα, για άλλη μια χρονιά τις εντυπώσεις κέρδισε ο leader του κλάδου, η Καρφούρ-Μαρινόπουλος, ο οποίος με επιθετικές πρωτοβουλίες, νέες επενδύσεις, καθώς και με οργανική ανάπτυξη αύξησε τις πωλήσεις του στα περίπου 2 δισ. ευρώ. Από τις κινήσεις στις οποίες προχώρησε πέρυσι, ξεχώρισαν η ίδρυση θυγατρικής της στη Βουλγαρία, η εξαγορά καταστημάτων της Μπαλλής, η ένταξη στο δίκτυο franchise 9 καταστημάτων Εύβοια Μάρκετ -συμφερόντων Γαληνού Λαουτάρη-, η συμφωνία με την Vodafone για την πώληση καρτοκινητών τηλεφώνων, η μετονομασία των καταστημάτων της Chris Cash & Carry στην Κύπρο σε Carrefour και η υλοποίηση επενδύσεων που πλησίασαν τα 100 εκατ. ευρώ για την ανάπτυξη του δικτύου των καταστημάτων της.

Η ΑΒ Βασιλόπουλος κατάφερε πέρυσι να εμφανίσει θεαματική ανάπτυξη, χωρίς να προβεί σε εξαγορές τρίτων εταιρειών. Σύμφωνα με τα στοιχεία εννεαμήνου της εισηγμένης, η αύξηση τζίρου ήταν της τάξης του 13% ή, αλλιώς, η υψηλότερη της αγοράς. Σημαντική συμβολή στην εν λόγω εξέλιξη είχαν τα καταστήματα franchise ΑΒ Shop & Go και AB Food Market, που πέρυσι εδραιώθηκαν στη συνείδηση των καταναλωτών, καθώς και η επέκταση του δικτύου της εταιρείας με νέες εταιρικές μονάδες.

Η Dia Hellas επέμεινε και πέρυσι στις γρήγορες κινήσεις επέκτασης του δικτύου της τόσο με εταιρικά καταστήματα όσο και με μονάδες franchise. Η διοίκησή της εκτιμά ότι το 2006 έκλεισε με αύξηση πωλήσεων κατά 4% στα 370 εκατ. ευρώ και με 400 καταστήματα, ενώ προσδοκά ότι η νέα εταιρική χρήση θα εξελιχθεί με αύξηση των πωλήσεών της στα 420 εκατ. ευρώ. Πάγια πολιτική της εταιρείας είναι η εξασφάλιση των χαμηλότερων τιμών στην αγορά και κύριος ανταγωνιστής της παραμένει η Lidl, η οποία πέρυσι αναστάτωσε την αγορά, αφού τοποθέτησε στα ράφια της τη βασική γκάμα των επώνυμων προϊόντων.

Οι αντιδράσεις της αγοράς μπορεί να μην ματαίωσαν την επέκταση της Lidl στα επώνυμα προϊόντα, ωστόσο έφεραν αποτέλεσμα σε ό,τι αφορά την τιμολόγησή τους, καθώς αυτή διαμορφώθηκε σε επίπεδα που δεν εμπνέουν ανησυχίες στον ανταγωνισμό των κλασικών αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Σε ό,τι αφορά τις πωλήσεις της γερμανικής αλυσίδας, αποτέλεσαν ακόμα μια χρονιά “μυστήριο”, καθώς η διοίκησή της εξακολουθεί να τηρεί σιγήν ιχθύος.

Οι ελληνικές αλυσίδες

Εκπλήξεις στον ανταγωνισμό επιφύλαξε, όμως, και η Σκλαβενίτης, κατ’ αρχάς, με την απόφαση των μετόχων της να προχωρήσουν σε μια ιστορική για την εταιρεία απόφαση και, κατά δεύτερον, με την υλοποίηση των πρώτων ουσιαστικών επενδύσεων μετά μια μακρά περίοδο αποχής από ανάλογες πρωτοβουλίες. Πλέον, τη Σκλαβενίτης διοικούν τα μέλη της οικογένειας Σπύρου Σκλαβενίτη, που εξαγόρασαν σχεδόν το σύνολο των μετοχών της αλυσίδας. Το σχετικό κόστος καλύφθηκε με την έκδοση κοινοπρακτικού ομολογιακού δανείου ύψους 332 εκατ. ευρώ από συνολικά επτά τράπεζες. Οι αλλαγές στη μετοχική και διοικητική σύνθεση της εταιρείας συνοδεύθηκαν πέρυσι και από αποφάσεις για την ίδρυση νέων καταστημάτων, για τη δημιουργία υπέρ μάρκετ στην Καλλιθέα και για την ανάπτυξη ενός νέου δικτύου μονάδων μικρής έκτασης με την επωνυμία Fresh Market. Όσο για τις πωλήσεις της εταιρείας, το 2006 εκτιμάται ότι παρουσίασαν αύξηση περίπου 4%.

