Ο ανταγωνισμός για την εξασφάλιση της υψηλότερης δυνατής συμμετοχής στον πληθωριστικό τζίρο, αλλά και στον αποκαταστημένο φέτος τζίρο από την έλευση του διεθνούς τουρισμού, η μάχη στα μετόπισθεν για τη συγκράτηση του λειτουργικού κόστους και τη διάσωση των κερδοφοριών, η αναπροσαρμογή των πολιτικών μάρκετινγκ για την αποτελεσματικότερη δυνατή προσέγγιση των καταναλωτών εν μέσω καταιγίδας ανατιμήσεων και, φυσικά, η αδιάκοπη μέριμνα για τη σύναψη νέων συμφωνιών εξαγοράς μικρότερων αλυσίδων προκαλούν σήμερα τους ισχυρούς του κλάδου.
Σε μια περίοδο το κλίμα της οποίας καθορίζεται από δύο παράλληλες κρίσεις –στη δημόσια υγεία που κλιμακώνεται εκ νέου και τη γεωπολιτική, που ανατρέπει τα σχέδια όλων–, οι επιχειρηματίες και οι επιτελείς τους μήνες τώρα προσπαθούν να προλαβαίνουν τις εξελίξεις, που μεταλλάσσουν τους όρους του παιχνιδιού με απίστευτη ταχύτητα και απρόβλεπτα. Όλοι ξέρουν ότι τα χειρότερα έπονται, αλλά οι προβλέψεις είναι αδύνατες.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι η αγορά φέτος θα απωλέσει κέρδη και μάλιστα πολλά. Ήδη οι αλυσίδες εδώ και μήνες θυσιάζουν ένα μέρος της κερδοφορίας τους στο βωμό του ανταγωνισμού, όπως αυτός επανακαθορίστηκε από τον υψηλό πληθωρισμό και τις περιορισμένες δυνατότητες των νοικοκυριών να δαπανούν όσα θα ήθελαν για τα καθημερινά τους ψώνια. Η διαρροή των κερδών θα έχει διαφορετικές επιδράσεις από εταιρεία σε εταιρεία. Ορισμένες δεν θα αποφύγουν ως το τέλος του χρόνου να δουν το πρόσημο στα καθαρά αποτελέσματά τους να γυρνά από θετικό σε αρνητικό. Αυτό δεν συνιστά κατ’ ανάγκην μια έκτακτη συνθήκη, λένε οι μάνατζερ του κλάδου, συνιστώντας ψυχραιμία, ώστε στα τέλη του 2023 οι «κοκκινισμένοι» ισολογισμοί να «πρασινίσουν» πάλι. Όμως, δεν αποκλείεται κάποιοι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες να αισθανθούν αφόρητα πιεσμένοι, ώστε να επιδιώξουν την έξοδό τους από την αγορά. Πάντως, αυτό που δηλώνεται από κάθε πλευρά είναι ότι οι ισολογισμοί όλων των εταιρειών του κλαδικού «ρετιρέ» θα κλείσουν φέτος με κέρδη, αν και πιεσμένα σε απόλυτη αξία.

Το κόστος της ενέργειας βάζει φωτιές
Κρίσιμος παράγοντας για τον τελικό καθορισμό των καθαρών αποτελεσμάτων του κλάδου είναι το ενεργειακό κόστος, το οποίο κυρίως στην περίπτωση των μικρομεσαίων αλυσίδων αποδεικνύεται δυσβάστακτο. Κάποιες απ’ αυτές, μη διαθέτοντας επαρκή αποθέματα δυνάμεων, ίσως λυγίσουν υπό το βάρος των ζημιών. Εξάλλου, η διάταξη που βάζει «κόφτη» στα περιθώρια του κέρδους των εταιρειών του κλάδου, ακυρώνει τις προσπάθειές τους να ρεφάρουν το υπέρμετρα αυξημένο ενεργειακό τους κόστος, μέσω κινήσεων διόρθωσης των κερδών τους. Έτσι, κατά το κοινώς λεγόμενο «κερδισμένοι θα βγουν μόνο όσοι έχουν το πλεονέκτημα της χρηστής διαχείρισης»…

Στα θετικά της χρονιάς λογαριάζεται το γεγονός ότι η αγορά του κλάδου δεν αναμένεται να παρουσιάσει ζωτικά προβλήματα ρευστότητας παρά το αυξημένο κόστος προμήθειας των προϊόντων. Ζήτημα ρευστότητας, αλλά περιορισμένης έκτασης, ετέθη στην πρώτη φάση της εφαρμογής του νέου θεσμικού πλαισίου, σχετικά με τη μείωση των καθυστερήσεων στις πληρωμές για την προμήθεια των νωπών προϊόντων. Αντιμετωπίστηκαν, όμως, και έκτοτε τα σούπερ μάρκετ πορεύονται με ασφαλή τα αναγκαία ταμειακά τους αποθέματα.

Απ’ το κακό στο χειρότερο οι πωλήσεις σε όγκο
Στο πεδίο των πωλήσεων οι αλυσίδες δίνουν τη μάχη τους, προκειμένου να κρατήσουν το τζίρο τους ανοδικό. Οι προβλέψεις των ειδικών αναλυτών λένε ότι το 2022 ο κλαδικός τζίρος θα κλείσει κυμαινόμενος μεταξύ μηδενικής και οριακής έως περιορισμένης ανάπτυξης. Προφανώς η όποια αύξηση εσόδων θα αποδοθεί στον πληθωρισμό, δεδομένου ότι από άποψη όγκου πωλήσεων η εικόνα της αγοράς αρχίζει να είναι οικτρή. Ήδη στο πρώτο εξάμηνο του έτους ο κλάδος εμφάνισε μείωση του όγκου πωλήσεων περίπου κατά 7%, με τον εσωτερικό πληθωρισμό να έχει φθάσει τον Ιούνιο στο 12%, έχοντας ξεκινήσει από 5% τον Ιανουάριο. Στο πλαίσιο αυτό, ο μέσος κλαδικός πληθωρισμός σήμερα είναι της τάξης του 7%-8%, εξασφαλίζοντας μια μικρή ανοδική ανάσα σε ό,τι αφορά τα έσοδα του κλάδου.

