Στην εγχώρια αγορά τα συσκευασμένα οπωροκηπευτικά εμφάνισαν εντυπωσιακή άνοδο περίπου προ πενταετίας, όταν σε κάποια είδη, κυρίως φρούτων, έφτασαν να κατέχουν μερίδια έως και 80%, στο σύνολο των πωλήσεων της αγοράς τους. Στη συνέχεια, όμως, αυτά τα μερίδια υποχώρησαν, για διαμορφωθούν σήμερα περίπου στο 10%-50%, ανάλογα πάντα με το είδος.

Σε ορισμένα είδη, τα μερίδια των συσκευασμένων παραμένουν υψηλά -για παράδειγμα, τα πορτοκάλια για χυμό διατίθενται σε ποσοστό 80% σε διχτάκια.

Η τυποποίηση του προϊόντος το καθιστά πιο ακριβό; Εξαρτάται, απαντούν παράγοντες της αγοράς, εξηγώντας: Αφενός από το είδος της συσκευασίας -δηλαδή, εκεί που παλιότερα συνηθιζόταν το διχτάκι, η χρήση σήμερα άλλων υλικών συσκευασίας αυξάνει το κόστος, ενδεχομένως, και έως πέντε φορές. Αφετέρου, όμως, πολλά προϊόντα διατίθενται ούτως ή άλλως συσκευασμένα, οπότε «είτε σε τελάρο είτε σε σκαφάκι, το κόστος για την επιχείρηση είναι το ίδιο», επισημαίνει στέλεχος μεγάλης εταιρείας φρούτων. «Ωστόσο», όπως παρατηρεί, «ακόμη κι όταν η τιμή δεν αυξάνει λόγω της συσκευασίας, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο καταναλωτής έχει την εντύπωση ότι την πληρώνει επιπλέον, κι αυτό, δεδομένων των οικονομικών δυσχερειών σήμερα, ανακόπτει την εμπορική άνοδο των τυποποιημένων προϊόντων. Αν δεν υπήρχε η συγκυρία της κρίσης, πιστεύω ότι θα ήταν ασφαλώς εντονότεροι οι ρυθμοί ανάπτυξής τους».

Στελέχη άλλων εταιρειών διαφωνούν με αυτή την άποψη, εκτιμώντας ότι ναι μεν η συσκευασία επηρεάζει την τιμή των φρουτολαχανικών που περιέχει, αλλά η σχετική επιβάρυνση δεν είναι -τουλάχιστον όχι πάντα- τόσο υψηλή. Εξαρτάται, δε, σημαντικά από το είδος της συσκευασίας, αλλά και της εμπορικής πολιτικής, με την οποία τη συνοδεύει ο προμηθευτής. Για παράδειγμα, στις συσκευασίες σε διχτάκι η μέση επιβάρυνση είναι της τάξης του 3%, αλλά μεσοσταθμικά οι τιμές των προϊόντων που προσφέρονται σε δικτάκι διατίθενται κατά 15%-30% ακριβότερα.

Αν η συσκευασία ανεβάζει ή όχι τις τιμές, σε σύγκριση με τα προϊόντα που διατίθενται χύμα, είναι μάλλον ένα παραπλανητικό ερώτημα. ‘Οπως μας εξήγησε ένας εκπρόσωπος εταιρείας συσκευασιών, «συχνά μιλούμε για την επιβάρυνση της τιμής, ξεχνώντας ότι το απόλυτο μέγεθός της, ενδεχομένως, είναι αμελητέο. Αν ένα προϊόν πωλείται, πχ, προς 1,69 ευρώ το κιλό χύμα και προς 1,89 ευρώ το συσκευασμένο, η διαφορά έχει μηδαμινή επίπτωση στο πορτοφόλι του καταναλωτή. Επομένως, σε παρόμοιες περιπτώσεις η ανάδειξη των τιμολογιακών διαφορών έχει επικοινωνιακό χαρακτήρα, γίνεται για τη δημιουργία κλίματος προς όφελος της αλυσίδας που διαφημίζει τη χαμηλότερη τιμή. Στην ουσία, όμως, το θέμα είναι άνευ αντικειμένου. ‘Αλλωστε, ποιος έλυσε τα προβλήματά του εξοικονομώντας μερικά λεπτά του ευρώ;».

