Η κρίση και η επακόλουθη συμπίεση του καταναλωτικού εισοδήματος τείνει να μεταβάλει τη «γεωγραφία» της λιανεμπορικής αγοράς, καθώς, τη στιγμή που σχεδόν όλες οι μεγάλες λιανεμπορικές αλυσίδες χάνουν τζίρο και κέρδη, τα μικρότερα μεμονωμένα καταστήματα με «νοικοκύρηδες» επιχειρηματίες στο τιμόνι κερδίζουν έδαφος. Ωστόσο, η μεγάλη μείωση των αγορών από πλευράς των καταναλωτών είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις, καθώς υπάρχουν mini market, που ενισχύουν τον τζίρο τους, και άλλα, τα οποία αναστέλλουν τη λειτουργία τους, γιατί δεν αντέχουν τις συνθήκες έλλειψης ρευστότητας που επικρατούν στην αγορά.

Τα χαρακτηριστικά που λαμβάνει η κρίση στη λιανεμπορική αγορά λειτουργούν συλλήβδην εις βάρος των μεγάλων αλυσίδων, καθώς οι καταναλωτές περιορίζουν τις αυθόρμητες αγορές, τη συχνότητα επισκέψεων στα σούπερ μάρκετ και ψωνίζουν πλέον όλο και περισσότερο τα απαραίτητα και τα είδη πρώτης ανάγκης.

Η κρίση αποτελεί ευκαιρία για τις καλές και οργανωμένες λιανεμπορικές επιχειρήσεις. Οι καλοί κουμανταδόροι επιβιώνουν και τελευταία έχουν αυξήσει τις πωλήσεις τους, καθώς οι καταναλωτές, έχοντας περιορίσει αισθητά τις αγορές τους, προτιμούν τα σούπερ μάρκετ της γειτονιάς

Βέβαια, οι προσφορές κρατούν ενεργό το ενδιαφέρον των καταναλωτών, οι οποίοι ωστόσο, σε αντίθεση με το παρελθόν, δεν είναι διατεθειμένοι να φορτωθούν με προϊόντα, τα οποία δεν τους χρησιμεύουν ή χαρακτηρίζονται πολυτελείας και δεν καλύπτουν κάποια πραγματική τους ανάγκη.

Όπως ομόφωνα τονίζουν παράγοντες της αγοράς, ο καταναλωτής σήμερα ψωνίζει πλέον με πρόγραμμα και περικόπτει όλα τα έξοδά του, με μεγάλους χαμένους την ένδυση και υπόδηση. Σε όποιες προϊοντικές κατηγορίες παρατηρούνται οι μεγαλύτερες προσφορές, εκεί ενδεχομένως έχουν χαθεί ή υπάρχει κίνδυνος να απολεσθούν μερίδια αγοράς.

Οι καταναλωτές δεν έχουν πια τη δυνατότητα να διατηρήσουν αποθέματα προϊόντων -έστω και μικρά- στις οικίες τους, ενώ δεν προτιμούν τις μεγάλες συσκευασίες κάθε είδους. Μ’ αυτόν τον τρόπο ξοδεύουν προσώρας λιγότερα, προσπαθώντας να κρατήσουν όσο γίνεται περισσότερο τη ρευστότητά τους.

Τα μικρά σημεία πώλησης, που βρίσκονταν στη γειτονιά, «υπέφεραν» όλα τα προηγούμενα χρόνια, με αποτέλεσμα να εξαφανιστούν τα μπακάλικα και να απομείνουν μόνο ορισμένα mini market, των οποίων οι τιμές ήταν σαφώς υψηλότερες σε σχέση με τις μεγάλες αλυσίδες.

Όμως, όσα μικρά καταστήματα επιβίωσαν, χάρη κυρίως στην ορθολογική διαχείριση των ιδιοκτητών τους, κατάφεραν και εντάχθηκαν σε κάποιες αλυσίδες συνεργαζόμενων σούπερ μάρκετ, ενδεχομένως κάτω από ένα κοινό brand name και φυλλάδιο προσφορών, ή εξάρτησαν τις προμήθειές τους από ισχυρές εμπορικές εταιρείες διανομών, οι οποίες ενδυναμώθηκαν καλύπτοντας ένα ευρύ δίκτυο και προσφέροντας προϊόντα σε ανταγωνιστικές τιμές.

