Σταθερά υψηλά στην ατζέντα των επενδυτικών κεφαλαίων βρίσκεται ο κλάδος των τροφίμων-ποτών στην Ελλάδα, καταλαμβάνοντας μαζί με τις ΑΠΕ τη δεύτερη θέση σε αριθμό συναλλαγών εξαγορών και συγχωνεύσεων το 2023, πίσω από τον κλάδο των Τηλεπικοινωνιών-ΜΜΕ-Τεχνολογίας (ΤΜΤ). Σύμφωνα με τα στοιχεία της PWC, το 2023 πραγματοποιήθηκαν 116 συναλλαγές εξαγορών και συγχωνεύσεων (Ε&Σ), η αξία των οποίων ανήλθε στα 5,9 δισ. ευρώ. Από αυτές οι 24 αφορούν επιχειρήσεις ΤΜΤ, οι 11 ΑΠΕ και τρόφιμα-ποτά και ακολουθούν οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, ενέργεια, μεταφορές, υπηρεσίες, βιομηχανία και λιανική.

Ωστόσο μολονότι ο αριθμός των εξαγορών και συγχωνεύσεων αυξήθηκε σημαντικά σε σύγκριση με το 2022, η συνολική τους αξία μειώθηκε κατά 4,5 δισ. ευρώ (περίπου -43%), καθώς το τίμημα των περισσότερων συναλλαγών δεν ανακοινώθηκε. Εξίσου μειωμένη είναι η μέση αξία συναλλαγής, η οποία υποχώρησε στα 51 από τα 110 εκατ. ευρώ. Από άποψη αξίας οι εξαγορές και συγχωνεύσεις στη βιομηχανία τροφίμων-ποτών αποτελούν το 9,3% του συνόλου των σχετικών συναλλαγών, πολύ κοντά στα ποσοστά των επενδύσεων σε ΑΠΕ και ΤΜΤ. Την πρωτοκαθεδρία σε αξία εξακολουθεί να έχει ο τομέας της ενέργειας, ο οποίος αντιστοιχεί στο 33% του συνόλου των Ε&Σ. Εκεί που ο κλάδος των τροφίμων-ποτών έχει προνομιακό μερίδιο είναι στις συναλλαγές μειοψηφικών πακέτων, ύψους 0,6 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 17% του συνόλου των επενδύσεων.

Η τάση αυτή αντικατοπτρίζει την προτίμηση των επενδυτικών funds που εκπροσωπούνται από Έλληνες επιχειρηματίες, να συμμετέχουν στο μετοχικό κεφάλαιο μεσαίων σε μέγεθος παραγωγικών εταιριών, προετοιμάζοντας το έδαφος είτε για την πλήρη εξαγορά είτε για μια κερδοφόρα απο-επένδυση, όταν κριθεί σκόπιμο. Στις συναλλαγές με την υψηλότερη αξία στον κλάδο τροφίμων-ποτών στην Ελλάδα η PWC κατατάσσει την εξαγορά της Brown-Forman Finland από την CC Beverages Holdings II BV, έναντι τιμήματος 209 εκ. ευρώ. Πρόκειται για τo deal της Coca-Cola HBC με την ιδιοκτήτρια εταιρεία της βότκας Finlandia, η οποία ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο, ενισχύοντας την παρουσία της ελληνικών συμφερόντων πολυεθνικής εταιρείας και στον κλάδο των αλκοολούχων ποτών.

Τις επενδυτικές του κινήσεις συνέχισε δυναμικά το 2023 το fund Bespoke Holdings SGA του επιχειρηματία κ. Σπύρου Θεoδωρόπουλου (ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 2022), μετά το «χρυσό» deal της Chipita με τη Μοndelez, ύψους 2 δισ. ευρώ. Μετά το μπαράζ εξαγορών του 2022 (Νίκας, Ελληνικοί Χυμοί-Viva από κοινού με το ΕΟS Capital Fund, Έδεσμα- Αμβροσία, καθώς και το 45% της σοκολατοβιομηχανίας ΙΟΝ), η Βespoke προχωράει στο χτίσιμο ενός «μεγάλου Ελληνικού Ομίλου Τροφίμων-Ποτών», όπως έχει ανακοινώσει ο ιδρυτής της. Τον Ιούνιο του 2023 ολοκληρώθηκε η εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου της ΙΟΝ, όπως προέβλεπε η αρχική συμφωνία, με την απόκτηση του 60% των μετοχών και option για την απόκτηση του 100% σε βάθος τριετίας. Στα τέλη του έτους ανακοινώθηκε η είσοδος του ελληνικού fund στο χώρο του εμφιαλωμένου νερού, με την ίδρυση της εταιρείας χαρτοφυλακίου Water Invest, σε σύμπραξη ξανά με την ΕOS Capital του κ. Απόστολου Ταμβακάκη και του SMERemedium Capital (SMERC) του κ. Νίκου Καραμούζη. Η πρώτη επενδυτική κίνηση της νεοσύστατης εταιρείας είναι η είσοδος στο μετοχικό κεφάλαιο της Σ. Μεντεκίδης ΑΕ, η οποία έχει τα brands εμφιαλωμένου φυσικού μεταλλικού νερού Σέλι και Διός, με απόκτηση ποσοστού 80%.

