Η εκτόξευση του μεταφορικού κόστους των προϊόντων σε πρωτόγνωρα επίπεδα, λόγω της ξέφρενης κούρσας στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, δημιουργεί αναστάτωση στη ζωή των επιχειρήσεων, η οποία εκτιμάται ότι θα ενταθεί στο μέλλον. Οι προσπάθειές τους τα τελευταία χρόνια για εξορθολογισμό του κόστους τους στην αλυσίδα των logistics προς όφελος της ανταγωνιστικότητάς τους τίθενται εν αμφιβόλω. Μόνο τον τελευταίο χρόνο το κόστος μεταφοράς των πρώτων υλών και των ετοίμων προϊόντων, με προορισμό τα νησιά, κυμαίνεται μεταξύ του 25% και του 30% της αξίας του προϊόντος. 'Οσο για τις χερσαίες μεταφορές, η αύξηση ενός 30% στις τιμές των καύσιμων έχει ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση του κόστους διανομής των προϊόντων κατά 10%.

Οι άνθρωποι της αγοράς γνωρίζουν καλά ότι η επιτυχία μιας επιχείρησης εξαρτάται από τις «αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ροής των πληροφοριών, των υλικών, των χρημάτων, του εργατικού δυναμικού και του κύριου εξοπλισμού». Γι’ αυτό, άλλωστε, τα τελευταία χρόνια έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στη διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας. Οι επιχειρήσεις προσπαθούν όλο και περισσότερο να κατανοούν και να εφαρμόζουν σύγχρονες τεχνικές διαχείρισης των αλυσίδων εφοδιασμού, ώστε να μειώνουν τα κόστη τους και να διατηρούν την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων τους. Ωστόσο, δυστυχώς, οι προσπάθειες αυτές απειλούνται πλέον εξαιτίας της ξέφρενης κούρσας των διεθνών τιμών του πετρελαίου, που αυξάνει συνεχώς το κόστος παραγωγής και μεταφοράς των προϊόντων, με σημαντικές επιπτώσεις στις τελικές τιμές τους.

Δυσβάσταχτη επιβάρυνση

Το ράλι των διεθνών τιμών των καυσίμων εξελίσσεται σε μείζον πρόβλημα των επιχειρήσεων, πολλές από τις οποίες, μη έχοντας δικά τους αποθηκευτικά κέντρα ανά την Ελλάδα, αδυνατούν να αποκτήσουν ακόμα πανελλαδική παρουσία, αφού τα κόστη θα επιβαρύνουν σημαντικά τις τιμές των προϊόντων τους. Μάλιστα, για προϊόντα όπως τα γαλακτοκομικά και άλλα νωπά προϊόντα, όπου το 15% με 20% της τελικής τιμής τους αφορά στο κόστος διανομής, ενώ ο εφοδιασμός της λιανικής με αυτά είναι καθημερινός, τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα.

«Το κόστος διανομής και διάθεσης των προϊόντων ήταν και παραμένει σημαντικό στοιχείο στη διαμόρφωση της τιμής πώλησης. Η αλματώδης αύξηση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου συνεπάγεται σημαντική επιβάρυνση και στα κόστη μεταφοράς, τόσο για την απόκτηση των πρώτων υλών όσο και για τη διάθεση του έτοιμου προϊόντος», δηλώνει ο κ. Θάνος Αγγελάκης, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας πτηνοτροφικών προϊόντων Αγγελάκης ΑΕ.

Ανάλογα είναι τα προβλήματα για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, όπως και για το εισαγωγικό εμπόριο, οι τιμές των προϊόντων του οποίου αυξάνονται για τον ίδιο λόγο. «Μόνο τον τελευταίο χρόνο το κόστος μεταφοράς των πρώτων υλών και των ετοίμων προϊόντων με προορισμό τα νησιά κυμαίνεται μεταξύ του 25% και του 30% της αξίας του προϊόντος», λένε οι άνθρωποι της αγοράς. ‘Οσο για τις χερσαίες μεταφορές, όπως εκτιμούν, η αύξηση ενός 30% στις τιμές των καύσιμων έχει ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση του κόστους διανομής των προϊόντων κατά 10%.