Αυτά ακριβώς τα σημεία πώλησης φαίνεται ότι σήμερα παίρνουν το «αίμα τους πίσω» από τις μεγάλες αλυσίδες, τουλάχιστον με βάση τα δεδομένα της χρονικής περιόδου που διανύουμε.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός πως, λχ, ενώ τα καταστήματα της αλυσίδας Μασούτης σημείωναν οριακή άνοδο ή και μικρή μείωση του τζίρου τους κατά τη διάρκεια του 2009, τα σημεία πώλησης της συνεργαζόμενης αλυσίδας Express Makret κατέγραφαν πωλήσεις αυξημένες άνω του 10%.

Το φαινόμενο αυτό είναι υπαρκτό και σε άλλα παρόμοια δίκτυα, τα οποία είτε αφορούν στη συνένωση υφιστάμενων μεμονωμένων καταστημάτων είτε έχουν δημιουργηθεί με δικαιόχρηση.

Θα ξεχωρίσει η ήρα από το στάχυ
Η κρίση, βέβαια, έχει μία ακόμη παρενέργεια, ήτοι βγάζει με ταχύ ρυθμό εκτός αγοράς όσα μικρά σημεία πώλησης δεν έχουν αναπτυχθεί σωστά. Ενδεικτικό είναι ότι μεγάλο λιανεμπορικό δίκτυο, που έχει αναπτυχθεί με δικαιόχρηση με έμφαση στη Βόρεια Ελλάδα και ανήκει σε μεγάλο πανελλαδικό όμιλο, αναγκάστηκε να διαγράψει από μέλη του αρκετά ανάλογα καταστήματα, κυρίως προς το τέλος του 2009.

Μάλιστα, όσα καταστήματα αποχώρησαν από το δίκτυό του, το οποίο λειτουργεί κάτω από ένα ενιαίο brand name, είχαν περιέλθει σε πολύμηνη αδυναμία κάλυψης βασικών οικονομικών υποχρεώσεων χωρίς να διαφαίνεται καμία προοπτική αντιστροφής της κατάστασής τους.

«Η κρίση ξεκαθαρίζει το τοπίο», επισήμανε στο σέλφ σέρβις στέλεχος μεγάλης εταιρείας διανομών-χονδρικής, σχολιάζοντας το παραπάνω ζήτημα και προσθέτοντας πως «όσοι ιδιοκτήτες μίνι μάρκετ δεν είναι νοικοκύρηδες, τα ήδη υπάρχοντα προβλήματά τους τώρα εκδηλώνονται με μεγαλύτερη οξύτητα, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις τους και αναγκαστικά το δίκτυο, στο οποίο ανήκουν, τους αποβάλλει».

Ωστόσο, παρόλο που κατ’ αυτή τη λογική θα ανέστελλαν τη λειτουργία τους αρκετές παρόμοιες επιχειρήσεις στην αγορά, εντούτοις κάτι ανάλογο δεν συμβαίνει.

«Πολλά από αυτά τα καταστήματα στις γειτονιές έχουν δημιουργηθεί σε καλά σημεία γεωγραφικά και έχουν μία αξιόλογη πελατεία, αλλά πέφτουν έξω εξαιτίας της κακής διαχείρισης. Τις περισσότερες, όμως, φορές αλλάζουν ιδιοκτησία και κατορθώνουν τελικώς να συμμαζευτούν και να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, είτε διατηρώντας το μερίδιο αγοράς τους στο επίπεδο της γειτονιάς είτε και αυξάνοντάς το», επισημαίνει το ίδιο στέλεχος.


Η κρίση ως ευκαιρία
«Η κρίση αποτελεί όντως ευκαιρία για τις καλές και οργανωμένες λιανεμπορικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα αν αποτελούν ένα μικρό σημείο πώλησης και μόνον. Οι καλοί κουμανταδόροι επιβιώνουν και τελευταία έχουν αυξήσει τις πωλήσεις τους, καθώς οι καταναλωτές, έχοντας περιορίσει αισθητά τις αγορές τους, προτιμούν τα σούπερ μάρκετ της γειτονιάς.

Για ποιον, εξάλλου, λόγο να μεταβούν σ’ ένα υπέρ μάρκετ με μεγάλη ποικιλία κωδικών, όπου όμως εύκολα μπορούν να παρασυρθούν και ν’ αγοράσουν προϊόντα που πραγματικά δεν τα χρειάζονται; Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, εντός των μεγάλων αλυσίδων, πολύ καλύτερες επιδόσεις έχουν τα καταστήματα που βρίσκονται μέσα σε γειτονιές, παρά όσα ανήκουν στην κατηγορία των υπέρ μάρκετ και είναι εγκατεστημένα περιφερειακά των δήμων», προσθέτει ο ίδιος.