‘Ολοι ικανοποιημένοι

«Η λύση των συσκευασμένων φρούτων και λαχανικών συμφέρει όλες τις πλευρές», τονίζει στέλεχος μεγάλης προμηθευτικής εταιρείας, εξηγώντας: «Πριν απ’ όλους υπηρετεί σωστά τον καταναλωτή, όχι μόνο διότι δεν δαπανά χρόνο περιμένοντας να ζυγίσει το προϊόν, αλλά και γιατί το τυποποιημένο προϊόν είναι κατά κανόνα επιλεγμένο, ώστε να έχει πάντα σταθερή, αν όχι συχνά και ανώτερη, ποιότητα. Από την άλλη, βολεύει τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ, αφενός γιατί η αποθήκευση και διαχείριση των τυποποιημένων προϊόντων είναι κατά πολύ ευκολότερες και, αφετέρου, διότι απομακρύνει γρήγορα τον καταναλωτή από το ράφι των οπωροκηπευτικών». Πράγματι, όσο περισσότερο ο καταναλωτής μένει μπροστά στο ράφι, τόσο πιο πολύ ψαχουλεύει τα προϊόντα, τα πιέζει να δει πόσο ώριμα είναι, τα ανακατεύει, τους προκαλεί φθορές.

Εξάλλου, ο ρυθμός πώλησης των τυποποιημένων οπωροκηπευτικών είναι διαπιστωμένο ότι συσχετίζεται και με τη γενική κίνηση του καταστήματος. ‘Οπως επισημαίνει στέλεχος της αγοράς, την περίοδο των Χριστουγέννων και του Πάσχα –γενικά σε περιόδους που η κίνηση στα σούπερ μάρκετ είναι ασφυκτική– οι πωλήσεις των τυποποιημένων-προζυγισμένων προϊόντων, σε σκαφάκια ή δικτάκια, αυξάνεται κατακόρυφα. Ποιος θέλει να χάνει τον καιρό του στην ουρά για το ζύγισμα, όταν μπορεί να ξεμπερδεύει άμεσα;

Σε ορισμένες περιπτώσεις ειδών, η επέκταση της τυποποίησης φαίνεται ότι είναι η αναμενόμενη εξέλιξη. «Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω», τονίζει υπεύθυνος πωλήσεων εταιρείας φρούτων και λαχανικών. ‘Οπως εξηγεί, «μπορεί μεν η σαλάτα, που είναι ήδη κομμένη και διατίθεται συσκευασμένη, να είναι ακριβότερη, ωστόσο ο καταναλωτής ξέρει πως δεν θα πετάξει τίποτε απ’ αυτήν. Ξέρει ότι μπορεί να την καταναλώσει οπουδήποτε και οποτεδήποτε, πράγμα που διευκολύνει πρακτικά την καθημερινότητά του και, ταυτόχρονα, του εξοικονομεί χρήμα, παρά την αρχική διαφορά τιμής. ‘Ετσι, οι συσκευασμένες κομμένες σαλάτες συνιστούν μια νέα πρόταση διατροφής, που δεν γίνεται να εκλείψει από το ράφι. Απεναντίας, θα εμπλουτιστεί περαιτέρω η ποικιλία της με νέους κωδικούς».

