Το παρόν τεύχος είναι το πρώτο που κυκλοφορεί μετά από μια κρίσιμη για το μέλλον της χώρας εκλογική αναμέτρηση, από την οποία προέκυψε μια κυβέρνηση με εντελώς νέο πρόγραμμα και πολιτική κατεύθυνση. Η εφαρμογή, όμως, ενός σημαντικού μέρους του προγράμματός της, αλλά και η πορεία της χώρας συνολικά, εξαρτάται άμεσα από την ικανότητά της να πείσει τους συνομιλητές της στη διαπραγμάτευση εκτός συνόρων πως είναι ανυποχώρητη στη διεκδίκηση μιας δίκαιης λύσης του ζητήματος του διογκωμένου δημόσιου χρέους, επ’ ωφελεία του συνόλου της Ευρώπης.

Εξαρτάται, επίσης, από τον βαθμό υποστήριξης που θα εκδηλώσουν οι λαοί της Ευρώπης σε μια αλλαγή της κυρίαρχης πολιτικής, στην κατεύθυνση του -επί της ουσίας- σεβασμού των δημοκρατικών θεσμών και της αυτονομίας των εθνών. Μια πολιτική που δεν θα έχει ως στόχο την εξυπηρέτηση κοντόφθαλμων οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων, αλλά την υπεράσπιση του δικαιώματος των λαών να απολαμβάνουν αγαθά, υλικά και πνευματικά, που κατακτήθηκαν με κόπους και θυσίες, ενώ θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για πραγματική ανάπτυξη, προς όφελος του συνόλου.

Πολλές φορές, κατά τη διάρκεια αυτής της τραγικής σύγκρουσης που διαδραματίζεται σε παγκόσμιο επίπεδο, έχουμε ακούσει πως η κρίση είναι κυρίως «κρίση αρχών». Έχει, όμως, ενδιαφέρον το γεγονός ότι εκείνοι που κάνουν αυτή τη δήλωση, δεν την κάνουν για να ρίξουν φως σε κακές επιλογές του παρελθόντος, αλλά αντίθετα, για να μεταθέσουν την ευθύνη και να καλέσουν αυτούς που κατηγορούν ως υπαίτιους μιας ατομικιστικής συμπεριφοράς να υποστηρίξουν τις ίδιες πολιτικές, με άλλο μανδύα.

Τα τελευταία χρόνια, παρά την εφαρμογή του προγράμματος που μας καλούν οι ισχυροί της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μην αμφισβητήσουμε, το χρέος μας αυξήθηκε, η ανεργία παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα, οι οικονομίες των ασθενέστερων εξανεμίσθηκαν, η δημόσια υγεία και παιδεία λειτουργούν με τα στοιχειώδη, η πολυαναμενόμενη προσέλκυση ξένων επενδυτών περιορίστηκε στις εκδηλώσεις ενδιαφέροντος για αγορά δημόσιας περιουσίας, για την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, έχουμε υπογράψει πως δεν μπορούμε να διαφυλάξουμε σε περίπτωση χρεοκοπίας, και η ανάπτυξη παρουσιάζεται μόνο στο θετικό πρόσημο σε κέρδη ορισμένων επιχειρήσεων και στο αρνητικό πρόσημο στα έσοδα των εργαζομένων, οδηγώντας στον γνωστό φαύλο κύκλο.

Ένα πρόβλημα που ξεκίνησε με το ξεφούσκωμα των τραπεζών, οι οποίες θεωρούσαν πως θα μπορούσε να δημιουργείται επ’ άπειρον εικονικό χρήμα, με σημαία τον υπερκαταναλωτισμό –που πολύ ωφέλησε τους εταίρους μας στην Ευρώπη- έδωσε το έναυσμα για μια πρωτοφανούς έντασης και διάρκειας κρίση. Στην αντιμετώπισή της, πάλι το κύριο μέλημα ήταν να σωθούν οι τράπεζες, με τα γνωστά αποτελέσματα. Ακόμη και σήμερα, όπου πολλοί αναγνωρίζουν την αποτυχία του ακολουθούμενου μοντέλου για την έξοδο από την κρίση, οι κυρίαρχες δυνάμεις της Ευρώπης μας αρνούνται έναν άλλο δρόμο.

Από τη μια, λοιπόν, υπάρχουν οι Έλληνες και οι ξένοι παράγοντες που μιλούν για την ηθική έκπτωση δεκαετιών ως αίτιο της κρίσης, και από την άλλη οι ίδιοι, που κατά κανόνα έχουν εξασφαλίσει τα προς το ζην ή έστω το πιστεύουν, πρεσβεύουν τη θεωρία του «ολίγον αξιοπρεπή», προτάσσοντας την αξία της υποχώρησης, προς περαιτέρω επιδείνωση της ζωής μας. Αν, πράγματι, η φύση της κρίσης είναι ηθική, ας δούμε ποια ηθική οδηγεί σε ένα καλύτερο μέλλον. Τα ιδανικά μας είναι ένας φάρος. Αν αυτός ο φάρος σβήσει, η πρόσκρουση στα βράχια γίνεται η τραγική απόδειξη της ανάγκης ύπαρξής τους. Στις μέρες που έρχονται, πάνω από τα μικρά, καθημερινά της επιβίωσης, πάνω από το προσωπικό όφελος του καθενός, που μπορεί να σημαίνει την καταρράκωση της αξιοπρέπειας άλλων, ας έχουμε στο μυαλό μας τα ιδανικά που μας διαμόρφωσαν ως προσωπικότητες και έκαναν τη ζωή μας άξια να τη ζήσουμε. Έτσι, έχουμε περισσότερες πιθανότητες να τη βελτιώσουμε, παρά τα περί του αντιθέτου, και πολλές φορές σκόπιμα, διαδιδόμενα.