Αξιολογώντας λογιστικά τον υψηλό πληθωρισμό, μπορεί να ειπωθεί, πάντως, ότι εξασφαλίζει στις αλυσίδες ένα περιθώριο να διαχειρίζονται με χαμηλότερο κόστος τα εμπορεύματα. Ο μικρότερος διακινούμενος όγκος αγαθών σε συνδυασμό με τις αυξημένες τιμές προφανώς εξυπηρετεί από άποψη κόστους τις αλυσίδες, στηρίζοντας εν μέρει τα καθαρά τους αποτελέσματα, που πιέζονται από το αυξημένο ενεργειακό κόστος.

Όμως, την ίδια στιγμή το κλίμα της αγοράς δημιουργεί αρνητική ψυχολογική προδιάθεση στον καταναλωτή, ο οποίος αγοράζει πλέον βάσει λίστας, περιορίζοντας τις αυθόρμητες επιλογές του, όπως και τις δαπάνες του για αγορές premium προϊόντων, τα οποία ως γνωστόν αφήνουν μεγαλύτερο κέρδος στο λιανέμπορο.

Ο «άσος» του τουρισμού
Στα συν της περιόδου πρέπει να λογαριάσουμε ασφαλώς το ξαναζωντάνεμα της τουριστικής κίνησης, η οποία φέρνει φρέσκο χρήμα στην οικονομία. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την κλαδική αγορά, φέτος δίνεται πολύ σημαντική ώθηση στις πωλήσεις χονδρικής. Πράγματι, φαίνεται ότι τα cash & carry θα κερδίσουν όσα έχασαν τα δύο τελευταία χρόνια, λόγω της πανδημίας. Φυσικά αναμένεται ότι θα επωφεληθούν και τα σούπερ μάρκετ που εδρεύουν σε τουριστικές περιοχές, αυξάνοντας αισθητά τις πωλήσεις τους.

Big deals
Ανεξαρτήτως από τις κρίσεις, πάντως, οι ισχυροί του κλάδου δεν έπαψαν ούτε στιγμή να ενδιαφέρονται για νέες εξαγορές ή στρατηγικές συμφωνίες. Οι επαφές λοιπόν συνεχίζονται, με τους μεγάλους της αγοράς να κάθονται από τη μια πλευρά του τραπεζιού και τους μικρομεσαίους από την άλλη. Η τελευταία περίοδος «ανήκει» στη Μασούτης, η οποία ολοκλήρωσε σχετικά πρόσφατα τη στρατηγική συνεργασία της με τον SYNKA και, σύμφωνα με πληροφορίες, βρέθηκε πολύ κοντά στο κλείσιμο της εξαγοράς της αλυσίδας Bazaar. Πηγές του «σελφ σέρβις» ισχυρίζονται ότι οι δύο πλευρές δεν τα βρήκαν στον τρόπο καταβολής του τιμήματος, αλλά επισήμως από τις εμπλεκόμενες εταιρείες δεν δηλώθηκε το παραμικρό…

Τι πράττουν οι ισχυροί
Μένοντας στο στρατόπεδο των ισχυρών, πληροφορίες αναφέρουν ότι η ΕΥΣ συνεχίζει και φέτος να κερδίζει μερίδια αγοράς από τους ανταγωνιστές της, διαπιστώνοντας, στο μεταξύ, μια περιορισμένη στροφή των νοικοκυριών από τα υπέρ μάρκετ στα κλασικά σούπερ μάρκετ. Η εξέλιξη αυτή, σχολιάζουν στελέχη του κλάδου, αποδίδεται στην ψευδαίσθηση του μέσου καταναλωτή ότι η πανδημία έχει τελειώσει, αν και όπως φαίνεται, η πανδημία δεν περιμένει καν το φθινόπωρο για να θυμίσει ότι οι ελαφρότητες μαζί της τιμωρούνται.

Από την πλευρά της ΑΒ Βασιλόπουλος φαίνεται ότι κάνει μια γενναία προσπάθεια να αναστρέψει την καθοδική πορεία των εσόδων της, με επιθετική πολιτική τιμών κυρίως στο πεδίο των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, όπως και με ένταση των προσφορών της γενικότερα. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η σχετική προσπάθεια φέρνει αποτελέσματα, αλλά απέχουν από τον επιδιωκόμενο στόχο της εταιρείας.

Επίσης, τα My Market φαίνεται ότι διατηρούν τις δυνάμεις τους από άποψη τζίρου και μεριδίων αγοράς, η Πέντε κινείται προς την ίδια κατεύθυνση, η Lidl, σύμφωνα με πληροφορίες, έκλεισε τον Φεβρουάριο την εταιρική της χρήση με αύξηση κύκλου εργασιών, αλλά στη νέα (γι’ αυτήν) χρήση εμφανίζει μια κάποια κόπωση επιδόσεων, ενώ η Market In φέρεται ν’ αυξάνει το τζίρο της, βασισμένη κυρίως στην ταχεία επέκταση του δικτύου των καταστημάτων της.