Βρισκόμαστε στα μέσα Ιουνίου. Πρόσφατα, μετά από έναν νέο κύκλο διαπραγμάτευσης για τι πρέπει να γίνει, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο τρίτο μνημόνια, αλλά και με νέες απαιτήσεις, η εκταμίευση της πολυαναμενόμενης δόσης έφθασε να συζητείται στα κοινοβούλια των δανειστών και εκτός απροόπτου, βοηθούσης της συγκυρίας του βρετανικού δημοψηφίσματος, θα αποφασιστεί εντός του μήνα. Την ίδια περίοδο, ήρθε προς συζήτηση από το υπουργείο Οικονομίας στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής το σχέδιο για τον νέο αναπτυξιακό νόμο.

Σε αυτό το περιβάλλον, όπως ήταν αναμενόμενο, η συζήτηση εξελίσσεται κυρίως βάσει της κομματικής ταυτότητας των εισηγητών, ενώ περιστρέφεται γύρω από το πώς τα διαθέσιμα προς επένδυση κεφάλαια θα μπορέσουν να λειτουργήσουν ως καταλύτης, για την έναρξη μιας αναπτυξιακής πορείας της χώρας ή θα χαθούν στη «μαύρη τρύπα» που δημιουργούν τα υφεσιακά μέτρα και η εμμονή -τουλάχιστον του κυρίαρχου πόλου των δανειστών- σε πολιτικές λιτότητας.

Για άλλη μια φορά φαίνεται πως δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι τα λάθη που έχουν γίνει στο παρελθόν εξακολουθούν να υπάρχουν για να μας διδάσκουν και όχι για να απωθούνται ως κακές αναμνήσεις. Ακόμη και όταν μιλάμε για αυτά, το κάνουμε παίρνοντας ως δεδομένο πως ήταν αναπόφευκτα και οφείλονται σε εξωτερικούς παράγοντες, οι οποίοι μας δέσμευαν με τέτοιο ασφυκτικό τρόπο, ώστε δεν άφηναν περιθώρια αυτόνομης κίνησης. Άρα, αποσείουμε από πάνω μας κάθε ευθύνη…

Μεγάλες και σημαντικές για κάθε κλάδο και τη χώρα επιχειρήσεις άλλαξαν χέρια το τελευταίο διάστημα -στην καλύτερη περίπτωση-, ή κατέβασαν ρολά, αφήνοντας χωρίς ελπίδα εκατοντάδες εργαζόμενους, που προστέθηκαν στα δυσθεώρητα, για «ανεπτυγμένη» ευρωπαϊκή χώρα, ποσοστά ανεργίας. Κι εδώ το ανάθεμα ρίχνεται στην κρίση.

Ο δύσκολος δρόμος ανάλυσης των αιτιών δεν μπορεί να αφήσει στο απυρόβλητο τις προσωπικές ευθύνες ιδιοκτητών και τις συλλογικές ευθύνες των διοικήσεων, που όχι μόνο δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν με επιτυχία στις νέες προκλήσεις που δημιούργησε η πολύχρονη ύφεση, αλλά, σε πολλές περιπτώσεις, τη θεώρησαν, συμφωνώντας με τις εφαρμοζόμενες πολιτικές λιτότητας, ως αναγκαία προϋπόθεση για επιστροφή στην ανάπτυξη! Ακόμα χειρότερα, πολλοί αντιμετώπισαν την κρίση ως ευκαιρία όχι μόνο κατατρόπωσης των πιο αδύναμων ανταγωνιστών τους, αλλά και ανεξέλεγκτης λειτουργίας των επιχειρήσεών τους, χωρίς κανένα φραγμό στην καταπάτηση εργασιακών δικαιωμάτων, την τήρηση φορολογικών υποχρεώσεων, κλπ.

Αντίστοιχα, πολλοί επαγγελματικοί φορείς ακόμη και σήμερα επαναλαμβάνουν κουραστικά κοινότοπες «καταγγελίες» σχετικά με τη μείωση του ΑΕΠ, την αύξηση της ανεργίας και του χρέους, τη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης, την αύξηση των λουκέτων στις ΜΜΕ, κοκ. Θα ήταν σίγουρα πιο χρήσιμο να πρωτοστατήσουν, όσοι δεν το κάνουν ήδη, στην έναρξη μιας ουσιαστικής συζήτησης για τους κλάδους που εκπροσωπούν με αντικειμενικότητα, όσο αυτό είναι δυνατόν σε τόσο φορτισμένες εποχές.

Αυτή η συζήτηση είναι απαραίτητη για να μπορέσει κάθε φορέας να συμβάλλει, αναλύοντας με νηφαλιότητα τα δεδομένα, στη διαμόρφωση προτάσεων ανάπτυξης βάσει αρχών που ευνοούν το σύνολο της κοινωνίας και όχι επί μέρους ομάδες εξουσίας. Ίσως έτσι εξαλειφθούν σταδιακά φαινόμενα, όπως ο εκθειασμός κάθε επένδυσης με μόνο κριτήριο το μέγεθός της και τον αριθμό (και όχι την ποιότητα) των θέσεων εργασίας που θα δημιουργήσει στη χώρα και αρχίσουμε πραγματικά να μιλάμε για το ποια είναι η χώρα στην οποία θέλουμε να ζήσουμε στο μέλλον.