Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης ή ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) είναι το εργαλείο παρέμβασης της ΕΕ για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας, που χτυπά την Ευρώπη από το 2020. Σε σχετική έρευνα που διεξήγαγε η διαΝΕΟσις τον Μάιο φέτος, ο RRF χαρακτηρίζεται ως γενναίο βήμα ενοποίησης, ως δοκιμή ή ως μεγάλο πείραμα για την Ευρώπη. Στο πλαίσιο του Ταμείου, με πρωτοβουλία ως γνωστόν της Γαλλίας και της Γερμανίας η ΕΕ δανείζεται 750 δισ. ευρώ από τις αγορές, προκειμένου να κατανεμηθούν κυρίως στα πιο αδύναμα μέλη της ως απευθείας χρηματοδοτήσεις και δανειοδοτήσεις μέχρι τα τέλη του 2026. Η κατανομή των πόρων του RRF σε κάθε χώρα-μέλος της ΕΕ καθορίστηκε αντίστοιχα προς την κατανομή των πόρων των Ταμείων Συνοχής, δηλαδή με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και την ανεργία κάθε περιφέρειας την περίοδο προ της πανδημίας. Οι βασικοί τομείς δράσης του εγχειρήματος αφορούν την ενεργειακή αποδοτικότητα και την εκμετάλλευση των ΑΠΕ, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, τις δράσεις για την κλιματική αλλαγή, την υγεία και τη δημόσια διοίκηση. Η βασική προσδοκία είναι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης να προκαλέσουν ένα επενδυτικό και μεταρρυθμιστικό σοκ, ικανό να προετοιμάσει την Ευρώπη για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του μέλλοντος, δίνοντας ώθηση στις οικονομίες της μετά το σοκ της πανδημίας, αλλά εντέλει και του πολέμου στην Ουκρανία.

Η Ελλάδα είναι η χώρα η οποία την περίοδο 2021-2026 θα λάβει αναλογικά τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση από τον RRF, ανερχόμενη περίπου στο 17% του ΑΕΠ της ή σε 30,5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 18,1 δισ. ευρώ είναι επιχορηγήσεις και τα 12,4 δισ. ευρώ δάνεια. Η ελληνική εξειδίκευση του προγράμματος ονομάστηκε Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0», το οποίο, μέσω ενός πλήθους μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων, φιλοδοξεί να καταστήσει την ελληνική οικονομία πιο βιώσιμη και ανθεκτική και να την προετοιμάσει για τις μεγάλες προκλήσεις και ευκαιρίες της «πράσινης» και της ψηφιακής μετάβασης. Πιο συγκεκριμένα το σχέδιο περιλαμβάνει 106 επενδύσεις και 68 μεταρρυθμίσεις, που διαρθρώνονται σε τέσσερις πυλώνες: Ο πρώτος είναι της «πράσινης» μετάβασης και θα απορροφήσει το 44,3% του προϋπολογισμού, ο δεύτερος της ψηφιακής μετάβασης και θα απορροφήσει αντιστοίχως το 23%, ο τρίτος είναι της απασχόλησης, των δεξιοτήτων και της κοινωνικής συνοχής και ο τέταρτος είναι των ιδιωτικών επενδύσεων και του μετασχηματισμού της οικονομίας.

Η κατανομή των πόρων
Σύμφωνα με τη δεξαμενή σκέψης Bruegel, που εδρεύει στις Βρυξέλλες, στην περίπτωση της Ελλάδας οι περισσότερες επιχορηγήσεις πόροι σχεδιάστηκε να διατεθούν στις τηλεπικοινωνίες και την πληροφορική (κατηγορία «Ενημέρωση και επικοινωνίες»), ύψους περίπου 3,38 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν σχεδόν στο 19% του συνόλου. Ακολουθούν οι κατασκευές με πόρους 2,85 δισ. ευρώ (περίπου 16% του συνόλου), η εκπαίδευση (2,07 δισ. ευρώ ή 11% του συνόλου) και σε αντίστοιχο βαθμό η ενέργεια (παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, ατμού και κλιματισμού, 2,04 δισ. ευρώ ή 11% επί του συνόλου). Δηλωτικό του προσανατολισμού του προγράμματος είναι το ότι ο πρωτογενής τομέας θα απορροφήσει περίπου 4,72% του συνόλου των πόρων, η μεταποίηση μόλις το 0,41% και η δημόσια διοίκηση και κοινωνική ασφάλιση μόλις το 1,84%.

