Ήταν κάποτε ένα μικρό μαγαζάκι. Οι ιδιοκτήτες του, φίλοι από τα παλιά, με κοινά όνειρα και κέφι για δουλειά. Ξεκίνησαν σε δύσκολες εποχές αλλά είχαν τη στήριξη φίλων αλλά και όσων στη δουλειά τους αναγνώριζαν την ειλικρίνεια στις προθέσεις τους. Ήθελαν να φέρουν την αλλαγή στην αγορά, να κάνουν όσα ζήλευαν σε άλλες μεγάλες επιχειρήσεις.

Στην αρχή τα πράγματα ήταν δύσκολα -αντίθετα με αυτό που θέλουμε να πιστεύουμε, μια καλή πρόταση δεν γίνεται άμεσα αποδεκτή ούτε από την αγορά, ούτε από τους συνεργάτες, ούτε από τους πελάτες. Η σταθερότητα στο αρχικό όραμα αλλά και οι ικανότητές τους, κατάφεραν τελικά να πείσουν. Σε λίγα χρόνια το μικρό μαγαζί μεγάλωσε, έγινε το πρώτο από μια σειρά άλλων -μικρών στην αρχή και αργότερα μεγαλύτερων- παραρτημάτων. Τότε άρχισαν οι διαφωνίες. Οι μικρές διαφορές μεγάλωσαν και έγιναν μεγάλο χάσμα.

Ο καθένας από τους παλιούς φίλους αναζήτησε νέα στηρίγματα, ανθρώπους που πίστευε πως μπορούσαν να καταλάβουν καλύτερα τις φιλοδοξίες του, να τον βοηθήσουν να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο την επιχείρηση. Όσο κι αν η κοινή αρχή τους έδενε, οι παλιοί φίλοι έχτισαν σιγά-σιγά τον δικό τους κόσμο και ανέπτυξαν τις δικές τους επιχειρήσεις.

Διασπασμένοι πλέον δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν όπως παλιά τον ανταγωνισμό. Άρχισαν τις υποχωρήσεις. Κάποιοι τα κατάφεραν καλύτερα, κάποιοι απέτυχαν και αναγκάστηκαν να στραφούν σε άλλες δραστηριότητες που δεν είχαν σχέση με την αρχική επιχείρηση. Οι πελάτες που τους είχαν εμπιστευθεί, αναζητούσαν απογοητευμένοι αλλού την κάλυψη των αναγκών τους. Επειδή η αγορά ήταν μικρή, οι δύο μεγαλύτερες επιχειρήσεις στράφηκαν σε αναζήτηση βοήθειας από το εξωτερικό. Είχαν από παλιότερα σχέσεις και γνώριζαν πως η συναλλαγή με τους ξένους δεν ήταν ποτέ εύκολη. Ιδιαίτερα τη συγκεκριμένη περίοδο που η χώρα περνούσε κρίση.

Τα ανταλλάγματα ήταν δυσβάσταχτα. Κινδύνευαν αν δεν προχωρούσαν με σύνεση να χάσουν τους περισσότερους πελάτες τους. Τα οικονομικά τους πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Είχαν φτάσει σε αδιέξοδο.

Σκέφτηκαν ακόμη και τη λύση της συνεργασίας. Το συζητούσαν και με τους ξένους δανειστές τους. Και οι ξένοι δεν ήθελαν να χάσουν την πρόσβαση που είχαν αποκτήσει σε μια πλούσια εν δυνάμει αγορά λόγω της κακής διαχείρισης και της ασυνεννοησίας των επιχειρηματιών που στήριζαν. Η συνεργασία ήταν όμως μια δύσκολη επιχείρηση.

Οι επιχειρήσεις είχαν αποκτήσει τόσα χρόνια μια δική τους οργανωτική δομή, τους δικούς τους συνεργάτες –κάποιοι βέβαια ήταν κοινοί οπότε αυτό ήταν ένα παραθυράκι στον τοίχο του αδιέξοδου. Ο τρόπος που λειτουργούσαν δεν διέφερε πολύ, αλλά ο καθένας είχε το προσωπικό που είχε δεθεί με την επιχείρησή του και δεν μπορούσε να διανοηθεί πώς θα δούλευε κάτω από κοινή διεύθυνση με τον μέχρι χθες σκληρότερο ανταγωνιστή.

Ο καιρός περνούσε και λύση δεν βρισκόταν. Το δίλημμα ήταν μεγάλο. Τουλάχιστον έτσι άφηναν τον κόσμο να πιστεύει. Κάποιοι μιλούσαν για συναντήσεις των υψηλόβαθμων στελεχών τους, στις οποίες συζητούσαν τρόπους για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο με τις μικρότερες δυνατές απώλειες –βασικά για τους ίδιους, που γνώριζαν πόσο δύσκολο ήταν μετά από τόσα χρόνια εξειδίκευσης και σύνδεσης του ονόματός τους με την επιχείρηση να βρουν δουλειά με ανάλογα έσοδα και συνθήκες εργασίας.

Σε αυτό το περιβάλλον βρέθηκε ο σωτήρας. Με ξένα κεφάλαια έδωσε τη λύση. Ανέλαβε τη διοίκηση και των δύο επιχειρήσεων. Στόχος του ήταν να αξιοποιήσει τις δυνατότητες της αγοράς, όταν αυτή θα ανέκαμπτε. Αυτός είχε τον χρόνο να περιμένει.

Επειδή δεν έχουν όλες οι ιστορίες αίσιο τέλος, ούτε καν γι΄ αυτούς που πιστεύουν πως είναι οι πρωταγωνιστές και καθορίζουν την εξέλιξή τους, η κρίση αποδείχθηκε πως δεν ήταν εύκολο παιχνίδι. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν πολύ γρήγορα, οι κινήσεις των πρωταγωνιστών δεν ήταν ικανές να ελέγξουν όλες τις παραμέτρους –ούτε οι ίδιοι αποδείχθηκαν τόσο παντοδύναμοι και ευφυείς όσο νόμιζαν. Περίμεναν όλοι τώρα να δουν πόσο βαθιές ρίζες έχει ο κοινωνικός ιστός και πότε θα βρει τη δύναμη να αρχίσει να χτίζεται από την αρχή. Αυτός που αυτοκαταστρέφεται και, όταν δεν έχει πλέον άλλα περιθώρια, αναγεννάται, γράφοντας ένα νέο κεφάλαιο της ιστορίας.