Επενδυτική απραξία

Η καθυστέρηση της διείσδυσης των τυποποιημένων φρούτων και λαχανικών στην οργανωμένη λιανική ως έναν βαθμό αποδίδεται και στη φύση της συνεργασίας μεταξύ αλυσίδων σούπερ μάρκετ και προμηθευτών, η οποία εκτιμάται ότι αποθαρρύνει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις των εμπόρων προμηθευτών. «Κατά κανόνα, αυτές οι συνεργασίες είναι εποχικές, όπως ακριβώς και τα περισσότερα από τα είδη που αφορούν, κι αυτό ισχύει τουλάχιστον για το 80%-90% των προμηθευτών. Κανένας από αυτούς δεν έχει την εξασφάλιση ότι η φετινή συνεργασία του με έναν μεγάλο πελάτη θα επαναληφθεί και του χρόνου. ‘Οταν, λοιπόν, η αγορά ενός μηχανήματος συσκευασίας φτάνει έως τα 100.000 ευρώ, γιατί να τα επενδύσει; ‘Ομως, ένα πενταετές συμβόλαιο συνεργασίας με κάποιους μεγάλους πελάτες -πράγμα σπάνιο στην αγορά μας- θα ήταν ένα σημαντικό κίνητρο να επενδύσει στην τυποποίηση ο καθένας από αυτούς», επισημαίνει ένα στέλεχος εταιρείας συσκευασίας.

Χτίζοντας σχέσεις εμπιστοσύνης

Η τυποποίηση θα βοηθήσει να χτιστεί μια σταθερή σχέση εμπιστοσύνης του προϊόντος με τον καταναλωτή, τονίζει ένα στέλεχος εταιρείας συσκευασίας. «Αν ο καταναλωτής, επιλέγοντας σήμερα ένα σκαφάκι φράουλες, μείνει ευχαριστημένος από τη γεύση και την ποιότητά τους, θα ανατρέξει στη συσκευασία τους, θα δει το σήμα του συσκευαστή και θα το αναζητήσει και αύριο», τονίζει παράγοντας της αγοράς. Ενισχύεται έτσι η τάση προτίμησης των επώνυμων φρούτων και λαχανικών χάρη στη συσκευασία, η οποία σταδιακά, όπως τονίζεται, θα φέρει και μια μεγαλύτερη σταθερότητα στην πολιτική τιμών, αποτέλεσμα που ενδιαφέρει έντονα το οργανωμένο λιανεμπόριο.

«Πράσινες» συσκευασίες πολλών… καρατίων

Με την άνοδο των πωλήσεων συσκευασμένων προϊόντων και την παράλληλη οικολογική ευαισθητοποίηση των καταναλωτών, παρουσιάζονται νέες προτάσεις συσκευασιών, χάρη στην εξέλιξη των υλικών. Σκαφάκια από χαρτί αντί του πλαστικού, υλικά βιοδιασπώμενα ή ανακυκλώσιμα, διχτάκια από καλαμπόκι αντί για πλαστικό, είναι μόνο μερικές από τις προτάσεις που παρουσιάζουν οι συσκευαστές. Γιατί δεν έχουν φτάσει στα ράφια; Λόγω του απαγορευτικού κόστους τους.

Η επιβάρυνση της τιμής του προϊόντος, εξαιτίας του κόστους των φιλικών προς το περιβάλλον υλικών της συσκευασίας του, ποικίλλει από 20%-50%, αλλά στο ράφι φτάνει σε τιμή ακόμα και τριπλάσια, σε σχέση με το χύμα προϊόν. «Η αγορά δεν μπορεί να απορροφήσει τα “πράσινα” υλικά συσκευασίας, λόγω του υπερβολικά υψηλού κόστους τους», ξεκαθαρίζει ένα στέλεχος εταιρείας συσκευασίας, διευκρινίζοντας, όμως, ότι αυτό συνδέεται και με το προσφερόμενο είδος υπό την εξής έννοια: ‘Οταν αρχίζει η διάθεση της φράουλας, του καρπουζιού και γενικότερα των εποχικών φρούτων, οι τιμές τους διαμορφώνονται κατά πολύ υψηλότερα, σε σχέση με εκείνες της εποχής αιχμής της παραγωγής τους. Οι υψηλές τιμές, λοιπόν, των πρώιμων οπωροκηπευτικών πιο εύκολα «σηκώνουν» το υψηλό κόστος της «πράσινης» συσκευασίας. Αλλά «όταν το προϊόν αρχίζει να διατίθεται σε χαμηλές τιμές, το κόστος οποιασδήποτε συσκευασίας “φαίνεται” -πόσω μάλλον μιας ακριβής συσκευασίας…».

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 385 (Ιούνιος 2009) του περιοδικού «σελφ σέρβις» (Εκδόσεις Comcenter).