Σύμφωνα με την εβδομαδιαία έρευνα της Eurobank, η πρώτη δόση του Ταμείου Ανάκαμψης ύψους 3,6 δισ. ευρώ (1,72 δισ. ευρώ επιδοτήσεις και 1,84 δισ. ευρώ δάνεια), εκταμιεύτηκε στις 8 Απριλίου φέτος ύστερα από τη θετική αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις 28 Φεβρουαρίου, καθώς η χώρα μας ολοκλήρωσε επιτυχώς τα δεκαπέντε ορόσημα που συνδέθηκαν με το πρώτο αίτημα πληρωμής (επενδύσεις στους τομείς της ενεργειακής απόδοσης, της ηλεκτρικής κινητικότητας, της διαχείρισης των αποβλήτων, της αγοράς εργασίας, της φορολογίας, του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, των δημόσιων μεταφορών, καθώς και του συστήματος λογιστικών και λοιπών ελέγχων της Ελλάδας για την εφαρμογή του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας).

Η δεύτερη δόση ύψους 1,72 δισ. ευρώ αφορά μόνο επιδοτήσεις και συνδέεται με εικοσιπέντε ορόσημα, τα οποία θα έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί έως το τέλος του Ιουνίου φέτος και σχετίζονται με τη μεταρρύθμιση για την απλούστευση της αδειοδότησης των ΑΠΕ, τον ψηφιακό μετασχηματισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, μέσω συστήματος κουπονιών (voucher), το στρατηγικό σχέδιο για την επαγγελματική εκπαίδευση-κατάρτιση και διά βίου μάθηση, τον καθορισμό των προδιαγραφών για τη διασύνδεση των ηλεκτρονικών ταμειακών μηχανών και των POS με την ΑΑΔΕ, την παροχή φορολογικών και οικονομικών κινήτρων για τη δημιουργία οικονομιών κλίμακας μέσω συνεργασιών και εταιρικών μετασχηματισμών των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τον οικονομικό μετασχηματισμό του γεωργικού τομέα και στη δημιουργία νέων βιομηχανικών πάρκων.

Τέλος, η τρίτη δόση ύψους 3,6 δισ. ευρώ (1,72 δισ. ευρώ επιδοτήσεις και 1,84 δισ. ευρώ δάνεια) συνδέεται με την επίτευξη επιπλέον σαράντα ορόσημων έως τα τέλη του έτους. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, πρόκειται για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες αναμένεται να αυξήσουν την παραγωγικότητα, μέσω της βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και της ψηφιοποίησης του κράτους και της οικονομίας, να ενισχύσουν τον ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων και να αυξήσουν το ποσοστό συμμετοχής του ενεργού πληθυσμού στο εργατικό δυναμικό.
Ομόδοξη και ετερόδοξη κριτική
Ωστόσο δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκφράζουν έντονο προβληματισμό για την επιτυχία του εγχειρήματος, είτε από τη «σωτηριολογική» είτε από την «αιρετική» του σκοπιά, που αμφισβητεί ευθέως τον προσανατολισμό του προγράμματος.