Αν υπολογίσουμε ότι στο portoflio του κ. Θεοδωρόπουλου περιλαμβάνεται η μειοψηφική συμμετοχή στη βορειοελλαδίτικη γαλακτοβιομηχανία ΜΕΒΓΑΛ και η ραγδαία αναπτυσσόμενη εταιρεία υδροπονικής καλλιέργειας τομάτας Wonderplant στη Δράμα (στην οποία δραστηριοποιείται μαζί με γνωστούς επιχειρηματίες του κλάδου των τροφίμων), διαμορφώνεται ένα χαρτοφυλάκιο που διατρέχει όλο το φάσμα της αγρο-διατροφής, από το χωράφι στο ράφι. Πλάι σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε και τις δραστηριότητες της πρώην Chipita Foods, νυν ST Βakery, στην Ινδία, με συμμετοχή της στην κοινοπραξία Britchip. Το νέο βήμα του ομίλου Θεοδωρόπουλου ήταν η ίδρυση της εταιρείας Βespoke SGA Services τον Φεβρουάριο φέτος, με πεδίο δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών υποστήριξης και συμβουλευτικών υπηρεσιών προς συνεργαζόμενες ή τρίτες εταιρείες, καθώς και την άσκηση κάθε εμπορικής δραστηριότητας είτε για λογαριασμό της είτε για λογαριασμό τρίτων.

Tα funds …διψούν για νερό και αναψυκτικά
Μαζί με την αγορά του εμφιαλωμένου νερού, η οποία αποτιμάται από το ΙΟΒΕ σε 1,32 δισ. ευρώ, εξίσου ελκυστική για τα επενδυτικά funds είναι και η αγορά μη αλκοολούχων ποτών (αναψυκτικά-χυμοί). Ενδεικτική περίπτωση είναι η εξαγορά του 65% της ιστορικής βολιώτικης εταιρείας ΕΨΑ της οικογένειας Τσαούτου από το ελληνικό επενδυτικό κεφάλαιο SMERC τον περασμένο Ιούνιο. Η επένδυση του τραπεζίτη κ. Νίκου Καραμούζη τάραξε τα νερά σε μια αγορά της οποίας ο ετήσιος τζίρος εκτιμάται ότι προσεγγίζει τα 370 εκατ. ευρώ και κινείται με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 5%, όπως ανακοίνωσε η SMERC με αφορμή την απόκτηση πλειοψηφικού πακέτου στην ΕΨΑ, μέσω της κοινοπραξίας «Αγριά Εμπορική» μαζί με τα αδέλφια Τσαούτου. Η πρώτη αλυσιδωτή αντίδραση προήλθε από την οικογένεια Σεπετά, της Ηπειρώτικης Βιομηχανίας Εμφιαλώσεων (Βίκος), η οποία προχώρησε σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου κατά 800.000 ευρώ στην ΕΨΑ, προκειμένου να διατηρήσει το μερίδιό της στο 25%. Οι συμπράξεις όμως δε σταματάνε εδώ, αφού η ΕΨΑ ανέλαβε από την περασμένη άνοιξη την παραγωγή αναψυκτικών της Ήβη για λογαριασμό της Pepsico-Hellas, υλοποιώντας τη δέσμευση της πολυεθνικής εταιρείας για τον επαναπατρισμό τους στην Ελλάδα.
Συνολικά το επενδυτικό ταμείο SMERC διαχειρίζεται κεφάλαια ύψους 142,5 εκατ. ευρώ από 42 θεσμικούς, εταιρικούς και ιδιώτες επενδυτές από την Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ το χαρτοφυλάκιό του καλύπτει από τον χώρο των τροφίμων (όπως η εταιρεία οσπρίων Άροσις στην Καστοριά και η εξαγωγική εταιρεία φρέσκων φρούτων Krop) και το real estate μέχρι τις κτηνιατρικές κλινικές. Η είσοδός της στην αγορά των αναψυκτικών προχωρά παράλληλα με τις επενδύσεις της SMERC στο εμφιαλωμένο νερό, με πιθανά μελλοντικά σχέδια επέκτασης και στη ζυθοποιία. Στους ιδρυτικούς σκοπούς της «Αγριά Εμπορική» περιλαμβάνεται το χονδρεμπόριο εμφιαλωμένων νερών και μπίρας, ενώ η συμμετοχή του fund στο σχήμα WaterInvest είναι άλλη μια απόδειξη του αυξημένου επενδυτικού ενδιαφέροντος για τη συγκεκριμένη αγορά.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα των αποκαλούμενων «ελληνικών funds», μολονότι διαχειρίζονται και ξένα επενδυτικά κεφάλαια, είναι ότι συχνά επιλέγουν το μοντέλο της στρατηγικής συνεργασίας με τους μετόχους-ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων που εξαγοράζουν, και επενδύουν σε παραγωγικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ελληνική περιφέρεια. Η κινητικότητα στον κλάδο των μη αλκοολούχων ποτών αποτυπώνεται και σε άλλες επενδυτικές κινήσεις, όπως η απορρόφηση της Creen Cola από τον όμιλο Χήτος ΑΒΕΕ που παράγει το νερό Ζαγόρι, η είσοδος νέων παικτών (ΝU Aqua στο Λουτράκι, Μantis Group με μονάδα εμφιάλωσης στην Φωκίδα κ.ά.), αλλά και η αποεπένδυση της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας από το brand Iόλη, το οποίο εξαγόρασαν οι αδελφοί Γεωργιάδη της εταιρείας Premia. Η εισηγμένη στο χρηματιστήριο ΑΕΑΠ (ανώνυμη εταιρεία επενδύσεων σε ακίνητη περιούσια) είναι θυγατρική της Sterner Haus Greece, του ελληνικού βραχίονα της σουηδικής επενδυτικής εταιρείας, και πέραν του real estate επεκτείνεται στον κλάδο τροφίμων-ποτών, έχοντας εξαγοράσει από το 2022 το πλειοψηφικό πακέτο της Μπουτάρης Οινοποιία ΑΕ.