Το κόστος θα συνεχίσει να αυξάνεται

Οι τιμές του πετρελαίου σημειώνουν ένα πρωτοφανές ρεκόρ έχοντας ήδη σκαρφαλώσει στα 124 δολάρια το βαρέλι από τα 68 δολάρια που ήταν πέρσι. «Το κόστος μεταφοράς και οι επιπρόσθετες χρεώσεις αναμφίβολα θα συνεχίσουν να αυξάνονται. Η μεταφορική ικανότητα θα είναι μια συνεχής έγνοια. Δεδομένου ότι το κόστος μεταφοράς αποτελεί σχεδόν το 60% των συνολικών δαπανών της εφοδιαστικής αλυσίδας, το πρόβλημα δεν είναι μικρό», σημειώνει επιχειρηματίας του λιανεμπορίου.

Οι παράμετροι του μεταφορικού κόστους αργά ή γρήγορα επιβαρύνουν τις τιμές των προϊόντων, τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης, είτε αυτά καταναλώνονται εγχωρίως είτε εξάγονται. Για παράδειγμα, οι μεταφορές φορτίων με φορτηγά αυξήθηκαν τουλάχιστον κατά 15% τον τελευταίο χρόνο. Αν και το κόστος αυτό είναι κατά μέσο όρο 40%-100% υψηλότερο από τις μεταφορές με τρένο, ο χρόνος μεταφοράς με το τρένο είναι μεγαλύτερος κατά 50%!

Σε μία διαδρομή φορτηγού 22 τόνων με φρούτα από Αττική-Θεσσαλονίκη προς το Μόναχο, οδικώς και θαλασσίως, μέσω Πάτρας-Μπάρι-Αυστρίας, η αμοιβή του μεταφορέα αποτελεί το 46% του συνολικού κόστους μεταφοράς, ενώ ο ναύλος Πάτρα-Μπάρι το 17%- 20% του κόστους, τα τέλη διέλευσης λιμένων το 13% του κόστους και τα διάφορα οδικά τέλη-διόδια το 24% του συνολικού κόστους μεταφοράς. Σε αυτό πρέπει σήμερα να προστεθεί και η διαφορά από την αύξηση των καύσιμων, που μέσα σε έναν χρόνο ανατιμήθηκαν περισσότερο από 30%. Μάλιστα το κόστος μεταφοράς των προϊόντων αυξάνει τουλάχιστον κατά 10%, όταν η μεταφορά γίνεται από περιφερειακά κέντρα, όπως η Κρήτη.

Μέχρι πότε;

‘Ιδια είναι και η κατάσταση στους ναύλους μεταφοράς των πρώτων υλών, που έχουν εκτοξευθεί στα ύψη διαμορφώνοντας ανοδικές τάσεις στις τιμές και σε είδη όπως τα σιτηρά, τα σιδηρομεταλλεύματα, το κάρβουνο, ο βωξίτης και άλλα εμπορεύματα. Η μέση τιμή ναύλωσης πλοίου σε υπερπόντια ταξίδια (Β. Ευρώπη-Βραζιλία-Κίνα) έχει περίπου τετραπλασιασθεί σε σχέση με πέρσι, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ο ναύλος τείνει να αγγίξει ακόμα και την τιμή του μεταφερόμενου προϊόντος! Η σχετική τάση αναγκάζει, μάλιστα, διάφορους κατασκευαστές να πληρώνουν υψηλότερα την πρώτη ύλη για την κατασκευή των προϊόντων τους, μεταφέροντας το υψηλότερο κόστος μεταφοράς στους καταναλωτές, με αυξήσεις στις τελικές τιμές των βιομηχανικών ειδών και ειδών πρώτης ανάγκης. Αλλά αυτό, μέχρι πότε;

Σε ό,τι αφορά στις διεθνείς μεταφορές, η ανεπάρκεια μέσων, λόγω της σημαντικής αύξησης του όγκου των μεταφορών σε παγκόσμια κλίμακα μετά και τη δυναμική εισβολή της Κίνας στο πλανητικό εμπόριο, σηματοδοτεί περαιτέρω τις αυξήσεις των τιμών συνεπεία της έκρηξης του όγκου των μεταφορών.