Η διετία 2020-2021 σηματοδοτεί τη μεγαλύτερη κρίση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο κλάδος του λιανεμπορίου ταχυκίνητων προϊόντων, με δεδομένο ότι η ιστορία του στην Ελλάδα ξεκινά μεταπολεμικά. Παρόλα αυτά, το 2020 έκλεισε για τον κλάδο με θετικό πρόσημο, τουλάχιστον όσον αφορά τις πωλήσεις, και το ερώτημα είναι τι θα επακολουθήσει το 2021.

Η κυλιόμενη Έρευνα Τάσεων στο Λιανεμπόριο FMCG, που πραγματοποιεί το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), καταγράφει τις απόψεις των στελεχών επιχειρήσεων του κλάδου για τα κύρια κλαδικά θέματα και προκλήσεις. Η έρευνα στην οποία αναφερόμαστε στο παρόν άρθρο διεξήχθη την περίοδο από 12 έως 23 Φεβρουαρίου 2021 με τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου και δείγμα 180 ανώτερα και ανώτατα στελέχη επιχειρήσεων (λιανεμπόριο-αλυσίδες σούπερ μάρκετ και προμηθευτές FMCG) από τη γενική διεύθυνση και τα τμήματα μάρκετινγκ, πωλήσεων, αγορών, οικονομικών, πληροφορικής κλπ.

Τα αποτελέσματα της έρευνας απεικονίζουν την αξιολόγηση των εξελίξεων από τα στελέχη του κλάδου των FMCG -λιανεμπορίου και βιομηχανίας, για το Β’ εξάμηνο 2020, οι οποίες συνοψίζονται στην εκτίμηση για τη σταθερή πορεία των πωλήσεων συνολικά το 2020, μέσα σε ένα γενικά κακό οικονομικό κλίμα, το οποίο για περίπου ένα χρόνο ακόμα θα επηρεάζεται από την πανδημία του COVID-19.

Σε σχέση με τις προσδοκίες για τις πωλήσεις του κλάδου (βλ. σχήμα 1), σε μεγάλο ποσοστό μεν οι ερωτηθέντες (40%) θεωρούν ότι οι πωλήσεις του κλάδου θα αυξηθούν το τρέχον εξάμηνο, αλλά σε ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό (43%) εκτιμούν ότι θα παρουσιάσουν μείωση. Μεσοσταθμικά τα στελέχη που συμμετείχαν στην έρευνα εκτιμούν ότι θα καταγραφεί μείωση της τάξης του 0,2% στις πωλήσεις του εξαμήνου Ιανουάριος-Ιούνιος 2021 σε σχέση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2020, ενώ για το σύνολο του 2021 εκτιμούν πως θα σημειωθεί αύξηση πωλήσεων της τάξης του 0,1% μεσοσταθμικά. Η μικρή μείωση στο Α’ εξάμηνο αποδίδεται κυρίως στη σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2020, που χαρακτηρίστηκε από τις αγορές «πανικού» κατά τις πρώτες ημέρες εμφάνισης της πανδημίας. Σημειώνεται ότι τα στελέχη που προέρχονται από την πλευρά του λιανεμπορίου καταθέτουν πιο αισιόδοξες προβλέψεις σχετικά με την πορεία των πωλήσεων, συγκριτικά με τα στελέχη που προέρχονται από τη βιομηχανία.

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος (που συντίθεται από τις προσδοκίες για τις πωλήσεις και τις τιμές και την αξιολόγηση της οικονομίας) παραμένει αρνητικός (σχήμα 2), κάτι που οφείλεται κυρίως στις εκτιμήσεις των στελεχών για το πώς διαμορφώνονται οι οικονομικές συνθήκες της ελληνικής οικονομίας. Ο δείκτης καταγράφεται στο -0,18, αυξημένος λίγο σε σχέση με τον Οκτώβριο, υψηλότερος σε σχέση με τις χαμηλότερες επιδόσεις που έχουν καταγραφεί ιστορικά, αλλά με αρνητικό πρόσημο, που είχε να καταγραφεί από τον Ιούλιο του 2017.

Το αρνητικό πρόσημο του δείκτη αποδίδεται στην ιδιαίτερα κακή αξιολόγηση του οικονομικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο καλείται να λειτουργήσει ο κλάδος, καθώς οι μετρήσεις σε σχέση με τις προσδοκίες για τις πωλήσεις, όπως είδαμε παραπάνω, είναι σταθερές. Η αιτία για την κακή αυτή αξιολόγηση του οικονομικού περιβάλλοντος εξηγείται από τις εκτιμήσεις των στελεχών του κλάδου για τη χρονική διάρκεια της κρίσης, όπως φαίνεται στο σχήμα 3. Το 85% πιστεύει ότι η έκτακτη κατάσταση που σχετίζεται με τον COVIC-19 θα διαρκέσει τουλάχιστον ως το τέλος του 2021, ενώ το 97% πιστεύει ότι η αγορά και η οικονομία θα επηρεάζονται από την έκτακτη κατάσταση έως το τέλος του 2021 ή και περισσότερο και το 70% τουλάχιστον ως το καλοκαίρι του 2022. Αξίζει να σημειωθεί, ότι στην αντίστοιχη έρευνα του Απριλίου του 2020, η προσδοκία της συντριπτικής πλειονότητας των ερωτηθέντων ήταν ότι η υγειονομική κρίση θα διαρκούσε 3 με 4 μήνες, κάτι που προφανώς δεν επαληθεύθηκε από τις εξελίξεις.