Η δίψα των funds για το νερό ακολουθεί την παγκόσμια τάση αύξησης της ζήτησης εμφιαλωμένου νερού, στην οποία η Ελλάδα πρωταγωνιστεί, καταλαμβάνοντας την έκτη θέση στην Ευρώπη στην κατά κεφαλήν κατανάλωση, μαζί με τη Γαλλία. Δυστυχώς η στροφή των καταναλωτών στο εμφιαλωμένο νερό δεν είναι πάντα αποτέλεσμα επιλογής ούτε οφείλεται αποκλειστικά στην αυξημένη ζήτηση την τουριστική περίοδο. Μία αιτία είναι ότι πολλά δίκτυα υδροδότησης ειδικά στην περιφέρεια υπολειτουργούν, αφήνοντας τους κατοίκους ολόκληρων περιοχών χωρίς επαρκή πρόσβαση σε πόσιμο νερό. Είναι νωπά ακόμα τα περιστατικά αισχροκέρδειας εις βάρος των πλημμυροπαθών του Βόλου και της Λάρισας, που εξαναγκάστηκαν να αγοράζουν το εμφιαλωμένο νερό σε εξωφρενικές τιμές, μέχρι την παρέμβαση του Υπουργείου Ανάπτυξης με «πλαφόν».

Ενδεικτικό των πληθωριστικών τάσεων στην κατηγορία «μεταλλικό νερό-αναψυκτικά-χυμοί» είναι ότι το 2023 εμφάνισε διψήφια ποσοστά ανατιμήσεων 11,3%, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.

Πώς ξεκίνησε και τι επιφυλάσσει το 2024
Μία από τις πρώτες επενδυτικές ειδήσεις της χρονιάς που διανύουμε ήταν η τοποθέτηση του Synergia Hellenic Fund ΙV στην εταιρεία βιομηχανικού catering PotPan Foodservice SA, με την κάλυψη μετατρέψιμου ομολογιακού δανείου έως 6,65 εκατ. ευρώ και αντάλλαγμα την απόκτηση του 40% των μετοχών. Η αρχική συμφωνία έγινε τον Ιούνιο πέρυσι, όμως η ολοκλήρωσή της ανακοινώθηκε επίσημα τον Ιανουάριο φέτος ως «η πρώτη επένδυση στον κλάδο των ετοίμων γευμάτων από θεσμικό επενδυτή στην Ελλάδα». Στο επιχειρηματικό σχέδιο προβλέπεται «η υλοποίηση επενδυτικών δαπανών αναβάθμισης του εξοπλισμού της εταιρείας και η πραγματοποίηση εξαγορών στον κλάδο των τροφίμων», με την επισήμανση ότι «η παρουσία της Hellenic Capital Partners (HCP) στο εταιρικό σχήμα παρέχει τη δυνατότητα άντλησης πρόσθετων κεφαλαίων σε περιπτώσεις εξαγοράς εταιρειών».

