Συμβιβασμός ή νίκη στα σημεία της βιομηχανίας τροφίμων; Η ερμηνεία για τη νέα νομοθεσία, που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τις ετικέτες των τροφίμων, είναι θέμα οπτικής γωνίας από την οποία την εξετάζει κανείς. Όμως η δήλωση του Επιτρόπου Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών, κ. John Dalli, ίσως καταδεικνύει ότι, όντως, το lobbying των μεγάλων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων παραγωγής τροφίμων ήταν αποτελεσματικό...

O επίτροπος John Dalli δηλώνει σχετικά: «Σημειώνω με λύπη ότι ορισμένοι βασικοί τομείς του Κανονισμού δεν προχώρησαν όσο θέλαμε. Για παράδειγμα η αρχική πρόταση της επιτροπής για τη διατροφική επισήμανση στην πρόσθια όψη των συσκευασιών απερρίφθη. Ωστόσο, το πλαίσιο στο πρόσθιο μέρος της συσκευασίας, για την προαιρετική συμπερίληψη πληροφοριών σχετικά με τις θρεπτικές τους ιδιότητες, αποτελεί βήμα στη σωστή κατεύθυνση».

Η επισήμανσή του σχετίζεται με το γεγονός ότι τελικά δεν εγκρίθηκε η υιοθέτηση στην πρόσθια όψη των συσκευασιών ενός χρωματικού κώδικα εν είδει φωτεινού σηματοδότη, που ευδιάκριτα θα χαρακτήριζε τα προϊόντα υψηλής συγκέντρωσης λιπαρών, αλατιού και ζάχαρης. Ένα σχετικό σύστημα ήδη εφαρμόζεται στη Μεγάλη Βρετανία, όπου με τη χρησιμοποίηση τριών χρωμάτων (πράσινο, κόκκινο, πορτοκαλί), ο καταναλωτής με μία ματιά ξεχωρίζει κατά πόσο ένα τρόφιμο περιέχει συστατικά επιβλαβή για την υγεία του.

Ωστόσο, το Ευρωκοινοβούλιο απέρριψε ακόμη και τη δυνατότητα επιβολής μίας ανάλογης χρωματικής διαφοροποίησης στις συσκευασίες ακόμη και σε εθνικό επίπεδο. Πάντως, η σχετική του θέση προωθήθηκε στα κράτη-μέλη, προκειμένου να αποφασίσουν αυτά αν θα δεχθούν έναν ανάλογο περιορισμό στις εσωτερικές αγορές τους.

Ενώ, λοιπόν, οι καταναλωτικές ενώσεις και οι οργανώσεις για την προστασία της υγείας πρότασσαν τη χρωματική κατηγοριοποίηση των τροφίμων με λιπαρά, αλάτι και ζάχαρη, τελικά υιοθετήθηκε η αξιοποίηση επί των συσκευασιών των GDAs (Guideline Daily Amounts). Τα τελευταία, που ήδη εφαρμόζονται εθελοντικά από μεγάλες βιομηχανίες παραγωγής τροφίμων, θα καταστούν υποχρεωτικά εντός πενταετίας, οπότε οι ετικέτες στις συσκευασίες των τροφίμων σε όλη την ΕΕ θα αναφέρουν υποχρεωτικά το περιεχόμενο σε ενέργεια, λίπος, κορεσμένο λίπος, υδατάνθρακες, σάκχαρα, πρωτεΐνες και αλάτι –όλα ανά 100 γραμμάρια ή ανά 100 χιλιοστόλιτρα.

Προβληματισμοί για τη δημόσια υγεία
«Τώρα επαφίεται στο αρμόδιο συμβούλιο υπουργών και στα κράτη-μέλη να βοηθήσουν τους καταναλωτές να κάνουν πιο υγιείς επιλογές τροφίμων, πράγμα στο οποίο θα τους διευκόλυνε η χρωματική διαφοροποίηση», δήλωσε η κυρία Susanne Logstrup, διευθύντρια του European Heart Network. «Παρά την επιβεβαίωση πως οι καταναλωτές ήθελαν το σύστημα του χρωματικού κώδικα, οι ευρωβουλευτές ψήφισαν εναντίον.

Πώς θα πειστούν οι νομοθέτες ότι η μάχη για την προστασία της δημόσιας υγείας πρέπει να ξεκινήσει με δράση σήμερα, όχι αύριο;», αναρωτιέται η κυρία Monique Goyens, γενική διευθύντρια της Ευρωπαϊκής Οργάνωσης Καταναλωτών (BEUC)…

Εκτός από το σχετικό ζήτημα, η νέα νομοθεσία προβλέπει επίσης:
• Η γραμματοσειρά στις πληροφορίες επί των συσκευασιών θα πρέπει να έχει μέγεθος τουλάχιστον 1,2 χιλιοστών.
• Με τονισμένα γράμματα θα επισημαίνεται η ύπαρξη 14 αναγνωρισμένων αλλεργιογόνων στα συστατικά του προϊόντος.
• Στα υποκατάστατα τροφίμων (πχ «τυρί» παρασκευασμένο από φυτικά έλαια αντί γάλακτος) πρέπει να αναγράφεται ξεκάθαρα η πρώτη ύλη από την οποία προέρχονται. Ομοίως, στα προϊόντα από μέρη ζώων ή ψαριών πρέπει να αναγράφεται ότι προέρχονται από επεξεργασμένο κρέας ή ψάρι, με γραμματοσειρά σε μέγεθος ίσο με το 75% του μεγέθους της εμπορικής ονομασίας.
• Αν ένα γιαούρτι έχει στη συσκευασία του φωτογραφία φρούτων, πρέπει να περιέχει πραγματικά φρούτα, όχι μόνο αρώματα ή χρωστικές.
• Οι υφιστάμενοι κανόνες για τη χώρα προέλευσης, που απαιτούνται σήμερα για το μέλι, το βοδινό, το ελαιόλαδο και τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά, θα επεκταθούν και στο νωπό χοιρινό, αρνίσιο, κατσικίσιο κρέας και στα νωπά πουλερικά.
• Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αποφασίσει σε μια τριετία, αν θα συμπεριλάβει στις ετικέτες την περιεκτικότητα σε trans λιπαρά (υδρογονωμένα φυτικά λίπη), που συνδέονται με την αυξημένη χοληστερόλη και τις καρδιοπάθειες, καθώς και τα συστατικά στα αλκοολούχα προϊόντα.