Χαρακτηριστικό της επίδρασης που ασκεί η πανδημία στο οικονομικό περιβάλλον αποτελεί και το γεγονός ότι οι προβληματισμοί των στελεχών του κλάδου αφορούν στην πλειονότητά τους θέματα που σχετίζονται με το συγκεκριμένο γεγονός. Όπως φαίνεται στο σχήμα 4, η αβεβαιότητα του περιβάλλοντος σημειώνεται από τα στελέχη του κλάδου ως το κύριο πρόβλημα με διαφορά (ποσοστό 96%), και από το 79% ως «μεγάλο πρόβλημα». Ακολουθεί η πρόβλεψη ζήτησης, η οποία σχετίζεται άμεσα με την αβεβαιότητα του περιβάλλοντος. Τα υπόλοιπα τρία προβλήματα που συμπληρώνουν την πρώτη πεντάδα σχετίζονται με την πανδημία: Οι αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες, τα αυξημένα λειτουργικά κόστη (τα οποία, όπως έχει καταγραφεί σε προηγούμενη έρευνα, έχουν επιβαρυνθεί τον κλάδο το 2020 κατά 160 εκατ. ευρώ) και η εφαρμογή των μέτρων της πολιτείας λόγω COVID-19. Αντίθετα, δεν θεωρείται σημαντικό πρόβλημα η εμφάνιση νέων ανταγωνιστών λόγω COVID-19 (και συγκεκριμένα λόγω της αύξησης των ηλεκτρονικών αγορών), ούτε η διαθεσιμότητα προϊόντων και οι ελλείψεις, ένα πρόβλημα που ήταν αρκετά πιο έντονο την άνοιξή του 2020.

Παρότι η αύξηση του λειτουργικού κόστους αναγνωρίζεται ως ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα, είναι κοινός τόπος στους ερωτηθέντες ότι το κόστος από τα μέτρα περιορισμού της λειτουργίας της αγοράς είναι αποδεκτό. Μόλις το 22% θεωρεί ότι το κόστος των μέτρων είναι μεγαλύτερο του υγειονομικού οφέλους από τα μέτρα, κάτι που δείχνει ότι η πλειονότητα, 4 στα 5 στελέχη, θεωρούν ότι μπορεί να γίνει αποδεκτό το υψηλό τίμημα, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η πανδημία.

Όμως στις απόψεις των στελεχών είναι σαφής η καταγραφή μιας κόπωσης τόσο για το κοινό, όσο και για τις επιχειρήσεις (σχήμα 5). Το 85% θεωρεί ότι οι πολίτες έχουν κουραστεί από τα παρατεταμένα μέτρα και το 51% ότι το προσωπικό των επιχειρήσεων έχει κουραστεί από τα συνεχιζόμενα μέτρα, μειώνοντας την παραγωγικότητα του. Παράλληλα, ένα στα δύο στελέχη θεωρεί ότι τα μέτρα της πολιτείας είναι σωστά, αλλά δεν εφαρμόζονται από τους πολίτες.

Κλείνοντας, φαίνεται ότι για την πλειονότητα των ερωτηθέντων, οι ελπίδες για έξοδο από τηνδύσκολη αυτή κατάσταση βρίσκονται στον εμβολιασμό του πληθυσμού. Το 78% συγκεκριμένα θεωρεί ότι έτσι θα επέλθει σιγά σιγά η επαναφορά στην πρότερη κατάσταση λειτουργίας της αγοράς. Θα πρέπει να τονιστεί ότι ειδικά για τον κλάδο του λιανεμπορίου ο εμβολιασμός έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία, λόγω της εντάσεως εργασίας, του υψηλού αριθμού εργαζομένων και της καθημερινής επαφής του προσωπικού με το κοινό.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι εξελίξεις είναι πολύ γρήγορες, με τα αποτελέσματα να αλλάζουν σημαντικά από μέτρηση σε μέτρηση. Είναι όμως ενθαρρυντικό για τις επιχειρήσεις του κλάδου ότι τουλάχιστον όσον αφορά το κομμάτι των πωλήσεων, οι τρέχουσες προσδοκίες είναι θετικές.