Η ΗCP είναι ιδιωτική εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων Επιχειρηματικών Συμμετοχών, η οποία εκτός από το Synergia Hellenic Fund IV διαχειρίζεται άλλα δύο funds, που δραστηριοποιούνται σε επενδύσεις «καθαρής ενέργειας» (φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες), με συνολικά κεφάλαια 108 εκατ. ευρώ. Υποστηρίζεται, μεταξύ άλλων, από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ιδιώτες επενδυτές και την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα του Ελληνικού Δημοσίου. Παράλληλα με τη συμμετοχή στην PotPan (η οποία παράγει ετησίως 9 εκατ. μερίδες έτοιμου φαγητού και συνεργάζεται με τα περισσότερα σούπερ μάρκετ), το Synergia Hellenic Fund πραγματοποιεί επενδύσεις και σε άλλες επιχειρήσεις στον κλάδο της αγροδιατροφής, καθώς και στα logistics, έχοντας συγκεντρώσει κεφάλαια ύψους 46 εκατ. ευρώ.

Ένα από τα ανοιχτά στοιχήματα φέτος είναι το ποιος θα εξαγοράσει τη μεγαλύτερη επιχείρηση ιχθυοκαλλιέργειας που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα, την Αvramar, η οποία βαρύνεται με χρέη ύψους σχεδόν 500 εκατ. ευρώ. Προς το παρόν η εταιρεία Deloitte αναζητά επενδυτές για λογαριασμό των πιστωτριών τραπεζών, ενώ φέρεται να υπάρχει ενδιαφέρον από τουλάχιστον δύο ευρωπαϊκά funds. Στα αναμενόμενα deal είναι η πώληση της Mινέρβα, καθώς το επενδυτικό fund Diorama Sicar της Εταιρείας Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Deca Investments βρίσκεται σε τροχιά αποεπένδυσης. Κατά τα άλλα η Deca συνεχίζει τις επενδύσεις στον κλάδο των τροφίμων, με τελευταία κίνηση την απόκτηση πλειοψηφικής συμμετοχής στην εταιρεία εισαγωγής γαλακτοκομικών-τυροκομικών προϊόντων Leader, μέσω του fund Diorama II.

Ηχηρές αποεπενδύσεις
Το 2024 θα έχει και ηχηρές αποεπενδύσεις, αφού ένας από τους μεγαλύτερους ομίλους τροφίμων της χώρας, η Vivartiα του fund CVC, βρίσκεται σε διαδικασία αναδιάρθρωσης. Έχει ήδη εξαγγελθεί και θεωρείται σίγουρη η πώληση του θυγατρικού ομίλου Μπάρμπα Στάθης, ο οποίος ηγείται στην αγορά των κατεψυγμένων λαχανικών και ζυμών και στις έτοιμες σαλάτες, έχοντας συγκεντρώσει υπό τη στέγη του εταιρείες όπως η Χρυσή Ζύμη, Αραμπατζής-Ελληνική Ζύμη και Αγρόκηπος Χαλβατζή. Ο όμιλος Μπάρμπα Στάθης είναι ο πλέον κερδοφόρος από τις επιχειρήσεις της Vivartia, με αύξηση τζίρου το 2022 κατά 20%, στα 205,5 εκατ. ευρώ. Την ίδια χρονιά τα κέρδη EBITDA του ομίλου ανήλθαν στα 28,7 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 7,7%, τα καθαρά κέρδη του στα 12,5 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 21,6%, ενώ ο συνολικός δανεισμός του ανέρχεται στα 128 εκατ. ευρώ (ακόμα δεν έχουν ανακοινωθεί τα οικονομικά αποτελέσματα του 2023). Στο ερώτημα γιατί η Vivartia-CVC πουλάει τα «ασημικά» της, η απάντηση είναι ότι πιθανώς φιλοδοξεί να πιάσει ένα υψηλό τίμημα, εκμεταλλευόμενη την κυρίαρχη θέση του ομίλου Μπάρμπα Στάθης στην συγκεκριμένη αγορά, προκειμένου να χρηματοδοτήσει άλλες δραστηριότητες. Επίσης μια επικερδής πώληση θα τη βοηθήσει να βελτιώσει τη συνολική οικονομική της κατάσταση, καθώς η χρήση του 2022 ήταν ζημιογόνα και βαρύνεται με χρέη άνω των 400 εκατ. ευρώ. Στα τέλη του 2023 ανακοινώθηκε η συμφωνία εξαγοράς του εναπομείναντος ποσοστού των μετοχών της γαλακτοβιομηχανίας Δωδώνη, στην οποία η Vivartia κατείχε μερίδιο 78%, ενισχύοντας τον τομέα των γαλακτοκομικών, όπου κατέχει ηγετικό μερίδιο με τη ΔΕΛΤΑ.