Η κριτική από την πρώτη σκοπιά εκφράζει προβληματισμούς σχετικά με τη δυνατότητα του ελληνικού δημόσιου και ιδιωτικού τομέα να απορροφούν τα κονδύλια, κυρίως εξαιτίας της γραφειοκρατίας. Επιπλέον, σύμφωνα με τους επιστήμονες ερευνητές της διαΝΕΟσις, δεν είναι μόνο η ικανότητα του κράτους στην απορρόφηση πόρων που προβληματίζει, αλλά και τα ίδια τα έργα γεννούν κάποιο σκεπτικισμό, καθώς π.χ. απουσιάζουν μεγάλα και φιλόδοξα έργα, όπως τα διασυνοριακά έργα υποδομών κ.ά. Βέβαια, παρόμοιοι προβληματισμοί εκφράζονται από τους ταγούς και άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως και από εξειδικευμένους ερευνητές, όπως ο κ. Έοϊν Ντρέα του ερευνητικού κέντρου Martens Centre των Βρυξελλών, οι οποίοι αμφισβητούν την ικανότητα των χωρών-μελών να απορροφήσουν τους ευρωπαϊκούς πόρους έγκαιρα, ενώ διερωτώνται κατά πόσο οι πόροι του RRF είναι ικανοί «ν’ αλλάξουν το παιχνίδι» εν συνόλω, δημιουργώντας, δηλαδή, συνθήκες θετικού σοκ στην οικονομία σε μια Ευρώπη που ζει συνεχόμενες κρίσεις (με την έννοια ότι «θετικό σοκ σημαίνει να βρεις πολλούς ανθρώπους στον δρόμο, που να γνωρίζουν τι έκανε γι’ αυτούς το Ταμείο Ανάκαμψης»…). Μια τελευταία παρατήρηση του ανώτερου ερευνητή και έγκυρου δημοσιογράφου σε διεθνή ΜΜΕ διασταυρώνεται με την κριτική της «αιρετικής» σκοπιάς θέασης του προγράμματος. Σύμφωνα με αυτήν, τα πακέτα χρηματοδότησης, είτε αφορούν την άμεση κι επιλεκτική στήριξη των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων συγκεκριμένων κλάδων, προκειμένου να προχωρούν άμεσα σε επενδύσεις, είτε στηρίζουν μεταρρυθμίσεις, αποβλέπουν εγγενώς στη στήριξη της κερδοφορίας των εν λόγω μεγάλων επιχειρήσεων. Επιπλέον, η κριτική του κ. Έοϊν Ντρέα αναδεικνύει το θέμα της δανειοδότησης των χωρών, καθώς ένα σημαντικό μέρος των κονδυλίων δεν αφορά επιδοτήσεις, εκφράζοντας την ανησυχία για την επακόλουθη αύξηση του δημόσιου χρέους, που για άλλη μια φορά θα αποβεί εις βάρος των νοικοκυριών.

Η κριτική της αμιγώς «αιρετικής» σκοπιάς εστιάζεται στο ότι το Ταμείο Ανάκαμψης προϋποθέτει σκληρά προαπαιτούμενα για την προσέλκυση επενδύσεων, καθώς και μια μακρά λίστα αναδιαρθρώσεων, που καθιστούν το κράτος ακόμα πιο αποτελεσματικό για τις μεγάλες επιχειρήσεις εις βάρος των αναγκών της κοινωνικής πλειοψηφίας. Ειδικά στην περίπτωση της χώρας μας επισημαίνονται οι κυβερνητικές δεσμεύσεις και μέριμνες για την πλήρη εφαρμογή του πτωχευτικού νόμου, την περαιτέρω ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων στο ασφαλιστικό εις βάρος των ασφαλισμένων κ.ά., ενώ τονίζεται ότι τα «μεγάλα πακέτα» χρηματοδότησης δεν πέφτουν από τον ουρανό, αλλά προκύπτουν από τη φορολογία των εργαζομένων, οι οποίοι επίσης θα κληθούν να εξοφλήσουν το νέο δανεισμό, πράγμα αποτυπωμένο, άλλωστε, στο φετινό κρατικό προϋπολογισμό.