Από την πλευρά της, η Αφοί Βερόπουλοι εφάρμοσε νέα στρατηγική marketing και πωλήσεων, αποβλέποντας αφενός στην ενίσχυση του προφίλ της εταιρείας και αφετέρου στην αύξηση των πωλήσεων. Οι τελευταίες εκτιμήσεις για τον τζίρο του 2006 έκαναν λόγο για ανάπτυξη της τάξης του 3% έως 4%, που σε μεγάλο βαθμό αποδίδονται στην οργανική αύξηση των εσόδων της εταιρείας, δεδομένου ότι πέρυσι οι κινήσεις της για την επέκταση του δικτύου της ήταν περιορισμένες. Τέλος, οι επενδύσεις σε επίπεδο ομίλου σε Σερβία και Σκόπια συνεχίσθηκαν και το 2006, με την προοπτική η επιχείρηση να εξακολουθήσει να έχει το ισχυρότερο δίκτυο καταστημάτων στα Βαλκάνια.

 Η Ατλάντικ επέμεινε και το 2006 στο να αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα: επεκτείνοντας το δίκτυο καταστημάτων στη λιανική με νέες μονάδες, ενισχύοντας την παρουσία της στη χονδρική και διευρύνοντας τις συνεργασίες της στον τομέα του franchise με τα Άριστα. Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη των πωλήσεών της, κατά την περυσινή χρήση, η διοίκηση της εταιρείας, επικαλούμενη τους περιορισμούς του ΧΑ, δεν δημοσιοποίησε στοιχεία.

Η διοίκηση της Μετρό εκτιμά ότι η εταιρεία το 2006 εμφάνισε αύξηση τζίρου κατά 10,5%, στα 553 εκατ. ευρώ έναντι των 500 εκατ. ευρώ της χρήσης του 2005, και ότι τα κέρδη της θα διαμορφωθούν στα επίπεδα της προηγούμενης χρονιάς. Για την εταιρεία, η περυσινή χρονιά σηματοδοτήθηκε από την απόφασή της να επεκτείνει το δίκτυο των My Market εκτός Αθηνών, αρχικά σε ακτίνα 200 χιλιομέτρων και κατόπιν σε πιο μακρινές περιοχές. Πάντως, το πρώτο My Market ήδη λειτούργησε κατ’ εξαίρεση στα Ιωάννινα, αφού η αλυσίδα είχε εκεί διαθέσιμο ακίνητο για την εγκατάστασή του.

Τέλος, η Πέντε συνέχισε το 2006 την πραγματικά αθόρυβη επέκτασή της, δίνοντας έμφαση στους γρήγορους ρυθμούς ανάπτυξης, στην τόνωση των κερδών της και στην επέκταση του δικτύου της. Η εταιρεία είναι γνωστό ότι επιμένει να απέχει συνειδητά από εξαγορές και από το franchise.

Να ‘ταν κάθε μέρα Χριστούγεννα

Ανοδικά κινήθηκε ο τζίρος της οργανωμένης λιανικής την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2005. Έτσι, τα σούπερ μάρκετ κατάφεραν να κλείσουν θετικά την περυσινή χρονιά, πετυχαίνοντας αύξηση των εσόδων τους από τις πωλήσεις τόσο των εποχιακών ειδών, όσο και των ειδών καθημερινής ανάγκης. Στο τμήμα των κρεάτων και πουλερικών καταγράφηκε αυξημένη ζήτηση, που αποδόθηκε κυρίως στις πωλήσεις της γαλοπούλας, η οποία φέτος τα Χριστούγεννα δεν προσβλήθηκε από τη γρίπη των πουλερικών, οπότε και η τιμή της κρατήθηκε σε υψηλά επίπεδα και οι πωλήσεις της απογειώθηκαν, όταν το 2005 είχε παραμείνει κυριολεκτικά στα αζήτητα.

Φυσιολογικές ήταν οι πωλήσεις και στα κρέατα, ενώ κατηγορίες προϊόντων όπως τα ποτά και αναψυκτικά, τα γλυκίσματα, οι ξηροί καρποί, οι ζύμες, οι σάλτσες, τα τυροκομικά και αλλαντικά, τα γαλακτοκομικά, τα σνακ, τα αρτοσκευάσματα, τα λάδια, τα δημητριακά, καθώς και τα κατεψυγμένα, παρουσίασαν ανοδικές τάσεις πωλήσεων, ανεβάζοντας συνολικά τον τζίρο των σούπερ μάρκετ. Ενισχυτικά στα έσοδα του κλάδου λειτούργησαν και οι ειδικές κατηγορίες προϊόντων, όπως τα παιδικά παιχνίδια, τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και άλλα εορταστικά αξεσουάρ.

Επίσης, στις μεγάλες σάλες οι καταναλωτές δαπάνησαν σημαντικό μέρος του 14ου μισθού για αγορές ηλεκτρονικών και ηλεκτρικών συσκευών, επιλέγοντας κυρίως κωδικούς χαμηλού κόστους. Στελέχη της αγοράς, ερωτώμενα σχετικά, δεν απέδωσαν σε κάποιους συγκεκριμένους παράγοντες την ανοδική εξέλιξη του εορταστικού τζίρου, αρκούμενοι στην εκτίμηση ότι οι επιχειρήσεις του κλάδου ήταν άρτια προετοιμασμένες για την υποδοχή του κοινού, προσφέροντάς του πολλές επιλογές, καθώς και πλήθος προσφορών σε βασικές κατηγορίες προϊόντων παρά το μπαράζ των ανατιμήσεων, στο οποίο προχώρησε η βιομηχανία κατά το τετράμηνο Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου.