Για το φετινό ζεστό καλοκαίρι φταίει η κλιματική αλλαγή, μας λένε κυβερνητικοί εκπρόσωποι και επιστήμονες. Οι ρύποι των μηχανών εσωτερικής καύσης, συμβάλουν σημαντικά στην κλιματική αλλαγή, συμπληρώνουν οι επιστήμονες. Οι επιχειρήσεις θέλουν να αποκτήσουν ένα πράσινο προφίλ δηλώνουν οι μέτοχοί τους. Κολλάει κάπου η ηλεκτροκίνηση με τα παραπάνω;

Το βανάκι αλυσίδας σούπερ μάρκετ, αφού έχει διανύσει λιγότερο από 2 χιλιόμετρα από το κατάστημα όπου φόρτωσε τις σακούλες των online παραγγελιών, έχει σταματήσει στη μέση του δρόμου, καθώς δεξιά κι αριστερά υπάρχουν σταθμευμένα οχήματα. Ο οδηγός, με εμφανή σημάδια άγχους, προσπαθεί να εξηγήσει στον οδηγό του λεωφορείου που έπεται ότι πρέπει να κάνει μια παράδοση στον έκτο όροφο της πολυκατοικίας, οπότε θα χρειαστεί πέντε λεπτά. Ο οδηγός του λεωφορείου αρνείται να περιμένει. Ο οδηγός του βαν κάνει έναν κύκλο, ώστε να ελευθερώσει τον δρόμο και επιστρέφει με την ελπίδα ότι μέχρι να ολοκληρώσει την παράδοση δεν θα έχει φτάσει κάποιο άλλο όχημα. Ο πελάτης ελέγχει, όπως έχει δικαίωμα, αν τα προϊόντα που έχει παραλάβει είναι τα σωστά και ο χρόνος κυλάει, καθώς το επόμενο λεωφορείο πλησιάζει…

Η εικόνα αυτή είναι βελτιωμένη σε σχέση με το σχετικά πρόσφατο παρελθόν. Πριν από μερικά χρόνια, το βανάκι θα ήταν σε κάποιες περιπτώσεις φορτηγό και εκτός από το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα δημιουργούσε στην κυκλοφορία, θα είχε καταναλώσει διπλάσια ποσότητα καυσίμων για να ολοκληρώσει την παράδοση. Η εικόνα θα μπορούσε όμως να είναι καλύτερη, αν για παράδειγμα στη θέση του βαν υπήρχε ένα μικρό δίτροχο όχημα και μάλιστα ηλεκτρικό, αν στις μεταφορές από τις κεντρικές αποθήκες προς τις αποθήκες των καταστημάτων χρησιμοποιούνταν ηλεκτρικά βαν και τέλος αν οι μεταφορές από τους μακρινούς προμηθευτές στις αποθήκες γίνονταν με ηλεκτρικά φορτηγά. Στην πλήρη ανάπτυξη μιας τέτοιας αλυσίδας, τα οφέλη από τη μείωση των ρύπων που παράγει η καύση ορυκτών καυσίμων θα ήταν τεράστια. Ή μήπως όχι;

Αυτοκινητοβιομηχανίες και κυβερνήσεις προωθούν την ηλεκτροκίνηση
Κάποιος που παρακολουθεί την ειδησεογραφία, είναι πλέον αδύνατο να μη διαβάσει καθημερινά τον τίτλο ενός άρθρου που έχει σχέση με την ηλεκτροκίνηση. Από ό,τι λένε οι συντάκτες των άρθρων και οι εταιρείες αναλύσεων, μέχρι το 2030, ένα τεράστιο ποσοστό των ιδιωτικών και επαγγελματικών οχημάτων που κινούνται στον πλανήτη θα είναι ηλεκτροκίνητα. Διαπιστώνουμε πως σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και στη χώρα μας, στην οποία ίσως απαιτηθούν περισσότερα χρόνια για να καταγράψει υψηλό ποσοστό ηλεκτροκίνησης, τα περισσότερα αυτοκίνητα λειτουργούν αμιγώς με ορυκτά καύσιμα ή είναι υβριδικά, δηλαδή χρησιμοποιούν για την κίνησή τους και ορυκτά καύσιμα. Τα υβριδικά, μάλιστα, σε σχέση με τα αμιγώς ηλεκτροκίνητα δεν χρειάζονται φόρτιση, γιατί όταν καίνε ορυκτά καύσιμα ένα μέρος της ενέργειας διοχετεύεται στη φόρτιση των μπαταριών τους.

Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία του Συνδέσμου Εισαγωγέων Αντιπροσώπων Αυτοκινήτων, σύμφωνα με τα οποία το 2020 ταξινομήθηκαν ως καινούργια ελαφρά φορτηγά (δηλαδή με μικτό βάρος μέχρι και 3,5 τόνους) 14 αμιγώς ηλεκτρικά και 24 υβριδικά οχήματα, ενώ το πρώτο πεντάμηνο του 2021 ταξινομήθηκαν στην ίδια κατηγορία 25 αμιγώς ηλεκτρικά και 96 υβριδικά. Διαπιστώνουμε, δηλαδή, μια αύξηση πάνω από 100% στις δύο κατηγορίες, αλλά και πάλι οι απόλυτοι αριθμοί απέχουν αρκετά από τα μεγέθη που θα μας επέτρεπαν να φανταστούμε την ηλεκτροκίνηση να είναι κυρίαρχη το 2030.

Τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα είναι ακριβά και δεν υπάρχει ακόμα επάρκεια σημείων φόρτισης. Αυτοί είναι οι δύο βασικοί λόγοι που διατυπώνονται από τους εκπροσώπους των εταιρειών. Όσον αφορά τον πρώτο, ναι μεν είναι αληθής, αλλά το τι σημαίνει ακριβό για μια επιχειρηματική δραστηριότητα είναι σχετικό. Με εξαίρεση, δηλαδή, το ενδεχόμενο μια εταιρεία να μην έχει κεφάλαιο για να αγοράσει καινούργια οχήματα, ακριβό είναι, σε σχέση με μια αντίστοιχη αγορά, ό,τι αποσβένει το κόστος αγοράς και συντήρησής του σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Σε άρθρο που είχε δημοσιευτεί στο σελφ σέρβις τον περασμένο Μάρτιο, ο κ. Σταύρος Αναγνωστάτος, διευθυντής ενέργειας, περιβάλλοντος και εγκαταστάσεων της Metro, είχε αναλύσει μέσα από μια μελέτη που είχε πραγματοποιήσει το κόστος λειτουργίας ενός ηλεκτρικού αυτοκινήτου, που η εταιρεία χρησιμοποιούσε πιλοτικά. Το συμπέρασμα ήταν ότι η χρήση του ηλεκτροκίνητου οχήματος συνεπάγεται σημαντική εξοικονόμηση κόστους, με ταυτόχρονο περιορισμό του περιβαλλοντικού αντίκτυπου, ενισχύοντας έτσι το πράσινο προφίλ της εταιρείας. Η δε διαφορά του κόστους αγοράς σε σχέση με ένα συμβατικό όχημα θα μπορούσε να καλυφθεί σύντομα με τη συχνή χρήση του οχήματος.

Μένει λοιπόν το πρόβλημα της φόρτισης. Η αλήθεια είναι ότι ένα έτος μετά τη δημοσίευση του παραπάνω άρθρου, δεν έχουν αλλάξει πολλά. Παρότι το δίκτυο φορτιστών μεγαλώνει με δράσεις, όπως αυτή που έχει ξεκινήσει η ΑΒ Βασιλόπουλος με τη ΔΕΗ, η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται στην τελευταία θέση σταθμών φόρτισης, αναλογικά με την επιφάνειά της, μεταξύ των χωρών της ΕΕ (πηγή: ACEA). Το γεγονός ότι το Πράσινο Ταμείο έδωσε παράταση κατάθεσης για τα Σχέδια Φόρτισης Ηλεκτρικών Οχημάτων έως τις 30 Σεπτεμβρίου, είναι μια ακόμα ένδειξη του περιορισμένου ενδιαφέροντος για σχετικές επενδύσεις, παρότι από το ταμείο έχουν δεσμευτεί 11,5 εκατ. ευρώ ως συμμετοχή στην υλοποίηση των έργων.

Η ΔΕΗ, με μια πιο αισιόδοξη ματιά, προβλέπει ότι η κατάσταση αυτή είναι προσωρινή και μέχρι το 2025, μέσω της ΔΕΗ Blue, θα έχουν εγκατασταθεί περισσότεροι από 10.000 δημόσιοι φορτιστές, δηλαδή 2.500 φορτιστές κατά μέσο όρο κάθε χρόνο για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Δεδομένου ότι κι άλλοι πάροχοι ενέργειας έχουν ανακοινώσει ανάλογα σχέδια ανάπτυξης, θεωρητικά τα ερχόμενα χρόνια ιδιώτες και επαγγελματίες οδηγοί θα έχουν απαλλαγεί πλήρως από το άγχος της φόρτισης του οχήματος. Ή μήπως δεν είναι έτσι;

Ένας σταθμός φόρτισης, εξασφαλίζει ότι το όχημα θα βρει παροχή ενέργειας, όμως με τα σημερινά δεδομένα για την πλήρη φόρτισή του απαιτούνται μερικές ώρες, ενώ για το πλήρες γέμισμα ενός ρεζερβουάρ με ορυκτά καύσιμα αρκούν μερικά λεπτά. Θεωρητικά πάλι, με την κατάλληλη διαχείριση, θα μπορούσαν οι εταιρείες, αξιοποιώντας τα «κενά» του 24ωρου, να έχουν διαρκώς φορτισμένα οχήματα. Όμως κάτι τέτοιο δεν έχει δοκιμαστεί επαρκώς, ώστε να αποδειχθεί αν είναι εφικτό. Αν για παράδειγμα, το όχημα δαπανήσει για κάποιο λόγο περισσότερη ενέργεια σε μια μεταφορά και ακινητοποιηθεί πριν από τον προβλεπόμενο χρόνο, θα είναι στην πράξη σαν να παθαίνει μια βλάβη, η «επισκευή» της οποίας θα κρατήσει πάνω από 2 ώρες.

Τι γίνεται με τα σκουπίδια της ηλεκτροκίνησης και πώς φορτίζουν οι μπαταρίες;
Σε μια συζήτηση που είχαμε πριν από μερικά χρόνια, στο πλαίσιο εργασιών συνεδρίου, με τον κ. Μιχάλη Μπλέτσα, διευθυντή πληροφορικής στο Media Lab του MIT, διαπιστώσαμε πως ο προβληματισμός του όσον αφορά την ηλεκτροκίνηση ήταν έντονος. Μας είχε επισημάνει τότε ότι αφενός η ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη φόρτιση των ηλεκτροκίνητων οχημάτων συνεχίζει να προέρχεται σε μεγάλο ποσοστό από ορυκτά καύσιμα και αφετέρου μπορεί ένα ηλεκτροκίνητο όχημα να μην παράγει ρύπους, αλλά οι μπαταρίες του αποτελούν επικίνδυνα απόβλητα.

Όπως θα δούμε σε έναν λογαριασμό ρεύματος, το ποσοστό ενέργειας από ΑΠΕ στη χώρα μας έχει φτάσει ήδη στο 36% και αναμένεται να αυξηθεί αρκετά τα ερχόμενα χρόνια, με εγκαταστάσεις κυρίως ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών συστημάτων. Επομένως, το πρόβλημα της παραγωγής «πράσινης» ενέργειας φαίνεται να βρίσκει λύση. Ωστόσο, σε παγκόσμιο επίπεδο δεν υπάρχει ακόμα βιώσιμη λύση σχετικά με τη διαχείριση των μπαταριών, ειδικά όταν αυτές θα φτάσουν στα μεγέθη που απαιτούν τα υψηλά ποσοστά ηλεκτροκίνησης. Το πρόβλημα των σκουπιδιών που δεν μπορούμε να διαχειριστούμε το βιώνουμε ήδη ως αποτέλεσμα επιλογών του παρελθόντος. Το να προσθέσουμε ένα ακόμα σκουπίδι με το σκεπτικό «βλέποντας και κάνοντας» δεν συνάδει με τη σύγχρονη οικολογική συνείδηση.

Στις φωνές που ακούγονται το τελευταίο διάστημα από επιστήμονες και από κάποιες τολμηρές κυβερνήσεις, ξεχωρίζει η λέξη υδρογόνο. Ωστόσο, ακόμα και αν ξεπεραστούν τα προβλήματα της ασφαλούς καύσης του, η χρήση του θα σημαίνει ότι οι εταιρείες που έχουν επενδύσει σε ηλεκτροκίνηση θα δουν τις επενδύσεις τους να σβήνουν, χωρίς να έχουν αποκομίσει τα προσδοκώμενα κέρδη. Θα το αντέξουν άραγε αυτό για το καλό του πλανήτη;