Αναφορικά με τις πωλήσεις των προϊόντων, καθίζηση εκτιμάται ότι έχουν υποστεί τα τρόφιμα ψυγείου, ενώ οι υπόλοιπες κατηγορίες τροφίμων καταγράφουν σταθερές πωλήσεις, χωρίς ιδιαίτερες αυξομειώσεις. Μάλιστα, υπάρχουν κατηγορίες τροφίμων, όπως τα snack, τα οποία, παρόλο που θεωρητικά θα έπρεπε να παρουσιάζουν κάμψη στις πωλήσεις τους, εντούτοις κάτι ανάλογο δεν συμβαίνει σε αξιοσημείωτη έκταση.

«Ο καταναλωτής ίσως να μην αγοράζει πλέον το ακριβό επώνυμο είδος και να περιορίζεται στα φθηνότερα είδη κάθε κατηγορίας. Ωστόσο, πολλά προϊόντα, που δεν είναι τρόφιμα ή ποτά, εξακολουθούν και ανθίστανται στην κρίση, όπως τα απορρυπαντικά», καταλήγει το συγκεκριμένο στέλεχος.

Δυσοίωνα τα μηνύματα για το 2010
Από την πλευρά του, ο κ. Λευτέρης Παπαδόπουλος, διευθύνων σύμβουλος μίας από τις μεγαλύτερες εταιρείες διανομών-αντιπροσωπειών στη Βόρεια Ελλάδα, της Mama Products, τονίζει πως το 2010 έχει ξεκινήσει για το λιανεμπόριο με τις χειρότερες προοπτικές.

Η Mama Products είναι μία εταιρεία με μεγάλη διείσδυση στην τροφοδοσία μικρών καταστημάτων λιανικής, όπως ψιλικατζίδικα και περίπτερα.

Η συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος, κατά τον κ. Παπαδόπουλο, έχει επιφέρει μία αντίστοιχη τάση στις καταναλωτικές αγορές, κάτι που φανερώνεται κυρίως από τη σχετική συρρίκνωση των αυθόρμητων αγορών και τον περιορισμό των καταναλωτικών δαπανών στα απολύτως απαραίτητα.

«Έτσι, μαζί με τη μείωση του καλαθιού του σούπερ μάρκετ, συρρικνώνεται και το σακουλάκι από το ψιλικατζίδικο», συμπληρώνει ο ίδιος, αναφερόμενος στην τάση που επικρατεί αυτή την περίοδο στις πωλήσεις ακόμη και των καταστημάτων γειτονιάς.

Ο κ. Παπαδόπουλος επιβεβαιώνει πως υφίστανται καταναλωτικές μετρήσεις, οι οποίες καταδεικνύουν ότι υπάρχουν προϊόντα, όπως τα αναψυκτικά, τα οποία καταγράφουν υποχώρηση στις πωλήσεις τους. Μάλιστα, η συμπίεση του εισοδήματος έχει οδηγήσει ακόμη και σε μείωση των πωλήσεων τσιγάρου, που αποτελεί προϊόν-δείκτη για την κατάσταση των πωλήσεων σε περίπτερα και ψιλικατζίδικα. Ωστόσο, ο διευθύνων σύμβουλος της Mama Products διατυπώνει την εκτίμηση πως, παρόλη την κρίση, η πτωτική τάση της κατανάλωσης τσιγάρου σε ποσότητες θα παραμείνει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα.

Η διοίκηση της Mama Products γνωρίζει όσο λίγες τη λιανική πώληση στα μικρά σημεία και μάλιστα διαθέτει υπό τη «σκέπη» της την αλυσίδα ψιλικατζίδικων Micra Stores στη Θεσσαλονίκη.

Η Mama έχει ένα πελατολόγιο άνω των 2.000 μικρών λιανεμπόρων (ψιλικά), ενώ ξεκίνησε τη λειτουργία της εδώ και 60 χρόνια, αρχικά ως πρατήριο τσιγάρων και σταδιακά μετεξελίχθηκε σε ολοκληρωμένη εταιρεία διανομών.

Να σημειωθεί, τέλος, ότι στη Θεσσαλονίκη συνολικά εκτιμάται ότι δραστηριοποιούνται περίπου 3.500 ψιλικατζίδικα, περίπτερα και μίνι μάρκετ.