Μπορώ να θυμηθώ πολλά ξεχωριστά προϊόντα. Ενδεικτικά, να μερικά που έρχονται αυτόματα στη μνήμη μου: το πρόβειο γιαούρτι της ΜΕΒΓΑΛ, η ελαφρώς ανθρακούχα βυσσινάδα Λουξ, το σαλάμι Λευκάδας του Ντελημάρη, τα μακαρόνια Νο 6 της Misko, η αφιλτράριστη ρεθυμνιακή μπίρα, ο πελτές Κύκνος, οι χωριάτικες φρυγανιές Παπαδοπούλου… Η βιομηχανία μας έχει να δείξει διεθνώς εξαιρετικά τυποποιημένα τρόφιμα. Το λέω εκ πείρας και το υπογράφω!

Εκεί που καθόμουν όμορφα στο τραπέζι μου, να σου ένας νεαρός δημοσιογράφος τηλεοπτικού καναλιού -τιμητής των πάντων- και με ρωτά με τον φακό στραμμένο πάνω μου: «Πιστεύετε ότι οι έλεγχοι του κράτους προς την βιομηχανία τροφίμων είναι αρκετοί; Μήπως απαιτούνται αυστηρότερες διαδικασίες;». ‘Εμεινα άναυδος. Όχι για την ερώτηση, αλλά γιατί στο ύφος του καταλάβαινες -το ύφος, δηλαδή, της τηλεόρασης που κυνηγάει τις υψηλές θεαματικότητες- ότι η βιομηχανία τροφίμων εκλαμβάνεται εκ προοιμίου ως άντρο απατεώνων!

Τι να περιμένει η βιομηχανία τροφίμων από ένα κράτος με μονίμως ελλειμματικό κορβανά, που όχι μόνο αδυνατεί να κάνει ουσιαστικούς ελέγχους σε οτιδήποτε, αλλά πάντα σε κάνει επιφυλακτικό όσον αφορά στη δράση κάποιων αρμοδίων, που η κύρια «αρμοδιότητά» τους είναι να φροντίζουν για τον προσωπικό τους πλουτισμό;

Η βιομηχανία τροφίμων της Ελλάδας, κύριοι, χρειάζεται ενθάρρυνση για την ανάπτυξη των υποδομών της, σταθερό και σύγχρονο πλαίσιο κανόνων λειτουργίας και χρηματοδοτική ενίσχυση, κυρίως όσον αφορά στην προώθηση των εξαγωγών της. Ο ΟΠΕ δυστυχώς απέτυχε. Παρά τα χλιδάτα τραπεζώματα και τις ατελείωτες δαπάνες, οι εξαγωγές τροφίμων δεν αυξήθηκαν! Ενώ έχουμε πέντε προϊόντα παγκοσμίως μοναδικά -το ελαιόλαδο, τη μαστίχα Χίου, τον κρόκο Κοζάνης, τις ελιές Καλαμών και τη φέτα- υστερούμε επειδή ο μικρομεσαίος ‘Ελληνας βιομήχανος ούτε εξειδικευμένη μόρφωση έχει ούτε με τις διαδικασίες τοποθέτησης των προϊόντων του στη διεθνή αγορά μπορεί να τα βγάλει πέρα. Να, λοιπόν, πού χρειάζεται ενίσχυση!

Ο ‘Ελληνας βιομήχανος και σύγχρονα εργαστήρια ελέγχου τροφίμων και καλά τμήματα ανάπτυξης προϊόντων έχει φτιάξει. Δεν είναι τυχαίο ότι κανένα από τα μεγάλα διατροφικά σκάνδαλα (τρελές αγελάδες, νόσος των πτηνών, επιμολυσμένο ηλιέλαιο) δεν προήλθε από τη βιομηχανία μας. Αν κάτι τη ζημίωσε, ήταν κυρίως το εύκολο κυνήγι της θεαματικότητας -θυμηθείτε πχ τα πάθη της ελληνικής πτηνοτροφίας στην περίπτωση της νόσου των πτηνών…

Θα ήθελα

Επιτρέψτε μου, όμως, να σημειώσω και τις αρετές που θα επιβράβευα στην ελληνική βιομηχανία τροφίμων. Θα με συγκινούσε, ας πούμε, η εφαρμογή του fair trade, δηλαδή της τίμιας ανταμοιβής στην αλυσίδα παραγωγής ενός προϊόντος όλων των παραγόντων που παίρνουν μέρος σε αυτήν, ή το να καταναλώνω τρόφιμα που παρήχθησαν το πολύ 100 χιλιόμετρα από το μαγαζί που τα αγοράζω, σύμφωνα με τη σχετική ευρωπαϊκή τάση. Θα ήθελα η διαφήμιση των τροφίμων να μην λέει ποτέ ψέματα, ο ανταγωνισμός να γίνεται με ήθος, το μεγάλο ψάρι να μην τρώει πάντα το μικρό. Θα ήθελα οι συσκευασίες να είναι φιλικές προς το περιβάλλον, ενώ στην παρασκευή των τροφίμων να περιοριστεί η χρήση συντηρητικών και άλλων χημικών προσθέτων, όπως επίσης να αναγράφεται υποχρεωτικά ο τόπος παραγωγής τους.

Ακόμα θα ήθελα να συγκινούμαι μαθαίνοντας για πρωτοβουλίες ανθρωπιάς εκ μέρους των βιομηχάνων τροφίμων, όπως συγκινήθηκα με την ίδρυση της Τράπεζας Τροφίμων από τον αείμνηστο Γεράσιμο Βασιλόπουλο… Αν μου το επιτρέπετε, δηλαδή, φίλοι βιομήχανοι…

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 377 του περιοδικού «σελφ σέρβις» (εκδόσεις Comcenter).